Οι «μικροί» λογοτέχνες μας αποτυπώνουν τις σκέψεις τους
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 572 ΦΟΡΕΣ
Οι μαθητές του 5ου Γυμνασίου Ρόδου αρθρογραφούν
Bαθιά κάπου μέσα μας υπάρχει ένα πολύτιμο κουτάκι, μια ανεκτίμητη περιουσία, όπου εκεί μέσα βρίσκονται προφυλαγμένες μνήμες που στο διάβα της ζωής μάς προσφέρουν θαλπωρή και συντρόφευμα, κυρίως, όταν διαβαίνουμε απόκρημνα μονοπάτια!Συνήθως, εκεί τοποθετούμε τα πιο ανθισμένα μας χρόνια, όπως και η ηρωίδα μας που ζει, ακόμη και τώρα που μεγάλωσε, συντροφευμένη από τα πρώτα της χρόνια στο χωριό, αυτήν την πρώτη της μαγική ποίηση!
Συμπαραστάτες σε αυτή την προσπάθεια των παιδιών του 5ου Γυμνασίου της Ρόδου, βρίσκο-νται οι καθηγητές Τσιόγκας Γρηγόρης και Καλαούζη Ντίνα τους οποίους για μια ακόμα φορά ευχαριστουμε θερμά.
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΖΩΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ
Όταν ήμουν μικρή, έως οχτώ χρόνων, ζούσα μαζί με την οικογένειά μου στο χωριό. Ήταν ένα, δεν θα το ‘λεγες ήσυχο ούτε μικρό, αλλά ωραίο μέρος για να ζει κανείς. Κάθε πρωί θυμάμαι που ξυπνούσα με το κελάηδημα των μικρών σπουργιτιών έξω, πάνω στους ψηλούς ξύλινους στύλους της ΔΕΗ, και όλη τη μέρα ήμουν κεφάτη και γεμάτη ενέργεια.
Ο παππούς και η γιαγιά με περίμεναν έξω στην αυλή. Δεν ήταν μεγάλη, αλλά αρκετή για να παίξω με τα ξαδέρφια και τον αδερφό μου. Και τα λουλούδια μοσχοβολούσαν πολύ έντονα, παρόλο που ήταν λιγοστά. Η γιαγιά έλεγε πως γι’ αυτό ευθυνόταν η φροντίδα που τους πρόσφερε και τα γλυκά λόγια που τους τραγουδούσε, αλλά εγώ σαν μια μικρή ρεαλίστρια «ξερόλα» που ήμουν έλεγα ότι όλα αυτά γίνονταν με τη βοήθεια του ήλιου και του δροσερού νερού.
Όμως, είναι αλήθεια ότι θα μπορούσε να βοηθάει το όμορφο τοπίο μαζί με τα μικρά σπουργιτάκια που πετούσαν από εδώ κι από εκεί, και σκεπτόμουν τότε πως αν ήμουν εγώ λουλούδι θα άνοιγα σίγουρα τα πέταλά μου από περιέργεια, να δω αν είναι τόσο όμορφα όσο το φαντάζομαι μέσα από αυτά.
Κάθε Κυριακή, πήγαινα με τον παππού και τη γιαγιά στο χωράφι για να φροντίσουμε τα λαχα-νικά, τα ζώα και φυσικά την Πέννυ. Η Πέννυ ήταν ένα μεγαλόσωμο σκυλί καφετί χρώματος που είχε εκπαιδευτεί από τον παππού να φυλάει το χωράφι. Το αγαπούσα πολύ αυτό το σκυλί και δεν υπήρχε λεπτό που να μην παίξω μαζί του. Οπότε, όσο ο παππούς πότιζε τα χόρτα και η γιαγιά τάιζε τα ζώα, εγώ έπαιζα με την Πέννυ.
