Γλώσσα και εξτρεμισμός (ένα βιβλίο για την ανάγνωση του λόγου του μίσους)

Γλώσσα και εξτρεμισμός (ένα βιβλίο για την ανάγνωση του λόγου του μίσους)

Γλώσσα και εξτρεμισμός (ένα βιβλίο για την ανάγνωση του λόγου του μίσους)

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 558 ΦΟΡΕΣ

Γράφει ο
Αγαπητός Ξάνθης
Αρχιτέκτονας

Όταν πριν από λίγες ημέρες ένας φίλος που δώρισε το βιβλίο με τίτλο «ΓΛΩΣΣΑ και ΕΞΤΡΕΜΙΣΜΟΣ-Δέκα +1 δοκίμια για τη γλώσσα του μίσους» του κ. Σωτήρη Λίβα, αν. Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων από τη σειρά: «Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική» την οποία διευθύνει ο αν. καθηγητής Σωτήρης Ντάλης των εκδόσεων Παπαζήση (2021) προσπάθησα με υπομονή και βεβαιότητα ενδιαφέροντος να το διαβάσω λόγω ελκυστικότητας του τίτλου.

Εμπεριέχει 10 δοκίμια που εξερευνούν με περίσσεια ανάλυση τα όρια του λόγου του μίσους από πολλές μορφές εκδήλωσης της εξέλιξης του ανθρώπου και ένα τελευταίο, το ενδέκατο που αγγίζει συναισθηματικά τις αγωνίες των δραστών και των θυμάτων στη βιωματική λογοτεχνία του Ολοκαυτώματος.

Το βιβλίο ξεκινάει από τη σύνδεση της γλώσσας με την πολιτική και αυτός ο «γάμος» όταν χρειάζεται γίνεται ευρύς χώρος για συστήματα μίσους, εξτρεμισμού και εξόντωσης.

Η «γέφυρα» Δύσης και Ανατολής ανοίγει ένα διάλογο ανάλυσης της βίας, του μίσους και της γενοκτονίας ακόμη και της αποανθρωποποίησης και του ζωομορφισμού που μπορούν να γίνουν και γίνονται εφαλτήρια προόδου, εξέλιξης νεωτερικότητας για τους τυχερούς, τους εκλεκτούς-που μπορεί, μετά χρόνια, να γίνουν και αυτοί στόχοι με τη σειρά τους (σ.13).

Το πόνημα έρχεται δυναμικά να εκφράσει το υποκείμενο που είναι ο λόγος σε όλες τις μορφές του εστιάζοντας κυρίως στους παράγοντες «μίσος και φόβος». Αυτή η συνάρτηση γεννιέται βασικά στις ΗΠΑ στις αρχές του ’80 (σ.21) σε μια ποικιλία θεματικών αποδόσεων στον δημόσιο λόγο συμπληρώνοντας την έκφανση της υπάρχουσας βίας σε ένα πλαίσιο που κάποιες φορές με εξαιρετικά ακραίες συνθήκες οδηγούν σε διάπραξη εγκλημάτων μίσους (σ.22).

Ο λόγος του μίσους δεν αντιμετωπίζεται με εύκολους δρόμους αλλά διαχέεται εύκολα, όπως ήταν η ρητορική του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Τραμπ ή του Τούρκου προέδρου Ερντογάν σχηματίζοντας έτσι τον νεολογισμό Trump Effect (φαινόμενο Τραμπ) (σ.26).

Ο λόγος του μίσους μπορεί να τον διακρίνει κανείς κατά των μεταναστών που φέρονται σαν απειλή για την κοινωνική συνοχή ή όταν μιλάμε για φυλές και φύλο από ρατσιστικής πλευράς συνθέτοντας μια εύπεπτη κατά άλλους γλώσσα αλλά παράλληλα επικίνδυνη και ύπουλη σύναμμα για τους πολλούς. Αυτή η αοριστία που τον διακρίνει σαν εσωτερική ποιότητα αλλά συγκεκριμένη ως τους στόχους και τις επιδιώξεις του είναι αποκομμένος από την πραγματικότητα αλλά με τέχνη λόγου επανερμηνεύει με έναν δικό του τρόπο κρυπτικό, συνωμοσιολογικό και συνωμοτικό εκείνο που συμφέρει (σ.27).

Ο λόγος μίσους προκαλεί την προαναφερόμενη αποανθρωποποίηση η οποία στοχεύει σε δημιουργία ενός εχθρού, δηλαδή η επιδίωξη αναπαράστασης στον δημόσιο λόγο του αντικειμένου του λόγου του μίσους ως ανάξιου ή ανικάνου να έχει ανθρώπινες ιδιότητες. Ουσιαστικά υφαίνει μια πολυ-παράσταση για έναν κόσμο ενάρετο εναντίον του «άλλου» κτίζοντας το «εμείς» και «αυτοί» συνδυάζοντας μια μεγαλομανία και αίσθηση καταδίωξης κατά των κατώτερων μελών της άλλης ομάδας που δεν ταιριάζει στο «εμείς» (σ.30).

