Η έρευνα της Τίτσας Πιπίνου «Έθιμα Προίκας και Υποχρεώσεις Νύφης στην Οικογένεια του Γαμπρού»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1647 ΦΟΡΕΣ
Γράφει η Μαίρη Παπανδρέου
Πολλές κι ενδιαφέρουσες οι παρουσιάσεις των 68 ομιλητών που συμμετείχαν στο ΙΘ΄ Πολιτιστικό Συμπόσιο της Σ.Γ.Τ.Δ. Τα θέματα ποικίλα, κάλυπταν όλες τις προτιμήσεις κι ενδιαφέροντα των ακρατών.
Πέρα όμως από την πληροφόρηση και τον εμπλουτισμό της ‘Γνώσης’, πολλά θέματα και ιδιαίτερα ο τρόπος που παρουσιάζονταν, κρατούσε σε εγρήγορση τη σκέψη και σου γεννούσε ερωτήματα, σχετικά με το «τι άλλαξε» ή «τι ουσιαστικά δεν άλλαξε» από την κοινωνία του «χθες», αλλά απλώς «καμουφλαρίστηκε» ή «μετονομάστηκε», και βέβαια έφερνε τον ακροατή, μπροστά σε ερωτήματα σχετικά με τις αιτίες που διαμόρφωσαν το σήμερα.
Η εμπεριστατωμένη κοινωνική έρευνα της Τίτσας Πιπίνου, δοσμένη με σαφήνεια και λογοτεχνική δομή «Έθιμα Προίκας και Υποχρεώσεις Νύφης στην Οικογένεια του Γαμπρού» στα Δωδεκάνησα, δεν ήταν απλώς μια ιστορική αναδρομή, αλλά μία κοινωνιο-οικονομική μελέτη, δοσμένη με ευκρίνια, αμεσότητα. Η Τίτσα Πιπίνου, είναι πολυγραφότατη συγγραφέας, με περισσότερα από δέκα εκδόσεις μυθιστορημάτων και δοκιμίων, πολλά εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί σε Ευρωπαϊκές γλώσσες, ενώ παράλληλα, εδώ και δεκαετίες κείμενά της δημοσιεύονται στις επίτομες εκδόσεις του Στρατή Φιλιππότη «Ημερολόγιο Αρχιπελάγους» και «Αθηναϊκό Ημερολόγιο», όπως και σε «Ανθολογίες», και διατηρεί εβδομαδιαία ραδιοφωνική εκπομπή, επί δεκαετίες. Η Τίτσα Πιπίνου, γεννήθηκε και ζει στη Ρόδο, εκτός από μια περίοδο σπουδών γλώσσας στην Αγγλία.
Το ενδιαφέρον θέμα της «Έθιμα Προίκας και Υποχρεώσεις Νύφης στην Οικογένεια του Γαμπρού» στα Δωδεκάνησα, με γλαφυρότητα πληροφορούσε, αλλά παράλληλα ξύπνησε μνήμες κι έφερε τον ακροατή μπροστά σε προβληματισμούς, για το τι συμβαίνει σήμερα. Διευκρίνισε η έγκριτη συγγραφέας, ότι: «Το έθιμο της προίκας στα Δωδεκάνησα, υπήρξε ένα έντονο κοινωνικό φαινόμενο και σε μεγάλο βαθμο διατηρείται ακόμη μέχρι τις ημέρες μας σε μικρότερα νησιά και χωριά και μάλιστα με τρόπο αναμφισβήτητο. Ακόμη και σήμερα που η γυναίκα μορφώνεται, εργάζεται και νομικά θεωρείται ισότιμη».
Η ‘αλήθεια’ στην ομιλία της Τίτσας Πιπίνου, φανερωνόταν σε κάθε της φράση, χωρίς κριτική ή επίκριση, σκιαγραφώντας την πραγματικότητα. Μας διευκρίνισε ότι «η προίκα ήταν ευθέως ανάλογη με την οικονομική επιφάνεια της οικογένειας της νύφης, με την οικογένεια του γαμπρού…», και « τη σειρά γέννησης του κοριτσιού. Αν ήταν η πρωτότοκη έπαιρνε τα περισσότερα. Οι υστερότοκες έπαιρναν ότι περίσσευε ή τίποτα ή περίμεναν τα αδέλφια τους να εργαστούν συνήθως μετανάστες», για να τις προικισθούν, και γι αυτό το λόγο, πολλοί άνδρες «παντρεύονταν μεσήλικες, για τα μέτρα της εποχής, λόγω όλων αυτών τα βαρών που τους φόρτωνε η οικογένεια».
