Ένα πανέμορφο δαμάλι (που απεγνωσμένα ζητούσε βοήθεια αλλά ...μάταια)

Ένα πανέμορφο δαμάλι (που απεγνωσμένα ζητούσε βοήθεια αλλά ...μάταια)

Ένα πανέμορφο δαμάλι (που απεγνωσμένα ζητούσε βοήθεια αλλά ...μάταια)

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 945 ΦΟΡΕΣ

Γράφει ο Σεραφείμ Αθανασίου
www.serathan.gr

Πρέπει να ήταν Φθινόπωρο του έτους 1947, χρονιά απελευθέρωσης της Δωδεκανήσου (31-03-1947) και εγώ ως αστυνομικό όργανο, με ειδικότητα τροχονόμου, υπηρετούσα στο Α’ Αστυνομικό Τμήμα της Ρόδου, Αστυνόμος του οποίου ήταν ο Μοίραρχος Νίκος Σκορδέλης, Σαμιώτης στην καταγωγή!

Από τότε έχουν περάσει κάπου 75 χρόνια όμως, την καλοσύνη του, ποτέ δεν την ξέχασα.
Τέτοιοι υπέροχοι σε χαρακτήρα Αξιωματικοί την εποχή εκείνη παρά την αυστηρή πειθαρχία, που επικρατούσε μέσα στο Σώμα της Χωροφυλακής, υπήρχαν πολλοί!

Λέω «πολλοί» γιατί μερικοί εξ αυτών νόμιζαν ότι ήταν «Αυτοκράτορες» ή «Σουλτάνοι» και όσοι συνάδελφοι βρισκόντουσαν στις αμέσως διαταγές αυτών των «Σουλτάνων» ή «Αυτοκρατόρων» έπρεπε σε κάθε τους ενέργεια να είναι προσεκτικοί γιατί αλλιώς την είχαν... άσχημα επειδή ο «Σουλτάνος» Διοικητής τους έξυνε τα νύχια του να βρει αφορμή, για παρατηρήσεις ή τιμωρία τους!

Στο Α’ Τμήμα και Τροχαία δεν είχαμε τέτοια προβλήματα και κάπου 40 ή περισσότεροι σε αριθμό υφιστάμενοι του καλού μας Αστυνόμου ρίχνοντάς μας στο φιλότιμο προσέχαμε περισσότερο στο να μη τον εκθέσουμε με καμιά απερίσκεπτη «στραβοτιμονιά» μας!

Τότε σε αίτημά μου (όπως και τρεις ακόμη συνάδελφοι) είχα την έγκριση τόσο του προϊσταμένου μου Μοιράρχου Σκορδέλη όσο και του Διοικητού Διοικήσεως Αντισυνταγματάρχη Αλέξανδρου Γεωργιάδη να φοιτώ στο Νυκτερινό 6τάξιο Βενετόκλειο Γυμνάσιο της Πόλεως Ρόδου όμως ο ελεύθερος χρόνος για μελέτη των μαθημάτων μου ήταν λίγος γιατί, μετά την όποια τροχονομική διακεκομμένη οκτάωρη υπηρεσία μου, ήμουνα υποχρεωμένος (όλοι οι συνάδελφοι είμαστε υποχρεωμένοι) να βρίσκομαι στη διάθεση του εκάστοτε υπαξιωματικού υπηρεσίας για ένα ακόμη τρίωρο και πολλές φορές τετράωρο (πικέτο ονόμαζαν αυτή την καθημερινή υποχρεωτική υπηρεσία) και εκ του λόγου τούτου δεν είχα πολύ διαθέσιμο χρόνο για ξεκούραση ή μελέτη και αυτό μου το πρόβλημα κάποια μέρα πήρα το θάρρος και το ανάφερα στον Αστυνόμο μας ο οποίος πρόθυμα ενέκρινε την πιο κάτω παράκλησή μου.
Τι του ζητούσα:

Αντί, μετά την υπηρεσία μου, να επιστρέφω στο Τμήμα για συνέχιση του «πικέτου» να εκτελώ αυτό στα Δημοτικά Σφαγεία στα οποία και εκεί πήγαινε αστυνομικό όργανο τουλάχιστον τρεις ημέρες κάθε εβδομάδα, τότε δηλαδή που λειτουργούσαν τα δημοτικά σφαγεία.

