Βίκυ Γεωργιάδη-Χιώτη (Η Αρχόντισσα της Ρόδου)
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 288 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο
Σεραφείμ Αθανασίου
Με τους Δωδεκανησίους και ιδιαίτερα με τους Ροδίτες συνδέομαι πάνω από εβδομήντα τόσα χρόνια και εννοώ από την Απελευθέρωση της Δωδεκανήσου (31 Μαρτίου 1947).
Για να ακριβολογώ ο φιλικός μου δεσμός είχε αρχίσει από το απόγευμα της 29ης Μαρτίου 1947, τότε δηλαδή που το Αρματαγωγό «Χίος» αγκυροβολούσε στο Λιμάνι της Ρόδου μεταφέροντας την αστυνομική δύναμη της Χωροφυλακής η οποία προοριζόταν για το νησί τους και μέσα σε αυτή τη δύναμη συμπεριλαμβανόταν και η αφεντιά μου.
Εκείνο το απόγευμα ο ξέφρενος και σε χιλιάδες ατόμων Λαός της υποδεχόταν τους απελευθερωτές (έτσι μας έλεγαν) και αυτός ο λαός είχε κατακλύσει όλο το φαρδύ της δρόμο που άρχιζε από το τελωνείο και έφτανε μέχρι το εσωτερικό της πόλεως (Λεωφόρος Μανδρακίου).
Με εκείνη την ανέλπιστη υποδοχή μας και ακούγοντας τις συγκινητικές ιαχές τους ανακατεμένες με κωδωνοκρουσίες, βροντές από δυναμίτες που είχαν «σπείρει» στο Μόντε Σμιθ και σφυρίγματα πλοίων πολλοί συνάδελφοι, που βρισκόμαστε στο κατάστρωμα του «Χίος», είχαμε φορτιστεί και κλαίγαμε.
Αλλά περισσότερο συγκινημένοι ήταν οι Αξιωματικοί μας οι οποίοι στην μπούκα πόρτα του πλοίου αντάλλασσαν χειραψίες και φιλοφρονήσεις με τις αρχές της πόλεως που είχαν έρθει να μας καλωσορίσουν.
Μεταξύ των Αξιωματικών που υποδεχόντουσαν τους προσερχόμενους ήταν και ο Αντισυνταγματάρχης Χωροφυλακής Αλέξανδρος Γεωργιάδης ο οποίος στη συνέχεια και για χρόνια ήταν ο πρώτος Διοικητής Διοικήσεως Χωροφυλακής Ρόδου.
Εκεί στο Λιμάνι το απόγευμα της 29ης Μαρτίου 1947 θυμάμαι πως έγινε κάποια «αναταραχή» και αστραπιαία σε όλους μας είχε διαδοθεί ότι δύο Αξιωματικοί μας (αργότερα μάθαμε ότι ήταν ο Αντ/ρχης Αλέξανδρος Γεωργιάδης και ο υπομοίραρχος Νίκος Κοντορίνης (καταγόταν από τη Σύμη) από τη μεγάλη τους συγκίνηση (ιδιαίτερα ο Κοντορίνης που ήταν Δωδεκανήσιος και στο πετσί του οι πρόγονοί του και ο ίδιος είχαν γνωρίσει τη σκλαβιά) με εκείνα τα «πρωτόγνωρα» που έβλεπαν και βλέπαμε με την υποδοχή που μας γινόταν αισθάνθηκαν μια δυνατή αδιαθεσία και έτρεξαν κοντά τους ακόμη και γιατροί που βρισκόντουσαν ανάμεσα στον κόσμο της υποδοχής προκειμένου να τους παράσχουν ιατρική βοήθεια.
Ο Αλέξανδρος Γεωργιάδης ως Διοικητής της Διοικήσεως και έναντι των υφισταμένων του υπήρξε μεν δίκαιος αλλά αυστηρός στην τήρηση των Κανονισμών Χωροφυλακής και, εμείς οι μικρότεροι, προσπαθούσαμε να μη δίνουμε αφορμή για τιμωρίες και όσο μας ήταν δυνατόν αποφεύγαμε ακόμη και τη συνάντηση μαζί του θέλοντας να παραμένουμε «άγνωστοι».
Άλλωστε εκείνος στο γραφείο του εργαζόταν ενώ εμείς εκτελούσαμε μάχιμη υπηρεσία.
Κάποια Κυριακή σχεδόν μεσημέρι ο αστυνόμος μας Μοίραρχος Σκορδέλης Νίκος μου δίνει έναν κλειστό φάκελο με εντολή να τον παραδώσω αμέσως στον Διοικητή της Διοικήσεως που βρισκόταν στο σπίτι του.
