Παράνομες είναι οι απολύσεις των ξενοδοχοϋπαλλήλων που ξεκίνησαν σε πολλά ξενοδοχεία του νησιού μας χωρίς να έχουν κλείσει οι μονάδες στις οποίες απασχολούνταν.
Με χτεσινή ανακοίνωσή του το σωματείο των ξενοδοχοϋπαλλήλων της Ρόδου, κάνει γνωστό στα μέλη του ότι σύμφωνα με το νόμο, οι εργασιακές σχέσεις των μισθωτών απασχολούμενων σε εποχιακές ξενοδοχειακές μονάδες λήγουν όταν σταματήσουν να λειτουργούν και οι μονάδες.
Μάλιστα τονίζεται ότι οι ατομικές συμβάσεις που υπεγράφησαν όχι με βάση την πραγματική λειτουργία του ξενοδοχείου αλλά με μικρότερο χρόνο, είναι παράνομες.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει το σωματείο «οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων εποχιακής λειτουργίας, είναι ορισμένου χρόνου, υπό την έννοια ότι λύονται μόλις παρέλθει η περίοδος λειτουργίας της μη συνεχούς λειτουργίας του ξενοδοχείου, η oποία μπορεί να διαρκέσει έως και 9 μήνες.
Εφόσον μάλιστα έχει ασκηθεί από του ξενοδ/λους το διαπλαστικό δικαίωμα προαιρέσεως για την επαναπρόσληψη και πληρούνται οι προϋποθέσεις συντέλεσης της (εγγραφή εργαζόμενου στο οικείο Σωματείο και συνδρομή των από το νόμο προϋποθέσεων πληρότητας), τότε καταρτίζεται η σύμβαση εργασίας για το σύνολο της προσεχούς τουριστικής περιόδου.
Ως εκ τούτου, οι εργασιακές σχέσεις των μισθωτών απασχολούμενων σε εποχιακές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις λήγουν με το πέρας της περιόδου λειτουργίας των επιχειρήσεων αυτών.
Είναι λοιπόν κατάδηλο, ότι η σύναψη ατομικής σύμβασης εργαζόμενου όχι ορισμένου με βάση την πραγματική λειτουργία της ξενοδοχειακής επιχείρησης, αλλά περιορισμένου χρόνου, ειδικά δε για το επαναπροσλαμβανόμενο προσωπικό, αποτελεί καταχρηστική και παράνομη πρακτική, προκειμένου να καταδολιευθούν τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Όπως καταλαβαίνετε, οι συγκεκριμένοι εργοδότες που αξιοποιούν αυτή την πρακτική εμφανίζονται ως τύποι νόμιμοι, εφόσον έχουν εκπληρώσει τις τυπικές υποχρεώσεις απλής (πλέον) τυπικής αναγγελίας της απασχόλησης στον Ο.Α.Ε.Δ., Σ.ΕΠ.Ε και στο ΙΚΑ.
Από την άλλη πλευρά οι εργαζόμενοι, , ευρίσκονται ειδικά υπό την παρούσα συγκυρία-σε καθεστώς διαρκούς απειλής απώλειας της θέσης εργασίας τους, αλλά και συχνά λόγω της άγνοιας της δυνατότητας άρνησης που έχουν, εξωθούνται σε υπογραφή των νέων αυτών συμβάσεων, καθώς η προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας είναι συνήθως κατ αποτέλεσμα
απρόσφορη, ενώ στα δικαστήρια, χρονοβόρα και δαπανηρή.
Είναι κατανοητό λοιπόν ότι με την υπογραφή ατομικών συμβάσεων κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες τα δικαιώματα του επαναπροσλαμβανόμενου αναιρούνται».