Εκεί το όργανο της τάξεως είχε ως αποστολή να κάνει τον έλεγχο των συνοδευτικών εγγράφων εισαγόμενων ζώων (να μην περνούν στο εσωτερικό των σφαγείων ζώα χωρίς συνοδευτικά έγγραφα) και κάποια στιγμή να συνοδεύει τον κτηνίατρο στον υγειονομικό έλεγχο των σφαγμένων ζώων!
Αυτή η όλη διαδικασία γινόταν κατά διαστήματα ανάλογα τον χρόνο που με φορτηγά αυτοκίνητα έφερναν ζώα, ήταν ολιγόλεπτη και, μέχρις ότου λήξει η υποχρέωση του «πικέτου» μου ο διαθέσιμος χρόνος ήταν αρκετός, στο να διαβάζω και τα μαθήματά μου.

Έτσι είχαν τα πράγματα, εκτελούσα την τροχονομική μου υπηρεσία και για τρεις τουλάχιστον ημέρες κάθε εβδομάδα βρισκόμουν στα Δημοτικά Σφαγεία και όταν δεν είχα υπηρεσιακή δουλειά κλεινόμουν στο γραφείο που διατηρούσε ο κτηνίατρος και προσπαθούσα να μάθω τα «δυσκολοχώνευτα» Αρχαία Ελληνικά που εκτός των άλλων έκαναν λόγο και για κάποιο ζευγάρι, το Δαρείο και την Παρισσάτιδα που είχαν -λέει- δυο παιδιά, τον Ξέρξη και τον Κύρο, και εγώ αυτό το μάθαινα στα 22 μου χρόνια «κοτζάμ μαντράχαλος» και μάλιστα χωροφύλακας.
Αλλά έστω και αργά μάθαινα περισσότερα επειδή μέχρι τα είκοσί μου χρόνια και μετά το δημοτικό στα λιγοστά χωράφια του πατέρα μου δούλευα αφού για σπουδές, και μακριά από το χωριό μου, δεν υπήρχε μία.

Τότε, διαβάζοντας για τον Ξέρξη, γινόμουν «άγρια θάλασσα» και τον μισούσα αφάνταστα επειδή αυτός ο ξένος χωρίς την άδειά μας εισέβαλε στα πατρογονικά δικά μου Άγια Χώματα της Ρούμελης και σκότωσε τον Λεωνίδα μας, Βασιλιά της Σπάρτης, άλλο αν λίγο αργότερα ο ίδιος εκεί στη Σαλαμίνα τα βρήκε μπαστούνια, με το θάρρος του Θεμιστοκλή, ο οποίος τον κατατρόπωσε, και ντροπιασμένο τον ανάγκασε να φύγει στην Πατρίδα του αφήνοντας στο πόδι του το Μαρδόνιο που και εκείνος τα ίδια και χειρότερα αργότερα πάθαινε!

Φίλοι μου, παρακαλώ, συγχωρήστε με επειδή πολλά σας αράδιασα, όμως με τα όσα εδώ έγραψα ήθελα να σας ενημερώσω στο γιατί επιθυμούσα μερικές ώρες των υπηρεσιακών μου υποχρεώσεων να βρίσκομαι στα Δημοτικά Σφαγεία στα οποία θα ομολογήσω ότι η εκεί παραμονή του όποιου οργάνου δεν ήταν και τόσο ευχάριστη όχι τίποτε άλλο αλλά επειδή, πολλές φορές, οι σπαρακτικές φωνές των άμοιρων ζώων την ώρα της θυσίας τους ακούγονταν και εκτός του χώρου «μαρτυρίου» τους.

