Εναλλακτικός τουρισμός ως αντίβαρο στον μαζικό τουρισμό
Rodiaki NewsRoom
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 2237 ΦΟΡΕΣ
Θαλάσσιος τουρισμός, οικοτουρισμός, προστατευόμενες περιοχές και ανάπτυξη σε αντιδιαστολή με τον μαζικό τουρισμό ήταν τα κύρια θέματα που συζητήθηκαν στην ημερίδα «Βιώσιμη Διαχείριση Τουριστικών Προορισμών, Βιοποικιλότητα και Τοπικές Κοινωνίες», που διοργάνωσε ο MEDASSET, ο Μεσογειακός Σύνδεσμος για τη Σωτηρία των Θαλάσσιων Χελωνών, στην Αθήνα.
Η υπεύθυνη Βιοποικιλότητας και Φυσικών Πόρων του Δικτύου Μεσόγειος SOS, Ανδρονίκη Παρδαλού, επισήμανε, μιλώντας στην ημερίδα, την σημασία του οικοτουρισμού ως μέρος του εναλλακτικού τουρισμού, που αποτελεί ένα βιώσιμο μοντέλο βασισμένο στην ισορροπία των αναγκών των επισκεπτών και των ντόπιων.
Αναπτύσσεται σε μη ρυπασμένες, αδιατάραχτες φυσικές περιοχές και σκοπό έχει τη μάθηση των επισκεπτών στην τοπική κοινωνία, στην ιστορία και στη φύση μίας περιοχής. Πολλές φορές οι τουρίστες μπορούν να συνδράμουν στη διατήρηση του περιβάλλοντος και σε δράσεις προστασίας του, όντας μέρος μίας βιωματικής διαδικασίας. Επιπλέον, τονώνει οικονομικά την τοπική κοινωνία.
Η κ. Παρδαλού τόνισε τις αδυναμίες που υπάρχουν στην Ελλάδα, όπου είναι αναγκαίος ένας χωροταξικός και τουριστικός σχεδιασμός, γιατί οι μέχρι τώρα νόμοι και πρακτικές, όπως είπε, ωφελούν το μαζικό και όχι τον εναλλακτικό τουρισμό. Πετυχημένο παράδειγμα οικοτουρισμού αποτελεί το Πάρκο Αμπρούτσο στην Ιταλία. Μία προστατευόμενη περιοχή με 21 χωριά και 20.000 κατοίκους, την οποία επισκέπτονται 2 εκατομμύρια τουρίστες το χρόνο και τα έσοδα που αφήνουν στις τοπικές κοινωνίες είναι 150 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Στην Ελλάδα, οι περιπτώσεις οικοτουρισμού είναι λίγες και συγκυριακές, δημιουργήθηκαν από την έμπνευση κάποιων ανθρώπων, χωρίς όμως κρατική υποστήριξη. Αναφέρθηκε στην πρώτη περίπτωση οικολογικής διαχείρισης στον ελλαδικό χώρο στο Εθνικό Πάρκο Δαδιάς-Λευκίμμης-Σουφλίου που διατηρούσε μεγάλη επισκεψιμότητα, όμως 6 χρόνια μετά δεν λειτουργεί, λόγω έλλειψης πόρων, τις μετατάξεις του Καλλικράτη και την αδυναμία του Φορέα Διαχείρισης να το συντηρήσει.
Ο αν. καθηγητής Θαλάσσιας Βιολογίας στο Τμήμα Επιστημών Θάλασσας του πανεπιστημίου του Αιγαίου, Δρόσος Κουτσούμπας, αναφέρθηκε στην αυξητική τάση του τουρισμού σε θαλάσσιους βιότοπους και την ανάπτυξη της «παγκόσμιας καταδυτικής βιομηχανίας».
