«Το Παλιό Ξενοδοχείο» της Τίτσας Πιπίνου

«Το Παλιό Ξενοδοχείο»  της Τίτσας Πιπίνου

«Το Παλιό Ξενοδοχείο» της Τίτσας Πιπίνου

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 520 ΦΟΡΕΣ

Tο πρόσφατο βιβλίο της πολυγραφότατης Ροδίτισσας συγγραφέας Τίτσας Πιπίνου, «Το Παλιό Ξενοδοχείο», εκδόσεις «διόπτρα», εύχεσαι οι 303 σελίδες του, να μην τελειώσουν, καθώς διαβάζονται απνευστί. Είναι το ένατο μυθιστόρημά της και στο νου σου έρχονται οι στίχοι του ποιητή: «…και όταν θα πας στα πιο ψηλά/ πάντα το ψηλότερα θα υπάρχει…» και πραγματικά, η συγγραφέας μας ανεβάζει όλο και ψηλότερα.

«Το Παλιό Ξενοδοχείο», ξεπερνάει τα όρια του μυθιστορήματος, καθώς υφαίνει με αόρατες κλωστές που τραβάει απ’ την καρδιά της, κι ενώνει το ‘χθες’ με το ‘σήμερα’ το εκθαμβωτικό φως της Ρόδου με τον Αττικό γαλάζιο ουρανό της Αθήνας, την θαμπή ατμόσφαιρα της Πράγας με την μοναχική Βιέννη. Ξεπερνάει τα όρια του μυθιστορήματος και γίνεται έγκυρος και συναρπαστικός ‘ταξιδιωτικός και συνάμα ιστορικός οδηγός’, των πόλεων όπου ‘εκτυλίσσεται’ η ιστορία, και κερδίζει τον αναγνώστη με την εντυπωσιακή περιγραφή των χαρακτήρων και τα έντονα συναισθήματα, τα τέλεια ψυχογραφήματα, με επιστημονική γνώση και λογοτεχνική έκφραση.

Η Τίτσα Πιπίνου, σκιαγραφεί με συναρπαστικό τρόπο, την κοινωνία του ’60, αλλά και το σήμερα και τα προβλήματά τους, με γνώση, πλούσια λογοτεχνική έκφραση και διεισδυτικό βλέμμα. Ιδιαίτερα, για όσους έχουν ζήσει τη Ρόδο τη δεκαετία του ’60, και την Αθήνα την ίδια περίπου περίοδο, αφυπνίζει αναμνήσεις μακρινές αλλά όχι ξεχασμένες, νοσταλγία για το ‘χθες’ και κατανόηση για τα προβλήματα της κάθε εποχής. Οι ολοζώντανες κι εντυπωσιακές περιγραφές των πόλεων όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα, δίδονται με πρωτότυπο τρόπο, όπως στην Πράγα: «Οι στέγες σαν τα καπέλα των μαγισσών…», «Τα κεραμίδα του απέναντι σπιτιού σε σχήμα που θυμίζουν λέπια ψαριού ή καλύτερα από γοργόνα…».

‘Ζωγραφίζει με λόγια’ τα θολά κι ακίνητα νερά των ποταμών της Πράγας και της Βιέννης, το ψηλόβροχο που διαπερνά τα ρούχα και φτάνει στην ψυχή και τα φανερά ή αφανέρωτα προβλήματα που δημιουργούνται από κοινωνικές καταστάσεις, και ανείπωτα συναισθήματα. Πρωτότυποι χαρακτηρισμοί, όπως «απειλητική γοητεία», «ικετευτικός θαυμασμός», «ο δρόμος που ερχόταν από το παρελθόν», «…η θάλασσα είναι φουρτουνιασμένη και αφροί σχηματίζουν αιθέριες δαντέλες στην επιφάνειά της…», κι ακόμα περισσότερο, η απόδοση ψυχολογικών καταστάσεων όπως: «…πότε μου δημιουργούσε φόβο και πότε η ηδονή του φόβου ήταν πιο δυνατή από τον ίδιο τον φόβο…», «…υπήρχε κάτι το σκοτεινό και ερεβώδες σε αυτόν τον άνδρα που με τραβούσε…».