Αλλά καιρός να σας εξηγήσω γιατί, σε αυτή μου τη γραφή, επέλεξα τον τίτλο: «ΕΝΑ ΠΑΝΕΜΟΡΦΟ ΔΑΜΑΛΙ» για το οποίο μένω με την εντύπωση ότι πριν από μερικά χρόνια είχα και πάλι ασχοληθεί μαζί του όμως επειδή το επανέφερα στη μνήμη μου και ίσως με περισσότερες θύμησες επανέρχομαι ξανά γράφοντας τα όσα τότε, στην όμορφη Ρόδο, συνέβησαν και πολύς ντόρος για κείνο το ατυχές συμβάν έγινε!
Κάποιο πρωινό ευρισκόμενος στο τμήμα (εκεί μέναμε όλοι οι άγαμοι) με διατάσσει ο Αστυνόμος να συνοδεύσω τον κ. Νομοκτηνίατρο στα Δημοτικά Σφαγεία, στα οποία ήθελε να κάνει έναν αιφνιδιαστικό έλεγχο.

Τον Νομοκτηνίατρο Γεωργίου τον γνώριζα, βρισκόταν στο γραφείο του Αστυνόμου και μαζί φύγαμε για τα Σφαγεία, παίρνοντας το Αστικό Λεωφορείο Γραμμής Κόβα (τότε οι Δημόσιες υπηρεσίες δεν είχαν αυτοκίνητα) και σε λίγο κατεβήκαμε στην οδό Αυστραλίας και με τα πόδια προχωρούσαμε για το Δημοτικό Σφαγείο.
Ούτε κατάλαβα πώς απότομα ο Γεωργίου μου δίνει μια σπρωξιά και μαζί πέσαμε από τον πεζόδρομο προς τη θάλασσα στον χώρο του Καρνάγιου.

Είχα ξαφνιαστεί από τη συμπεριφορά του και ήμουν έτοιμος να του «ζητήσω τον λόγο» όταν πάνω από τα κεφάλια μας στον χώρο που πεζοδρομίου βλέπω ένα πανέμορφο μεγάλο δαμάλι γεμάτο αίματα στο κεφάλι του να φυσάει δυνατά και να μουγκρίζει άγρια σαν να έκλαιγε ενώ ένα μεγάλο μαχαίρι σφαγής ζώων που ήταν μειγμένο ανάμεσα στα κέρατά του πηγαινοερχόταν ανάλογα με τις κινήσεις αυτού του δυστυχισμένου ζώου!
Με τα μουγκρίσματά του μαζεύτηκε κόσμος και λυπημένος κοίταζε το ζωάκι ενώ κάποιοι άλλοι σφαγείς ζώων με λευκές ματωμένες μπλούζες και γαλότσες ακολουθούσαν το μοσχάρι φωνάζοντας στον κόσμο να μη πλησιάσει το εξαγριωμένο ζώο.

Εγώ με τον Νομίατρο τα είχαμε χαμένα και κάποια στιγμή ανεβήκαμε στο πεζοδρόμιο ακολουθώντας τους «σφαγείς» ενώ το μοσχάρι έτρεχε εδώ και εκεί μουγκρίζοντας σπαρακτικά και όπου περνούσε άφηνε το μεγάλο του αποτύπωμα που δεν ήταν άλλο από το αθώο και πεντακάθαρο αίμα του!

Για την ιστορία και πληροφόρηση των νεότερων κατοίκων της Ρόδου στην περιοχή «Κόβα» την εποχή εκείνη η οδός Καναδά ήταν χωρίς σπίτια με πανέμορφα περιβόλια ενώ τώρα, όπως μαθαίνω, βρίσκεται με καλαίσθητες μεν οικοδομές αλλά και με ένα σωρό προβλήματα ως προς το δύσκολο παρκάρισμα των αυτοκινήτων και πολλές φορές μεταξύ των θερμόαιμων οδηγών γίνεται της ...μουρλής!

Μούγκριζε το ζωάκι, περπατούσε ζαλισμένο και ανήμπορο αφού είχε χάσει το περισσότερο αίμα του και κάποια στιγμή «χώθηκε» στο ξύλινο γεφυράκι, το οποίο από το πεζοδρόμιο οδηγούσε στην ψαροταβέρνα του Μπαμπούλα που βρισκόταν μέσα στη θάλασσα. Εκεί έτρεξαν οι δήμιοί του και σχεδόν ετοιμοθάνατο το έδεσαν, το σήκωσαν και το φόρτωσαν σε μια καρότσα μεταφέροντάς το στο σφαγείο, στο οποίο δυστυχώς, αντί περίθαλψης, το αποτελείωσαν.
Και να τι είχε γίνει:

