Ο κρυμμένος «θησαυρός» του γκέτο της Βαρσοβίας
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 380 ΦΟΡΕΣ
Κλεισμένοι στο γκέτο της Βαρσοβίας, ήξεραν ότι τους περίμενε ο θάνατος. Η δική τους αντίσταση ήταν να καταγράψουν το χρονικό της φρίκης. Και λίγο πριν από το τέλος, έθαψαν το αρχείο με την ελπίδα ότι θα το βρουν οι επόμενες γενιές.
Κλεισμένοι στο γκέτο της Βαρσοβίας, ήξεραν ότι τους περίμενε ο θάνατος. Η δική τους αντίσταση ήταν να καταγράψουν το χρονικό της φρίκης. Και λίγο πριν από το τέλος, έθαψαν το αρχείο με την ελπίδα ότι θα το βρουν οι επόμενες γενιές.
Οι χρονικογράφοι του γκέτο ήταν περίπου 50 άνδρες και γυναίκες. Ένας από αυτούς, ο Νταβίντ Γκράμπερ ήταν μόλις 19 χρόνων όταν σκάρωσε βιαστικά το αποχαιρετιστήριο γράμμα του. «Θα ήμουν πανευτυχής εάν ζούσα τη στιγμή που θα αποκαλυπτόταν αυτός ο μεγάλος θησαυρός και ο κόσμος θα μάθαινε την αλήθεια», έγραψε.
Την ώρα που οι Γερμανοί στρατιώτες «χτένιζαν» τους δρόμους, ο Γκράμπερ και ο φίλος του Ναχούμ Γκρζίβατς έθαβαν δέκα μεταλλικά κουτιά στην αυλή ενός δημοτικού σχολείου στην οδό Νοβολίπκι του εβραϊκού γκέτο της Βαρσοβίας. Το ημερολόγιο έγραφε 2 Αυγούστου 1942.
Τα μεταλλικά κουτιά βρέθηκαν περίπου τέσσερα χρόνια αργότερα. Οι δυο φίλοι είχαν αφήσει την τελευταία τους πνοή αρκετό καιρό πριν, δολοφονημένοι από τους ναζί. Από τους υπόλοιπους χρονικογράφους του γκέτο γλίτωσαν μόλις τρεις, οι οποίοι και έδωσαν τις πληροφορίες για το σημείο που βρίσκονταν τα κουτιά.
Ο θαμμένος θησαυρός αποτελείται από περίπου 35.000 φύλλα χαρτιού. Σε αυτό το υλικό καταγράφονται οι ναζιστικές θηριωδίες στο γκέτο, ο τρόπος που οι Γερμανοί κατακτητές στέρησαν από τους Εβραίους της Βαρσοβίας τα δικαιώματά τους, οι βασανισμοί και το τέλος τους στα στρατόπεδα του θανάτου.
Το υλικό αυτό, σχεδόν ξεχασμένο σήμερα, αποτέλεσε τη βάση για το βιβλίο του Αμερικανού ιστορικού Σάμιουελ Κάσοου, «Ποιος θα ξαναγράψει την Ιστορία μας;», το οποίο κυκλοφόρησε πριν από μερικές ημέρες στη Γερμανία. Όπως επισημαίνει το περιοδικό «Σπίγκελ», οι πολλοί Εβραίοι σε ολόκληρη την Ευρώπη του Β παγκοσμίου πολέμου κράτησαν ημερολόγια και συγκέντρωσαν ντοκουμέντα για το Ολοκαύτωμα.
Η δουλειά των χρονικογράφων του γκέτο, όμως, ήταν η πιο συστηματική και η πιο αναλυτική. Ενδεχομένως και η πιο δραματική: «Θα ήθελα η μαρτυρία μου να έμπαινε σαν σφήνα κάτω από τη ρόδα της Ιστορίας», έγραψε μια γυναίκα που συμμετείχε στην ομάδα των χρονικογράφων.
Οι χρονικογράφοι έδωσαν στην ομάδα τους το όνομα «Σαββατιάτικη Χαρά» επειδή από τον Νοέμβριο του 1940, συγκεντρώνονταν συνήθως τα απογεύματα του Σαββάτου. Ατυπος επικεφαλής της ομάδας, στην οποία συμμετείχαν συγγραφείς, διανοούμενοι και δάσκαλοι, ήταν ο Εμάνουελ Ρίνγκελμπλουμ, ένας ιστορικός που είχε γεννηθεί στη Γαλικία το 1900.
Δυο βδομάδες πριν από το ξέσπασα του πολέμου, ο Ρίνγκελμπλουμ βρισκόταν στη Γενεύη ως εκπρόσωπος ενός μαρξιστικού κόμματος για το παγκόσμιο σιωνιστικό συνέδριο. Οι άλλοι εκπρόσωποι τον προειδοποίησαν ότι ήταν πολύ επικίνδυνο να επιστρέψει στην Πολωνία και του σύστησαν να μείνει στην Ελβετία. Εκείνος, όμως, ήθελε να βρίσκεται με τη γυναίκα του και τον 9χρονο γιο του. Πέρασε με δυσκολία τα σύνορα και συνελήφθη λίγες ημέρες αργότερα στη Βαρσοβία.
Ο Ρίνγκελμπλουμ και η ομάδα του κατάλαβαν από την αρχή τις διαστάσεις της τραγωδίας και άρχισαν να συγκεντρώνουν διατάγματα, αφίσες, δελτία για το συσσίτιο, επιστολές, ημερολόγια - ντοκουμέντα του τρόμου στα γίντις, τα γερμανικά και τα πολωνικά.
Σε ένα από τα έγγραφα εξειδικεύεται ο αριθμός των επιτρεπόμενων θερμίδων: 2.613 για τους Γερμανούς, 699 για τους Πολωνούς, 184 για τους Εβραίους. Οι χρονικογράφοι κατέγραψαν τις τιμές στη μαύρη αγορά και, σαν εθνολόγοι, έφτιαξαν ερωτηματολόγια παίρνοντας συνεντεύξεις από εκατοντάδες ομοεθνείς τους. Υπολόγισαν ότι ανάμεσα στο 1940 και το 1942 περίπου 100.000 άνθρωποι πέθαναν από την πείνα και το κρύο.
«Το χειρότερο πράγμα είναι να βλέπεις τα παγωμένα παιδιά», έγραψε ο Ρίνγκελμπλουμ. Σήμερα το απόγευμα άκουγα το εξασθενημένο κλάμα ενός μικρού παιδιού. Πιθανότατα αύριο θα βρουν το νεκρό σώμα του».

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News