Με αφορμή την επικείμενη έκδοση τις προσεχείς ημέρες του βιβλίου-λευκώματος του Συμεών Μ. Δοντά «ΡΟΔΟΣ 1850-1950 . Εκατό Χρόνια Φωτογραφίας» από τις εκδόσεις ΖΗΤΗ, η «Ροδιακή» συνεχίζει τα αφιερώματα στους πρωτοπόρους της ροδίτικης φωτογραφίας, ως ελάχιστο φόρο τιμής στους αφανείς αυτούς ήρωες στους οποίους οφείλονται όλες αυτές οι μοναδικές αποτυπώσεις του χρόνου.
Προορισμένος να βρίσκεται πίσω από τη μηχανή, ο φωτογράφος κλειδώνει το χρόνο, τον ακινητοποιεί και μας τον παραδίνει αποτυπωμένο στο φωτογραφικό χαρτί. Έτσι ο καθένας από αυτούς μας διηγείται και μία ιστορία που αργότερα μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη πηγή γνώσης του παρελθόντος.
Ο Νικόλαος Κ. Κυραμαριός γεννήθηκε στη Σύμη το 1897. Σε ηλικία 17 ετών, το 1914, μυήθηκε στην τέχνη της φωτογραφίας, παρακολουθώντας μαθήματα δι αλληλογραφίας από τις φωτογραφικές εταιρίες Ferrania και Agfa, μαζί με τον αδελφό του Μιχάλη, ο οποίος ήταν επιπλοποιός.
Το 1915 ήλθε με την οικογένεια του και εγκαταστάθηκε στο Παραδείσι (Βιλλανόβα) της Ρόδου. Το 1921 παντρεύτηκε την Πηγή Τσαμπαλιέρου και έγινε φωτογράφος, διατηρώντας όμως και επιπλοποιείο στο χωριό.
Λόγω του θανάτου του γιου του, έφυγε το 1924 στη Σύμη όπου και ασχολήθηκε επαγγελματικά ανοίγοντας φωτογραφείο, μέχρι το 1926 οπότε γύρισε ξανά στο Παραδείσι.
Μαζί με τον αδελφό του Μιχάλη ο οποίος εκτός από συνεργάτης ήταν και συμπαραστάτης του, άνοιξαν ένα επιπλοποιείο και μέσα σ αυτό κατασκεύασε ένα σκοτεινό θάλαμο για να εμφανίζει τις πλάκες και τις φωτογραφίες, ενώ φωτογράφιζε έξω στην αυλή του σπιτιού του πάντα με το φως τις ημέρας. Τα διάφορα υλικά που χρειαζόταν (πλάκες, χαρτιά, μηχανές, φάρμακα κτλ.) τα έφερνε μαζί με τον Φιλήρατο Πάχο και τον Παναγιώτη Σακελλαρίδη από την Ιταλία.
Αργότερα άνοιξε μαγαζί στο χωριό με φωτισμό πλήρως εξοπλισμένο πάντα με κατασκευές δικές του και του αδελφού Μιχάλη με τον οποίο ήταν στενά συνδεδεμένος. Για ένα διάστημα μάλιστα, λειτούργησε και κινηματογραφική αίθουσα στο Παραδείσι.
Ο Νικόλαος Κυραμαριός φωτογράφιζε συνήθως προσωπογραφίες, γάμους, κηδείες και διάφορα γεγονότα της εποχής. Ήταν αρκετά γνωστός και στα γύρω χωριά καθώς η ποιότητα της δουλειάς του προσέλκυε κόσμο από τη Θολό, τη Σορωνή, τις Φάνες, τα Μαριτσά και την Κρεμαστή.
Απέκτησε τέσσερις κόρες την Σεβαστή, Μαρία, Κατίνα, Λουκία και στο τέλος τον Λουκά ή Καλοδούκα. Έφυγε το 1991 αφήνοντας πίσω του μια λαμπρή καριέρα πολλών δεκαετιών στην φωτογραφική τέχνη και μία παρακαταθήκη 3.500 φωτογραφικών πλακών. Μαζί με τον Φιλήρατο Πάχο θεωρούνται οι πρωτοπόροι Έλληνες επαγγελματίες φωτογράφοι της Ρόδου.