Αυτοί οι «άλλοι-εσωτερικοί εχθροί» μπορεί να αναπαρίστανται στον λόγο ως κατσαρίδες, ερπετά, παράσιτα, έντομα, ποντίκια, μικρόβια και άλλα συναφή και επίσης ως εκείνοι που υποσκάπτουν την ευημερία του γενναίου και του «ιππότη» όπως θα μπορούσε να είναι ένας Εβραίος, ένας Τσιγγάνος, ο μαύρος, ο πρόσφυγας, ο ομοφυλόφιλος ο πολιτικός αντίπαλος ή και ακόμη και ένας αναρχικός (σ.35).

Αυτή η συγγένεια του λόγου με το μίσος γίνεται βέλος πολιτικής εφόδου εμπεριέχοντας ένα πλήθος πράξεων και εκφράσεων που βασικό σκοπό έχουν την πολιτική και οικονομική περιθωριοποίηση κοινωνικών ομάδων που δεν «ταιριάζουν» στο εκπεφρασμένο σύστημα.
Βλέπουμε τον Χίτλερ με το Ολοκαύτωμα αλλά και τον υποβόσκοντα αντισημιτισμό χωρίς να λησμονούμε τις γενοκτονίες ως πράξεις μίσους και βίας.

Ο λόγος του μίσους αναπηδά σ’ έναν κόσμο χάους και αναρχίας με την πιθανή «σύγκρουση των πολιτισμών» (σ.44) με τα όποια αποτελέσματά τους. Αυτός προβάλλει (δήθεν) τη νομιμοποίηση της ασφαλείας και την πρόκριση των «σαφών» διακριτικών γραμμών ως σωσίβιο για τους εκλεκτούς, τους γενναίους, τους ήρωες που υπηρετούν τον λόγο του μίσους.

Στα επόμενα κεφάλαια αναλύεται ο λόγος του μίσους στις παρυφές του Ισλάμ και της ριζοσπαστικότητάς του με τις τάσεις της καθαρής μηδενιστικής βίας σ’ ένα ακραίο κόσμο του εγκληματικού τζιχάντ, του ISIS ή της Μπόκο Χαράμ. Συμπληρώνεται με την ανάλυση γύρω από την κίνηση των τζιχαντιστών και την πολεμική πρόθεση-προσπάθεια που πρεσβεύουν για την επικράτηση του Ισλάμ σημειώνοντας τις δύο τάσεις του εγκληματικού είτε του μηδενιστικού τζιχαντισμού (σ.77). Η βία που χρησιμοποιείται από τους τζιχαντιστές είναι τυφλή, άλογη με παγκόσμιες προεκτάσεις βασισμένη σε ιδεοληψίες με υποκριτική χρήση του Ισλάμ για να μπορεί να καλύψει άνομες δράσεις στο όνομα της δήθεν απόδοσης δικαιοσύνης χρησιμοποιώντας την παραγοντική ισχύ που παίζεται στο Παίγνιο της Μ. Ανατολής (σ.103).

Ο συγγραφέας ανοίγει το κεφάλαιο «εμφύλιος στη Συρία» αποτυπώνοντας τη θέση περί πολιτικής εργαλειοποίσης του Ισλάμ όπου ο μηδενισμός του καθεστώτος καθρεπτίζεται απολύτως μέσα από τον τζιχαντιστικό μηδενισμό του ISIS (σ.107). Η Συρία με τον εθνικά ποικίλη πληθυσμό της δείχνει την υπεροψία του υπάρχοντος καθεστώτος του κόμματος του Μπάαθ αλλά παρουσιάζει με τρόπο μοναδικό τα χαρακτηριστικά του εμφύλιου πολέμου με τους χιλιάδες νεκρούς αλλά και τα οικονομικά οφέλη που αποκομίζουν μερικοί σ’ ένα δρόμο χωρίς ελπίδα και χωρίς καμία απολύτως προοπτική (σ.116).

Μετά το βιβλίο ανοίγει τον φάκελο «Τουρκία» ως μια χώρα με την κοσμικοδοξία ως θεωρία βάσης και τον Μουσταφά Κεμάλ να ανατρέπει πράγματα και αραβικές γραμμές σε μια εκκοσμικεύση δομών με σχετική ρήξη με την ιδέα του Ισλάμ. Με τις προτεινόμενες γενναίες μεταρρυθμίσεις υπήρξε ριζικός μετασχηματισμός της τουρκικής κοινωνίας κρατώντας όμως την κατεύθυνση ενός νέου πιο ρασιοναλιστικού θρησκευτικού ήθους μέσα από το επίτευγμα της κεμαλικής πολιτικής βασιζόμενη στη μετατροπή του Ισλάμ σε καθαρώς ατομική πίστη (σ.139). Έτσι το Ισλάμ και η κεμαλική δημοκρατία εμφανίζονται ως βιοθεωρίες με ξεχωριστές αξίες και επιδιώξεις αλλά μπορούμε να τις θεωρήσουμε ως μια ιδεολογία που εξυπηρετεί τους σκοπούς του τουρκικού κράτους.
Και ο μετέπειτα μεγάλος ηγέτης της Τουρκίας που εμφανίζεται δυναμικά σε θέση εξουσίας από στις αρχές του 2000 επιθυμώντας να γίνει «νέος Κεμάλ» λέγεται Ταγίπ Ερντογάν που βρίσκεται μέχρι και τα σήμερα στη θέση του προέδρου της γείτονος.