Μέχρι το 2005 οι περιοχές που επιτρεπόταν κανείς να κάνει καταδύσεις ήταν ελάχιστες. Από τότε ο νόμος άλλαξε και πολλοί τουρίστες, οι οποίοι ως επί το πλείστον έχουν περιβαλλοντική ευαισθησία και κάποια οικονομική άνεση, επισκέπτονται περιοχές με καταδυτικές διαδρομές. Στο θαλάσσιο πάρκο της Ζακύνθου έρχονται χιλιάδες τουρίστες το χρόνο και τα έσοδα για τη Ζάκυνθο είναι πάνω από 700.000 ευρώ.
Ενδεικτικά, όπως είπε, στην Αυστραλία ταξιδεύουν 1,8 εκατομμύρια τουρίστες για καταδύσεις, ενώ στη γειτονική μας Αίγυπτο 120.000 άτομα το μήνα οδεύουν για τον ίδιο λόγο στην Ερυθρά Θάλασσα.
Τα πλεονεκτήματα του θαλάσσιου τουρισμού σε προστατευόμενες περιοχές, αν έχει προηγηθεί μελέτη και διαβούλευση με την τοπική κοινωνία, φαίνονται άμεσα: διατήρηση των αποθεμάτων βιοποικιλότητας, προστασία της φύσης, βιολογική γεωργία, εκπαίδευση και πολιτιστική ανάπτυξη των ντόπιων κοινωνιών. Ενέχει όμως τον κίνδυνο να ξεπεραστούν οι δυνατότητες των ευαίσθητων περιοχών γι' αυτό και απαιτείται σχεδιασμός.
Παράλληλα, στη διάρκεια της ημερίδας, επισημάνθηκε ότι ο τουρισμός, όπως αυτός αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, εξελίσσεται σε παράγοντα πίεσης για τα φυσικά και ανθρωπογενή οικοσυστήματα.
Οι κοινωνικές, οικονομικές πολιτιστικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις είναι πολύπλοκες και σημαντικές τόσο για το αστικό τοπίο όσο και για τα ευαίσθητα φυσικά και πολιτιστικά τοπία, στα οποία συνήθως συγκεντρώνονται οι τουριστικές δραστηριότητες.
Είναι χαρακτηριστική η φράση της Γεωργίας Κίκου, υπεύθυνης της ελληνικής εταιρείας περιβάλλοντος και πολιτισμού, «ότι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν μία περιοχή θυσιάζονται στο βωμό του κέρδους» αναφερόμενη στο παράδειγμα των νησιού των Κυκλάδων, με την πυκνοδομημένη δόμηση εις βάρος του περιβάλλοντος.
Η έμφαση στους βραχυπρόθεσμους οικονομικούς στόχους συχνά υπερισχύει των μακροπρόθεσμων περιβαλλοντικών παραμέτρων, όπως της διατήρησης και βιώσιμης χρήσης της βιοποικιλότητας, καθώς και της αειφόρου ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών, όπως χαρακτηριστικά τονίζεται.
Στη λαθεμένη ανάπτυξη του τουρισμού, για τους ομιλητές της ημερίδας, οφείλεται η αλλοίωση του αστικού περιβάλλοντος, η μείωση της βιοποικιλότητας, η καταστροφή των οικοτόπων, η καταστροφή των λιβαδιών, αλλά και η ερημοποίηση των περιοχών.
Κοινή συνισταμένη αυτών είναι ότι η στρατηγική του τουρισμού θα πρέπει να αλλάξει ρότα προς όφελος των τοπικών κοινωνιών και όχι να έχει πυξίδα το μαζικό τουρισμό.
Στην παρέμβασή της η Μαρία Μάρακα Ρωμανού, από τον ΕΟΤ, σημείωσε ότι ο τουρισμός συμβάλλει στην αύξηση της απασχόλησης των τοπικών κοινωνιών, στην ενίσχυση των παραδοσιακών δραστηριοτήτων, αλλά και στην ανάπλαση των περιοχών, όπου υπάρχει τουριστική δραστηριότητα.
Ως πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης η κ. Μάρακα παρουσίασε το Μέτσοβο, το οποίο όπως είπε, κάνει πράξη τη βιώσιμη και ισόρροπη ανάπτυξη.