Θεόδωρος Μιχ. Παπαγεωργίου: Η Επέτειος της τοπικής εθνικής εορτής Μονολίθου
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1884 ΦΟΡΕΣ
Κυριακή 27 Απριλίου 2025 του Αποστόλου Θωμά
Γράφει ο Θεόδωρος Μιχ. Παπαγεωργίου
Δικηγόρος-τ. νομικός σύμβουλος δήμου Ρόδου
Άρχοντας Δικαιοφύλακας της Μ.τ.Χ.Ε.
Πανηγυρικός λόγος για τον άρρηκτο δεσμό Ελληνισμού και Ορθοδοξίας και για την συμβολή των κατοίκων της Μονολίθου στην εθνική αντίσταση κατά των στρατευμάτων κατοχής.
Ανήμερα στη θρησκευτική εορτή της Κυριακής του Αποστόλου Θωμά, του πολιούχου Αγίου του ομωνύμου Ενοριακού Ιερού Ναού της Μονόλιθου, η Ελληνική Πολιτεία από το 2009, με Προεδρικό Διάταγμα, καθιέρωσε να συνεορτάζεται και σαν τοπική εθνική εορτή, σε αναγνώριση μιας βαρύτιμης προσφοράς της Μονολίθου προς την πατρίδα.
Της συμβολής των κατοίκων της Μονολίθου στην εθνική αντίσταση κατά των στρατευμάτων κατοχής.
Η βαρυσήμαντη αυτή ανάδειξη της Μονόλιθου, στο βάθρο των αναγνωρισμένων ιερών και ταυτόσημα ιστορικών και ηρωϊκών τόπων της χώρας μας, αναδεικνύει μια ιστορική αλήθεια που ακολουθεί κάθε απελευθερωμένο με ηρωικούς αγώνες τμήμα της πατρίδας μας.
Τον άρρηκτο δεσμό του Ελληνισμού και της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας. Ένα δεσμό, που αποτέλεσε το πολύτιμο ζυμάρι για τη διάπλαση του πυρήνα της εθνικής συνείδησης των σκλαβωμένων Ελλήνων, σε τέτοιο σημείο μάλιστα που οι απελευθερωτικοί πόλεμοι του έθνους μας, να είναι κάτι ξεχωριστό στις σελίδες της παγκόσμιας Ιστορίας.
Να είναι δηλαδή ταυτόσημα, όχι μόνο απελευθερωτικοί αλλά συνάμα και πνευματικοί αγώνες, με τη χαρακτηριστική συμπύκνωση στην φράση που όλοι από μικρά παιδιά μέσα από τη ψυχή μας, έχουμε απαγγείλει «Για του Χριστού τη Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία».
Στις Νότιες Σποράδες του Αιγαίου Αρχιπελάγους, στη Δωδεκάνησο μας, το μείγμα, το ζυμάρι αυτό Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, ήταν ανέκαθεν έντονα καλλιεργημένο από τα πολύ παλιά χρόνια.
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά για τη Ρόδο στις σελίδες της Ευρωπαϊκής Ιστορίας, ήδη από το έτος 1191.
Τότε δηλαδή που κατά τη τρίτη σταυροφορία, ο Άγγλος βασιλιάς Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, ταξιδεύοντας για τους Αγίους Τόπους πέρασε από τη Ρόδο και διαμένοντας στο νησί, σύμφωνα με το «Οδοιπορικό» που συνέγραψε, κατέγραψε και ένα στοιχείο που του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση:
Το στοιχείο αυτό, όπως ακριβώς το ονόμασε, ήταν ο Αυτόχθων Θρησκευτικός Πολιτισμός. Η καλλιεργημένη εσωτερικά στις κοινωνίες του νησιού βαθειά θρησκευτικότητα, εκφρασμένη πολιτισμικά μέσα από τη καθημερινή ζωή και τις εκδηλώσεις των κατοίκων. Τεκμηριώνοντας μάλιστα, ο συγγραφέας τη διαπίστωση του αυτή, και από τα πολλά, όπως παρατήρησε, τοιχογυρισμένα μοναστήρια, που βρήκε στην ύπαιθρο του νησιού.
Και αλήθεια από τη Μονόλιθο που βρισκόμαστε, μέχρι σήμερα συνεχίζουν να μας μιλάνε μόνα τους για τον Αυτόχθονα Θρησκευτικό Πολιτισμό, τα τοιχογυρισμένα Μοναστήρια που σαν θρησκευτικά φρούρια περιζώνουν το χωριό.
Τα βυζαντινά μοναστήρια του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου του Αρταμίτη, του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Θαρρενού που ήδη υπήρχαν το 1191 και της Παναγίας της Σκιαδενής που ιδρύθηκε τον 13ο αιώνα.