Ανέλυσε τις έννοιες της «κανακαράς και του κανακάρη, που σημαίνει το πρώτο κορίτσι και το πρώτο αγόρι της οικογένειας» και «πως αυτό το φαινόμενο δημιουργεί αδικίες στα υπόλοιπα παιδιά». Αναφέρθηκε στο Καρπάθικο έθιμο που «η περιουσία δίνεται με την τέλεση του γάμου και όχι όταν πεθάνουν οι γονείς», και εξήγησε πως «η σειρά γέννησης και η επιλογή του ονόματος δημιουργεί συχνά ιδιαίτερες καταστάσεις», και αυτή η επιλογή, γίνεται με αυστηρά εθιμοτυπικά κριτήρια.
«Τα προικοσύμφωνα συντάσσονται με κάθε λεπτομέρεια με αξιόπιστους μάρτυρες και θεωρούνται επίσημα νομικά έγγραφα» και η νύφη «μετά το γάμο της είναι υποχρεωμένη να ενεργεί σύμφωνα με τις επιθυμίες του συζύγου ή της πεθεράς. Ακόμα και η μητέρα της νύφης έχει υποχρεώσεις προς την πεθερά της κόρης». «Πεθερά, σημαίνει το πιο σημαντικό πρόσωπο σε μια οικογένεια, αφού αυτή είχε τον κύριο λόγο στην επιλογή συζύγων για τα παιδιά της και σε κάθε τι που συνέβαινε στη ζωή τους», υπογραμμίζοντας τις «καθαρά μητριαρχικές κοινωνίες», επεξηγώντας τα αίτια της δημιουργίας τους.
Εντυπωσίασε με την ενδελεχή παρουσίαση του θέματος, που ο γαμπρός, με την προίκα που έπαιρνε σε χρυσές λίρες, μπορούσε να «προικίσει» τη δική του αδελφή, κι έδωσε χαρακτηριστικές περιπτώσεις, φυσικά διατηρώντας την ανωνυμία των ‘πρωταγωνιστών’. Είπε: «Η γυναίκα λοιπόν, ήταν υποχρεωμένη αγόγγυστα να δέχεται με την εργασία του συζύγου της, να φτιάχνει την προίκα της αδελφής του ή και να της δίνει μέρος της προίκας που δέχθηκε ο ίδιος.».
«Στη Ρόδο, το Καστελλόριζο και άλλα νησιά, ο γαμπρός ακόμη και πριν παντρευτεί μπορούσε να δώσει μέρος των χρυσών λιρών που λάμβανε σαν προκαταβολή με την υπόσχεση γάμου, στη δική του αδελφή, ώστε να τα δώσει και αυτή σαν προίκα. Συχνά και ο δικός της μνηστήρας τα έδινε αμέσως, για να κατοχυρώσει και η δική του αδελφή γαμπρό. Μια σκυταλοδρομία χρυσών λυρών», παρατηρεί εύστοχα η Τίτσα Πιπίνου. Αναφέρθηκε και σε περιπτώσεις που οι γονείς της νύφης κάλυπταν τα έξοδα για τις σπουδές του γαμπρού».
Δεν παρέλειψε ν’ αναφερθεί η συγγραφέας Τίτσα Πιπίνου και σε άλλες υποχρεώσεις της νύφης, όπως: «να φιλοξενεί αδιαμαρτύρητα για χρόνια ή και για όλη της τη ζωή, συγγενείς του συζύγου στο σπίτι της, να μαγειρεύει για αυτούς, να τους γιατροπορεύει σαν κανονική υπηρέτρια», «να φιλοξενεί τα παιδιά τους, για όσο χρόνο χρειάζονταν για να πάνε στο γυμνάσιο σε περίπτωση που οι γονείς έμεναν σε χωριό, ή στο πανεπιστήμιο. Η οικογένεια δεν είχε καμία σχέση με αυτό που σήμερα εννοούμε οικογένεια». Όμως, κατέληξε επισημαίνοντας: «Υπήρχε βέβαια έντονα το συναίσθημα της αλληλεγγύης που σήμερα έχει ατονήσει».

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News