Οι γεμάτες πάθος ερωτικές στιγμές, περιγράφονται χωρίς να ξεπέφτουν σε αισθησιασμό ή μελοδραματισμούς «…Τα μέλη του σώματός μου που απλά υπήρχαν, τα ένιωσα για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ… Ένιωσα τόσο βαθειά πληρότητα, που εκείνες τις στιγμές δεν είχα τίποτε άλλο ανάγκη από το να βρίσκομαι εκεί, μόνο εκεί.» Εκφράζει τα «ανάμικτα συναισθήματα» που κυρίευαν την ηρωίδα, όπως, «…Σμίγαμε και χαρίζαμε με απελπισία», «…πόσο ανόητη, πόσο άπειρη υπήρξα εκείνη την εποχή, ώστε να νομίζω ότι αρκούσε να απομακρυνθώ από τον Δημήτρη για να τον κάνω να μην υπάρχει.»

Υπογραμμίζει και την καθοριστική για τη ζωή, σημαντικότητα του παρελθόντος, διατυπώνοντας: «Ήμουν ακόμα πολύ νέα, πολύ άπειρη, και το παρελθόν δεν είχε σημασία.»
«Σιγά σιγά άλλαζε και γινόταν ένας άνδρας άγνωστος σε εμένα αλλά μαζί με αυτόν άλλαζαν και οι φίλοι, οι γνωστοί, άλλαζε ο κόσμος που μας περίβαλλε, κι έτσι ίσως κανείς δεν το κατάλαβε ακόμη».

Σίγουρα, κάποιες ‘αλλαγές’ συντελούνται τόσο αργά και ύπουλα, που τις νιώθεις μόνον όταν είναι πλέον πολύ αργά. «…Βαθειά μοναξιά με κυρίεψε», εξομολογείται η ηρωίδα. Μας ωθεί η Τίτσα Πιπίνου, να κοιτάξομε με ειλικρίνεια γύρω μας, αλλά κυρίως μέσα μας και να διαπιστώσομε αυτό που τόσο έντονα περιγράφει: «… τις ώρες στο τηλέφωνο με την Μαριάνθη (την επιστήθια φίλη της) τις νύχτες, για να επικοινωνήσω ασήμαντα νέα της μέρας και έτσι να σκοτώσω τον χρόνο της ζωής μου. Αυτό ακριβώς, σκότωνα τον χρόνο της ζωής μου.»

Κάνει ταυτόχρονα τη διευκρίνιση: «‘Σύζυγος’ κι όχι άνδρας’, γιατί το δεύτερο είχε κάτι το κτητικό που ήθελα να αποφύγω εκείνη τη στιγμή…». Η γνωστή Αθηναϊκή καντάδα, σοφά διατυπώνει: «Η πρώτη αγάπη, δεν λησμονιέται…» και η συγγραφέας, μας το επιβεβαιώνει, καθώς η τρυφερότητα, εκφράζεται ακόμα και με την αίσθηση της ‘γεωγραφικής’ εγγύτητας με το αγαπημένο πρόσωπο: «Τουλάχιστον τώρα ήξερα ότι ήμασταν στην ίδια πόλη. Όταν έβρεχε στον δρόμο μου, έβρεχε και στον δικό του. Ζούσαμε το ίδιο Φθινόπωρο, το ίδιο ζεστό καλοκαίρι…κυκλοφορούσε στους ίδιους δρόμους κι ας μη συναντιόμασταν ποτέ.»