Αλλά που και που τους βοηθούσα και μάθαινα όλο και περισσότερα πράγματα για τα ζώα, τα φυτά και πώς να τα φροντίζω. Στο δρόμο για τον γυρισμό δεν υπήρχε στιγμή που δεν θα βρίσκαμε συγχωριανό να πηγαίνει ή να επιστρέφει από το χωράφι του και να μην μας χαιρετήσει ή να τον χαιρετήσουμε. Αυτό, βέβαια, μας έπαιρνε αρκετή ώρα καθώς αν, για κακή μου τύχη, πετυχαίναμε κανέναν πολύ φίλο των παππούδων μου μέχρι να μιλήσουν για ό,τι είχε σχέση με άλλους χωριανούς ή για τα χωράφια μάς έπαιρνε πολλή ώρα. Και, όταν λέω πολλή, εννοώ ΠΟΛΛΗ ώρα.
Ένας λόγος που πήγαινα μαζί με τους παππούδες μου εκτός από την Πέννυ και την φρο-ντίδα των λαχανικών και των ζώων, ήταν επίσης γιατί είχα μια καλή ευκαιρία να πετύχω τον Χρήστο, το παιδικό μου φλερτ. Όποτε τον βρίσκαμε είτε ερχόταν μαζί μας είτε πήγαινα εγώ μαζί με τον μπαμπά του και εκείνον.
Ήμασταν καλοί φίλοι, σχεδόν κολλητοί. Τότε ήμουν πολύ μικρή και έτσι δυστυχώς δεν μπορώ να τον περιγράψω ακριβώς. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος. Όταν μετακόμισα μαζί με την μαμά και τον μπαμπά μου μέσα στη Ρόδο, χαθήκαμε και μετά από λίγο εγκαταστάθηκε μαζί με την δική του οικογένεια στην Αθήνα και από τότε δεν επέστρεψε πίσω. Αναρωτιέμαι αν θα με θυμάται καθόλου.
Λοιπόν, οι καιροί πέρασαν, και εγώ μεγάλωνα μαζί με τους αγαπημένους μου κοντά στο χωριό μου. Δυστυχώς, όλα τα καλά κρατάνε λίγο. Στα οχτώ μου χρόνια ήταν πια η στιγμή να πούμε αντίο στο χωριό μου, στον Χρήστο, στους παππούδες μου, στην Πέννυ, και στα όμορφα πρωινά με τις απαλές αχτίδες του ηλίου πάνω στο πρόσωπο μου και τα πουλάκια στον κήπο με τα πολύχρωμα λουλούδια στον κήπο της γιαγιάς μου. Οι γονείς μου είπαν ότι έπρεπε να φύγουμε για μια καλύτερη ζωή, που κατά την γνώμη μου καλύτερη δεν την λες.
Όταν λοιπόν ήρθε η ώρα να φύγουμε, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου το οποίο το ακολούθησε ένα άλλο και μετά ένα ακόμα, μέχρι που τα λιγοστά δάκρυα έγιναν καταρράκτης ολόκληρος! Αποχαιρέτησα τους στοργικούς μου παππούδες, όλους τους συγγενείς και φίλους μου με τα δάκρυα να κυλούν ασταμάτητα. Εκεί ήταν και ο Χρήστος.
Ακίνητος με ένα μοναχικό χαμόγελο στα χείλη και μάτια έτοιμα να δακρύσουν. Περίμενα να αρχίσουν να κυλάνε, όμως αυτό δεν συνέβη. Φαινόταν πως τα συγκρατούσε.
Με το που μπήκα στο αυτοκίνητο κατάλαβα ότι όλα πλέον θα άλλαζαν. Μετά από ένα τελευταίο χαιρετισμό, έβλεπα σιγά-σιγά τις σιλουέτες τους να λεπταίνουν και να ξεθωριάζουν, καθώς το αυτοκίνητο μας απομακρυνόταν.
Μόνο τα συναισθήματά μου για τη ζωή στο χωριό που στερήθηκα δεν ξεθώριασαν, ούτε ακόμη και σήμερα που γράφω αυτές τις αράδες. Πόσο θα ήθελα να γυρίσω τον χρόνο πίσω και να βρεθώ ξανά μαζί τους, χωρίς κανένα αυτοκίνητο να με παίρνει μακριά τους. Να μείνω εκεί. Για πάντα εκεί, κοντά τους!
Αναστασά Μαρία
Γ΄ Τάξη

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News