Χάνονται οι πλανόδιοι μικροπωλητές της Ρόδου
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1606 ΦΟΡΕΣ
Η λαογραφία των φτωχών και των αδυνάτων
Γράφει ο Κυριάκος Μ. Χονδρός
chondros.kyr@gmail.com
Η ελληνική λαογραφία είναι μια επιστήμη που καλείται να ερευνήσει, να καταγράψει και να διαφυλάξει ακόμα κεφάλαια του λαϊκού πολιτισμού, από τις πόλεις και την ύπαιθρο. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ευρεία αστικοποίηση οδήγησαν τη λαογραφία να στραφεί προς την ανανοηματοδότηδη της έννοιας του λαού.
Οι μικροπωλητές, αποτελούν ένα αχαρτογράφητο πεδίο, άξιο καταγραφής αφού χάνεται η παρουσία τους από τους δρόμους της πόλης μας, εξαιτίας της απελπιστικής κατάστασης που αντιμετωπίζουν αυτοί αλλά και οι επαγγελματίες.
Αποκορύφωμα της οικονομικής κρίσης που ήδη έχει εμφανιστεί σε πολλούς τομείς της κοινωνικής ζωή, είναι η απουσία τους.
Υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες πλανόδιων μικροπωλητών στο νησί της Ρόδου και πιο συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα, στην πόλη.
Η μια κατηγορία είναι εκείνη που την αποτελούν άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στα πανηγύρια έξω και κοντά σε εκκλησίες και μοναστήρια, διατηρούν πάγκους και πουλούν ρούχα, παπούτσια, παιχνίδια, σουβλάκια, εκκλησιαστικά είδη και άλλα. Αρκετοί χρησιμοποιούν και ηλεκτρογεννήτριες.
Η άλλη κατηγορία είναι εκείνη που την απαρτίζουν άνθρωποι που κουβαλούν με τα χέρια ή με το ώμο μικρές ποσότητες εμπορευμάτων.
Και οι δύο κατηγορίες χαρακτηρίζονται από κουραστική επαγγελματική ενασχόληση αφού απαιτεί ορθοστασία και ποδαρόδρομο κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες.
Αυτή η δεύτερη κατηγορία, έχει πληγεί ανεπανόρθωτα λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης.
Οι πλανόδιοι μικροπωλητές, αρκετοί από τους οποίους δεν έχουν εξασφαλίσει σχετική άδεια για πώληση των προϊόντων τους εργάζονται (ή εργαζόντουσαν) παράνομα σε συνθήκες άγχους και φόβου.
Έτσι έχουμε και λέμε:
Χάθηκε ο πωλητής του φρέσκου χωριάτικου ροδίτικου ψωμιού που μοσχοβολούσε και καθώς ήταν ζεστό - ζεστό σε προξενούσε την επιθυμία να το κόψεις με το χέρι και να το φας. Ο πωλητής αυτός έπαιρνε τα ψωμιά από το φούρνο, τα τοποθετούσε σε ένα καθαρό τσουβάλι, τα φόρτωνε στον ώμο και γυρνούσε να τα πουλήσει.
Χάθηκε το νέο παιδί που πουλούσε φιστίκια και λουμπουνάρια, για να βοηθήσει την πολυμελή οικογένειά του.
Χάθηκε μια νέα που πουλούσε τυρόπιτες και ψιμύθια, γιατί κανείς δεν την προσλάβαινε.
Χάθηκε ο πωλητής που πουλούσε φράουλες από το Παραδείσι, γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται.
Χάθηκαν πλανόδιοι οργανοπαίχτες –όλοι αλλοδαποί- αφού δεν υπάρχει πλέον τουρισμός.
Χάθηκε εκείνος που πουλούσε κάπαρη σε βαζάκια με άλμη.
Χάθηκαν όσοι πουλούσαν φρούτα όπως σύκα, φραγκόσυκα, σταφύλια κ.ά.
Χάθηκαν οι τσιγγάνοι που έκαναν επιδιορθώσεις σε καρέκλες ψάθινες.
Δεν χάθηκαν (ακόμη) οι λαχειοπώλες, ούτε εκείνοι που πουλούν κάλτσες και αντρικά εσώρουχα, μα και εκείνοι από την Κρήτη που πουλούν και μέλι και τυριά της πατρίδας τους.
Σταθερά στέκουν τα επαγγέλματα της ζητιανιάς, της πορνείας και των αρωματικών τσιγάρων…
Ακόμα υπάρχουν πωλητές (κυρίως αλλοδαποί) με βασιλικά και άλλα φυτά, με πλαστικά μπαλόνια, με χλαπάτσες και παιχνίδια για μικρά παιδιά.
Όλα αυτά τα επαγγέλματα αποτελούν δουλειές του δρόμου. Δουλειές του ποδαριού. Δουλειές χωρίς κεφάλαιο. Μακριά από την Εφορία, από ενοίκια και προσωπικό. Αλλά και δουλειές με αμφίβολη επιτυχία.
Καταγράφοντας όλα αυτά, η σκέψη μας, στρέφεται στη Ρόδο του χθες, στην πόλη της Ρόδου μετά την Απελευθέρωση.
Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς;
Τα καροτσάκια που πουλούσαν μαλλί της γριάς, παγωτό, παγωμένα αναψυκτικά, στο Μαντράκι, με ανθρώπους καλοσυνάτους ντυμένους στα άσπρα;
Να θυμηθούμε πως έδιναν και ονόματα σ’ αυτά τα καρότσια τους όπως «Διαγόρας», «Δωριεύς», «Κολοσσός» κ.ά.
Να μη ξεχάσουμε ακόμα τα άλλα σταθερά καροτσάκια γύρω και πίσω από τη Νέα Αγορά που πουλούσαν καραμέλες, σοκολάτες ξηρούς καρπούς σε χωνάκια και τόσα άλλα προϊόντα που τρέλαναν τα παιδιά.
Κι ακόμη να θυμηθούμε τον κύριο Γιάννη τον Θολοενό τον άνθρωπο που πουλούσε παστέλια όρθιος στην πλατεία Σύμης. ντυμένος με καθαρή άσπρη μπλούζα. Και πόσοι ακόμα συνάνθρωποί μας μικροπωλητές έφυγαν από τη ζωή… Μπορούμε να γεμίσουμε ένα βιβλίο.
Ο κόσμος τότε ήταν περισσότερο φιλότιμος, ανθρώπινος υπήρχε αλληλεγγύη.
Συνείδηση και τιμιότητα.
Τώρα δεν μπορώ και δεν θέλω να πιστέψω πως ήρθε η ανθρωποφαγία και επιστροφή στο Μεσαίωνα.
Όσο για την εξαφάνιση των πλανόδιων μικροπωλητών, αλλά και των μικρών και μεσαίων μαγαζιών, δεν φταίει ο μόνο κορωνοϊός αλλά και εμείς οι ίδιοι έχουμε μέρος της ευθύνης.
Ένας πελάτης σε γερμανικό πολυκατάστημα κρατώντας δύο καρότσια με ψώνια, λέει στην ταμία:
-Ξέρετε ότι με τα σουπερ-μάρκετ σας έχετε κλείσει πλανόδιους και μικρομάγαζα;
-Προχωρήστε, κύριε, να τα «χτυπήσω» και να πληρώσετε.


Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News