Η ηρωίδα της, «…στη μοναξιά του μεγάλου σπιτιού», κατανοεί την «εύθραυστη ισορροπία» που ζούσε, «…απελπισμένη από μοναξιά και απογοήτευση», και συνταράζει το συναίσθημα, καθώς μονολογεί: «…εδώ και καιρό υπέφερα από αγάπη ή πιο σωστά από την έλλειψή της. Πάντα από αγάπη υποφέρουμε ακόμη κι αν δεν το ξέρουμε.» Περιγράφει με σαφήνεια ψυχολογικές καταστάσεις που λίγο-πολύ οι περισσότεροι βιώσαμε, «…Δεν ήξερα αν ήμουν θυμωμένη, λυπημένη ή απογοητευμένη.»

Και ο ‘αμυντικός μηχανισμός της Εκλογίκευσης’, όπως μας εξηγεί η Ψυχολογία, διατυπώνεται άμεσα και απλά, από την συγγραφέα: «Στην πραγματικότητα, δεν έχασα τίποτα που να είχα, σκέφτομαι.» Ψυχολογικά σωστές και οι τοποθετήσεις: «Η τάξη και το πρόγραμμα είναι ένα τέχνασμα για να κάνει τη ζωή υποφερτή, όταν είσαι παντελώς μόνος…». Παρατηρεί πως οι αργόσχολοι και οι μόνοι «…προσπαθούν να πιάσουν κουβέντα με την πρόφαση του καιρού…». Συγκλονιστικά αληθινό: «…εκείνη, δεν ζητούσε ποτέ τίποτα και έτσι δεν ήταν δύσκολο να την ξεχνάει για μεγάλα διαστήματα.»

Τα ονόματα των ηρώων, σοφά επιλεγμένα, προϊδεάζουν για τους χαρακτήρες και την πλοκή του μυθιστορήματος, που αναμφισβήτητα είναι προσωπικότητες που συναντάμε γύρω μας και εκφράζουν την αιώνια αναζήτηση για «ηρεμία και συντροφικότητα», που φέρνει αναπάντεχες αντιδράσεις και απρόσμενες λύσεις, όπως είναι και οι ανθρώπινες ιστορίες, που τόσο έντονα περιγράφει η Τίτσα Πιπίνου – ιστορίες και μονόλογοι, που ίσως ζήσαμε κάποτε κι εμείς: «…Χαμένος στην έρημο της μοναξιάς της πόλης και των ανθρώπων, που αναρωτήθηκε αν ποτέ αγαπήθηκε.»

Ο άνδρας που «πλανάται ήδη σε ένα κόσμο ονείρων», και όμως η συγγραφέας δίνει αισιόδοξη πνοή: «…Είναι υπέροχο, υπάρχει κάποιος στην πόλη αυτή, στην συγκεκριμένη περίπτωση μια γυναίκα, που μπορεί να κάνει το ίδιο. Να ακούει μουσική και να τον σκέφτεται. Δεν θέλει να τη συναντήσει.» Το τέλος του μυθιστορήματος, αναπάντεχο. Το ταξίδι στο χώρο και στο χώρο, συναρπαστικό, εύχεσαι να μην είχε τελειώσει.


Της Μαίρης Παπανδρέου

Διαβάστε ακόμη

Τρύφωνας Δάρας: Η δημοσιότητα των πλειστηριασμών ως εγγύηση δικαιοσύνης

Μαρία Καρίκη: Πόσος θυμός μπορεί να έχει συσσωρευτεί μέσα σου;

Γ. Χατζής: «Προτιμώ να βλέπουμε τη σεζόν με αισιοδοξία αλλά πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι και σε εγρήγορση»

Θάνος Ζέλκας: Οι μικρές ήττες της καθημερινής ανθρωπιάς

Αγαπητός Ξάνθης: Λίγα λόγια για την «άλλη πλευρά» του Παντελή Ζώταλη

Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος: «Ο ρόλος της Ελλάδας σε ένα ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ»

Σπύρος Γεραβέλης: Οι Αρχαιολογικοί χώροι ως Κιβωτοί βιοποικιλότητας καιη διαχείρισή τους

Γιάννης Σαμαρτζής: Τα Δίδυμα Ελλείμματα: Ο πρώην «εφιάλτης» της ελληνικής οικονομίας