Πήρα τον φάκελο, όμως είχα παγώσει! Τι μου γινόταν τώρα. Εκεί που προσπαθούσα να μένω άγνωστος στον αυστηρό Διοικητή με έστελνε στο σπίτι του οπότε αν δεν ήμουνα και καλά ξυρισμένος, έλεγα, την είχα άσχημα!
Σουλουπώθηκα όσο μπορούσα καλύτερα και με πολλά καρδιοχτύπια πηγαίνοντας στο σπίτι του κτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε η σύζυγός του λέγοντάς μου «καλώς τον» χωρίς να με γνωρίζει ενώ εγώ αραιά και πού την έβλεπα όταν μερικά απογεύματα Κυριακών καθόντουσαν στο Ακταίον και εγώ ήμουνα στην παραλία κινητός τροχονόμος.
Περνώντας στο εσωτερικό του πράγματι ωραίου σπιτιού βρέθηκα σε ένα ευρύχωρο διάδρομο σε μήκος και πλάτος στο βάθος του οποίου είδα τον Διοικητή μας να περπατά στα τέσσερα και στους ώμους του να έχει ένα μικρό κοριτσάκι 8- 9 ετών το οποίο, κρατώντας κάποια βεργούλα, χτύπαγε το …υποζύγιό της, λέγοντάς του «ντε, ντέ».
Μόλις με είδε σηκώθηκε και γελώντας ήρθε κοντά μου και πήρε τον φάκελο ενώ το μικρό είχε κατσουφιάσει επειδή ίσως είχε θυμώσει γιατί το είχα διακόψει από τη βόλτα του στα καπούλια του αλόγου της.
Πήγα να φύγω αλλά δεν με άφησαν λέγοντάς μου ότι είναι ώρα φαγητού και να καθίσω και εγώ στο τραπέζι τους.
Ντρεπόμουνα και αφού τους ευχαρίστησα με διάφορες δικαιολογίες ήθελα να κατεβώ ει δυνατόν δυο-δυο τα σκαλοπάτια της εξωτερικής σκάλας.
Στο κάλεσμα της συζύγου του να καθίσω για φαγητό επενέβη και ο «αυστηρός» Διοικητής μας και παρά το ότι στην αρχή έλεγα πότε να «εξαφανιστώ», στη συνέχεια μαζί τους έφαγα και μάλιστα θυμάμαι πως τη μέρα κείνη ήρθε στο σπίτι και ο χωροφύλακας Γιώργος Μαρκόπουλος ο οποίος πριν έρθει στη Ρόδο γνώριζε καλά τον Διοικητή και χαμηλόφωνα μου έλεγε ότι η κ. Ελένη (σύζυγος) και ο κ. Διοικητής είναι οι καλύτεροι άνθρωποι του κόσμου!
Δεν πέρασαν πολλές μέρες από τη μέρα που μαζί τους είχα φάει και ο Διοικητής με καλεί στο γραφείο του λέγοντάς μου ότι ήθελε μαζί με ακόμα ένα συνάδελφό μου τροχονόμο να μάθουμε το κοριτσάκι του ποδήλατο και παράλληλα να του κάνουμε και μάθημα στο τι να προσέχει όταν κυκλοφορεί με αυτό.
Με τον τροχονόμο συνάδελφο και περισσότερο φίλο μου Πέτρο Στάμο εκεί που σήμερα βρίσκεται το Μέγαρο του Ο.Τ.Ε. (25ης Μαρτίου με Αμερικής) προ της Ακαδημίας Ρόδου που τότε ήταν ένα απέραντο οικόπεδο για πολλά απογεύματα εκπαιδεύαμε το μικρό κοριτσάκι του Διοικητού μας το οποίο πολλές φορές έχανε την ισορροπία του και το κρατούσαμε να μη μας πέσει και τότε δικαιολογημένα δεν θα γλυτώναμε την τιμωρία μας!
Υπηρετώντας στη Ρόδο είχα γνωριστεί καλά με την οικογένεια του Διοικητού μας και σε αραιά χρονικά διαστήματα, ιδιαίτερα μετά την αποστρατεία του, τον επισκεπτόμουνα άλλοτε μόνος και άλλοτε με τη δική μου οικογένεια και αυτό γινόταν μέχρις ότου με μετάθεση έφυγα από τη Ρόδο, οπότε σταμάτησαν οι επαφές μας.
Τα χρόνια πέρασαν και πολλοί άνθρωποι χάθηκαν όπως χάθηκαν και οι γονείς εκείνου του μικρού κοριτσιού όμως πριν φύγουν είχαν προλάβει να δουν τη μικρή τους κόρη να μεγαλώνει και να αποκτά δική της ευτυχισμένη οικογένεια!