Στο Δημοτικό Σφαγείο για σφαγή είχαν μεταφέρει το Δαμάλι. Δεν ξέρω- και ούτε θέλω να μάθω- πώς τα «μπλοκάρουν» και τα σφάζουν, όμως να τι είχα μάθει.
Ο σφαγέας με ένα μεγάλο μαχαίρι χτύπησε το ζωάκι ανάμεσα στα κέρατά του και εκείνο αντί να σωριαστεί στο έδαφός τους ξέφυγε και βρίσκοντας ανοικτή τη μεγάλη πόρτα της αυλής βγήκε στον δρόμο και το κακόμοιρο έτρεχε να σωθεί μέχρι που ξανά εκεί στην ξύλινη σκάλα αφού έπεσε το έπιασαν οι «φίλοι» του για να το αποτελειώνουν!

Ζητούσε βοήθεια από τους προστάτες «πολιτισμένους» μαχαιροβγάλτες τους οι οποίοι, όταν τα καταβροχθίζουμε, χαϊδεύουμε το στομάχι μας και αν είμαστε και Χριστιανοί κάνουμε τον Σταυρό μας προκειμένου να μη μας λείψει ο σιτευτός μόσχος χωρίς να απορρίπτουμε και το αρνάκι γάλακτος!

Δεν θα ξεχάσω όταν με τον Νομοκτηνίατρο Γεωργίου πήγαμε στο Δημοτικό Σφαγείο τη στενοχώρια και τα δάκρυα εκείνου του ευαίσθητου ανθρώπου αλλά και τις δριμύτατες παρατηρήσεις που έκανε στους κρεοπώλες! Μάλιστα τους απαγόρευσε να τα κτυπούν στην κορυφή της κεφαλής τους.

Θυμάμαι τον Μπαμπούλα, εκείνον τον καλό επαγγελματία και άνθρωπο, το πραγματικό όνομα του οποίου ήταν Κώστας Οικονομάκης, ο οποίος τη μέρα εκείνη από τους κρεοπώλες νευριασμένα απαίτησε να του επισκευάσουν το ξύλινο πέρασμα που ένωνε το πεζοδρόμιο με την ψαροταβέρνα του και που είχε σχεδόν αχρηστεύσει ο τραυματισμένος ταύρος. Οι δε κρεοπώλες χωρίς αντιρρήσεις συμφώνησαν στις απαιτήσεις του.

Με εκείνο το περιστατικό είχα συγκλονιστεί και για πολύ καιρό δεν έτρωγα κρέας, όμως με την πάροδο των χρόνων πολλά στις συνήθειές των ανθρώπων αλλάζουν και εγώ μη δυνάμενος να αποτελέσω εξαίρεση ακολουθώ την πλειονότητα των αδυνάμων ακόμη και σε αυτή τη συνήθεια «καλοπέρασης» της στομαχικής μου κοιλότητας!
Αλησμόνητα γεγονότα και αξέχαστος ο τραυματισμένος πανέμορφος Ταύρος που δυστυχώς δεν γλύτωσε από τα όσα έγραφε η μοίρα του να υποστεί!

Διαβάστε ακόμη

Γ. Χατζής: «Προτιμώ να βλέπουμε τη σεζόν με αισιοδοξία αλλά πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι και σε εγρήγορση»

Θάνος Ζέλκας: Οι μικρές ήττες της καθημερινής ανθρωπιάς

Αγαπητός Ξάνθης: Λίγα λόγια για την «άλλη πλευρά» του Παντελή Ζώταλη

Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος: «Ο ρόλος της Ελλάδας σε ένα ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ»

Σπύρος Γεραβέλης: Οι Αρχαιολογικοί χώροι ως Κιβωτοί βιοποικιλότητας καιη διαχείρισή τους

Γιάννης Σαμαρτζής: Τα Δίδυμα Ελλείμματα: Ο πρώην «εφιάλτης» της ελληνικής οικονομίας

Στέλιος Κούτρης: Η ιστορία και η δράση για το λημέρι των κατασκόπων στην κοινότητα Μονολίθου

Αγαπητός Ξάνθης: H Γυναίκα της καρδιάς και της χρονιάς