Με αρχικές φιλελεύθερες ιδέες σήμερα προβάλλεται ως νέος Σουλτάνος με όνειρα για τη σύγχρονη Οθωμανική Αυτοκρατορία «των τριών ηπείρων και των επτά θαλασσών».

Με λόγο σκληρό διαχωρίζει τους «εμείς» και «αυτοί» στη βάση του μίσους κτίζοντας τη δημόσια εικόνα του ως άλλος Μουσολίνι (σ.146). Εκμεταλλευόμενης τη θρησκεία επιτίθεται στους εχθρούς του τουρκικού έθνους ονομάζοντας τους τρομοκράτες, απάτριδες, προδότες κ.α. σχετικά με βάθος τον στόχο της δαιμονοποίησης όποιου αντίπαλου ακόμη και του εσωτερικού. Όσο για τα ανθρώπινα δικαιώματα παίζει με αυτά προς όφελος της δικής του κοσμοαντίληψης φτιάχνοντας εχθρούς με κύριο τον Φετχουλλάχ Γκιουλέν, ονομαζόμενο και προδότη, κακοποιό, αντάρτη, παρακμιακό, αρχηγό συμμορίας, σάπιο (σ.149). Με τις θεωρίες μίσους, κατασκευής ειδήσεων και παραπληροφόρησης και τη χρησιμοποίηση του Ισλάμ και ιδίο όφελος όπως το κάνει περίτεχνα ο Ερντογάν ένα πράγμα μας απομένει, το χρέος της κριτικής ανάλυσης ενός σκεπτόμενου ανθρώπου ώστε να μην οδηγηθούμε στην απόσυρση και την αποπολιτικοποίηση (σ.158).

Αλλά όπως και τη ρωμαϊκή εποχή με τον «άρτο και τα θεάματα», έτσι στο προτελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου έρχεται το ποδόσφαιρο να γίνει εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης στα γήπεδα όλης της Μέσης Ανατολής (σ.161).

Ομάδες να κτυπιούνται και να μάχονται για τα συμφέροντα πολιτικών κομμάτων ή και ηγετών για προπαγανδίσουν συγκεκριμένα πρόσωπα ως «σωτήρες» προωθώντας ουσιαστικά τις δικές τους πολιτικές επιθυμίες στους οπαδούς-μάζες.
Το τελευταίο 11ο κεφάλαιο ενέχει έναν μέγιστο συναισθηματισμό παρουσιάζοντας γεγονότα και σκηνές από τη βιωματική λογοτεχνία του Ολοκαυτώματος και γενικώς των γενοκτονιών «διατρυπώντας» τη φυσική ανθρώπινη αντίσταση μέσα από τη φρίκη, τον θάνατο, το Άουσβιτς, την εγγενή τάση ως σχετικοποίηση και προσαρμογή των πάντων στο συνηθισμένο και «φυσιολογικό» (σ. 165).

Το δοκίμιο κρύβει και αποκαλύπτει πολλά ανάλογα τις μελετητικές χορδές του αναγνώστη. Εκείνο που εκφράζεται μέσα από τις σελίδες του ως βέβαιο είναι ότι ανοίγει μια πόρτα σ’ ένα αντικείμενο που μπορεί ο καθείς να βρει μια σελίδα ενδιαφέρουσα από τις δικές του βιωματικές ιστορίες.
Είναι ένας πλούτος για τη βιβλιοθήκη, είναι ένα εγχειρίδιο ερμηνείας των ανθρώπινων- πολιτικών παθών στον δημόσιο λόγο.

• Ο Αγαπητός Ξάνθης είναι μεταδικατορικός υπότροφος του Πανεπιστημίου Αιγαίου, σε θέματα διεθνών σχέσεων, γεωοικονομίας και αειφόρου ανάπτυξης των νησιών και μέλος του Εργαστηρίου Μεσογειακής Πολιτικής του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών.

Διαβάστε ακόμη

Ελένη Κορωναίου: Ψυχρότητα ή σιωπηλή κραυγή;

Αργύρης Αργυριάδης: Οι 8 πληγές του κράτους δικαίου

Χρήστος Ροϊλός: Τα Επείγοντα στην Ελλάδα λειτουργούν σε συνθήκες μόνιμης κρίσης

Κοσμάς Σφυρίου: Κατάλυση της Δημοκρατίας, σαν σήμερα πριν 59 χρόνια

Ηλίας Καραβόλιας: Οραματιστές της αφθονίας

Γιάννης Παρασκευάς: Βιβλιοθήκη Ρόδιων συγγραφέων και λογοτεχνών

Μαρία Καρίκη: Πόση «ζημιά» μπορεί να κάνει ο εγωισμός ενός ατόμου;

Άγης Βερούτης: Γραφειοκρατία: cui bono