Από τη Ρόδο πολλά χρόνια απουσίαζα. Όμως το 1999 για λίγες μέρες εκεί βρέθηκα και την κόρη του πολιού μας Διοικητού Χωροφυλακής επισκέφθηκα και όταν με είδε έκανε τόση χαρά και η κουβέντα μας, πέρα από τους καλούς της γονείς, περιστράφηκε και στα μαθήματα που της κάναμε εγώ με τον φίλο μου Πέτρο Στάμο. Περιληπτικά έγραψα τα πιο πάνω επειδή τη σημερινή μου γραφή αλλού θέλω να την εστιάσω.
Η εκδότρια της αγαπημένης μου εφημερίδας «Η Ροδιακή» κ. Λίζα Τσοπανάκη μια μέρα και πριν δύο ή και τρία ίσως χρόνια με πήρε τηλέφωνο και μου είπε πως:
Επειδή γνωρίζει την αγάπη που τρέφω για τη Ρόδο τελείως δωρεάν με συνέδεσε με την ηλεκτρονική «Ροδιακή» εφημερίδα οπότε, μου είπε γελώντας, μπορώ να μαθαίνω τα νέα της Ρόδου πριν αυτά κυκλοφορήσουν σε έντυπο φύλλο.
Συγκινημένος ευχαρίστησα την κ. Τσοπανάκη, τη δε «Ροδιακή» ηλεκτρονικά την έχω συνεχώς μέσα στο σπίτι μου από το προηγούμενο βράδυ κυκλοφορίας της σε έντυπη μορφή και όποτε μου το επιτρέπει η υγεία μου την διαβάζω και νομίζω ότι βρίσκομαι στο Μανδράκι της.
Δυστυχώς, όπως συμβαίνει παντού έτσι και στη Ρόδο, δεν είναι πάντα ευχάριστα τα νέα. Γι’ αυτό και στις 16-9-2021 και στην 9η σελίδα της διάβασα:
«Έφυγε από τη ζωή η συμπολίτισσά μας Βίκυ Χιώτη».
Ξαφνιάστηκα δυσάρεστα και έβαλα τα κλάματα και αυτό έγινε επειδή στη «Ροδιακή» έγραφε ότι η Βίκυ Χιώτη ήταν το μικρό κοριτσάκι του τότε Διοικητού Διοικήσεως Χωροφυλακής Ρόδου το οποίο εγώ με τον φίλο μου τον Πέτρο Στάμο το μαθαίναμε ποδήλατο.
Και η Βίκυ Χιώτη, θυγατέρα του Αλέκου Γεωργιάδη, μετά το γάμο της με τον εκλεκτό πράγματι εκείνον Έλληνα που εξωτερικού τον οποίο και εγώ για λίγο είχα γνωρίσει, πήρε το επώνυμο του συζύγου της επειδή εκείνα τα χρόνια έτσι γινόταν.
Αγαπημένη μου Βίκυ, η ξαφνική σου αναχώρηση πολλούς φίλους σου λύπησε και αυτό αποδεικνύεται από τα πολλά ψηφίσματα που για σένα στη «Ροδιακή» δημοσιεύτηκαν.
Ήσουν πράγματι μία Αρχόντισσα με πολλά ψυχικά χαρίσματα και η μνήμη σου θα μένει παντοτινή στους ανθρώπους που από κοντά σε είχαν γνωρίσει.
Καλή μου Βίκυ, έφυγες από ένα σπίτι, από ένα χώρο που, όπως κάποτε μου έλεγες, πολύ αγάπησες επειδή εκεί μέσα από το 1947 μεγάλωσες και από εκεί έφυγαν και οι αγαπημένοι σου γονείς.
Τώρα, εδώ και λίγες μέρες, με οδηγό τον δικό σου Άγγελο στο άγνωστο για μας μονοπάτι σου περπατάς και μέχρις ότου σε κοιλάδα ψυχών φτάσεις και εκεί ψάχνοντας είμαι βέβαιος πως θα συναντήσεις τον καλό σου σύζυγο αλλά και τους εκλεκτούς σου γονείς οι οποίοι και σε μένα αλησμόνητοι μένουν!
Δεν έχω γνωρίζει τα αγαπημένα σου παιδιά το Γιάννη και την Ελένη, όμως από τη στήλη αυτή τους απευθύνω τα πλέον ειλικρινή μου συλλυπητήρια για την απώλεια της σεβαστής τους μητέρας!
Όσον για σένα από καρδιάς σου εύχομαι ΑΙΩΝΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΣΟΥ.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News