Με αυτά και αυτά άλλωστε, περιδιαβαίνοντας τους αιώνες, με τις γενιές να διαπλάθονται εθνικά στα νησιά μας μέσω της θρησκείας, φτάνουμε στο 1929, στα σκλαβωμένα δηλαδή ακόμη Δωδεκάνησα, να καταγράφεται με τον πιο επίσημο τρόπο σε υπόμνημα του υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας, η εξής βαρυσήμαντη παραδοχή για ολόκληρη τη Δωδεκάνησο: «Η Ορθοδοξία αποτελεί το κυριώτερον έρεισμα της εθνικής συνειδήσεως του ελληνικού πληθυσμού των υποδούλων νήσων.»
Και πως αλήθεια να μην ήταν έτσι. Σύμφωνα με το οθωμανικό σύστημα διοίκησης για τους αλλοεθνείς, από τα πρώτα χρόνια της μακραίωνης οθωμανικής σκλαβιάς, οι κοινωνίες όλων των νησιών της Δωδεκανήσου εγκαταλείφθηκαν χωρίς σχολεία και χωρίς την ελάχιστη μέριμνα για εκπαίδευση.
Παρ’ όλα αυτά όμως, μέσω της υπό τη σκέπη του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, παρεχόμενης από την Εκκλησία ελληνικής παιδείας, οι κοινωνίες των νησιών μας κατάφεραν και καλλιέργησαν το δικό τους αυτόχθονα ελληνικό πολιτισμό, διατήρησαν ψηλά και αλώβητα την ελληνικότητά τους.
Αρχικά απλοί Καλόγηροι στους θόλους των Μοναστηριών και απλοί Παπάδες στους νάρθηκες των Ναών, στο διπλό ρόλο του Παπά και του Δάσκαλου, δίδασκαν στα παιδιά τα κολλυβογράμματα.
Στη συνέχεια από τον 16ο - 17ο πια αιώνα και πιο έντονα ακόμη από τα τέλη του 19ου αιώνα, οι Μητροπόλεις στα Δωδεκάνησα πήραν ακόμη πιο μεθοδικά την ευθύνη της εκπαίδευσης των ελληνοπαίδων, με πολύτιμους μάλιστα εκκλησιαστικούς εκπαιδευτικούς θεσμούς στη Ρόδο και τη Κω, τις Ορθόδοξες Κοινότητες των δύο νησιών και στα υπόλοιπα νησιά σε στενή συνεργασία με τις Δημογεροντίες.
΄Ετσι στη Ρόδο, η δεκαετία 1870-1880 επί Μητροπολίτη Ρόδου Γερμανού, καταγράφεται ως η περίοδος της συστηματικής ίδρυσης των σχολείων σε όλα πλέον τα χωριά της Ρόδου, πέρα από τα μέχρι τότε στη πόλη και στα κεφαλοχώρια, με κορύφωση στη δεκαετία 1900-1910.
Την περίοδο που ο τότε Μητροπολίτης Ρόδου Ιωακείμ καταγράφεται στα τοπικά ιστορικά δρώμενα ως ο μεγάλος αναμορφωτής της παιδείας, καθώς ποιμεναρχούσε πιστεύοντας πως πρυτάνευε όλων, όχι μόνο η ίδρυση, αλλά και η άρτια λειτουργία των σχολείων.
Είναι ο Μητροπολίτης που επέβαλε την υποχρεωτική φοίτηση και Κανονισμό με πλήρη προγράμματα μαθημάτων στα Δημοτικά Σχολεία, με κορύφωση επίσης στα χρόνια του, την ίδρυση του Βενετοκλείου Γυμνασίου από τους ευεργέτες Δημήτριο και Μίνωα Βενετοκλή.
Με όλα αυτά συνεπώς να συμβαίνουν, με την παρεχόμενη τόσο υπεύθυνα και μεθοδικά από την Εκκλησία σε όλο το νησί ελληνική παιδεία, πως ήταν δυνατόν να μην δείξει την έκπληξη του το 1945 ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός, όταν σαν Αντιβασιλέας και πρώτος επίσημος εκπρόσωπος της Ελληνικής Πολιτείας, πατούσε το πόδι του στα νησιά μας, κατά την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου από τους Γερμανούς και την άφιξη των βρετανικών στρατευμάτων.
Έκπληξη λίγο πριν να αποβιβασθεί στη Ρόδο από το θωρηκτό «Αβέρωφ», όπου με αγωνία στράφηκε στον πολιτικό σύμβουλο του, τον καθηγητή Ιωάννη Γεωργάκη για να τον ρωτήσει. «Μετά τόσους αιώνες σκλαβιάς, ποια γλώσσα άραγε μιλούν και πως θα συνεννοηθούμε με τους κατοίκους της Ρόδου».
Για να λάβει τη απόλυτα ξεκάθαρη απάντηση από τον Γεωργάκη:
-«Παναγιότατε, αυτοί στα νησιά μιλούν και γράφουν τα ελληνικά καλύτερα από εμάς».
Έκπληξη και με αυτά που έζησε με τον ξεσηκωμό, τους πανηγυρισμούς των κατοίκων από όλο το νησί της Ρόδου και τις αυθόρμητες παρελάσεις τους στο Μαντράκι, που τον έφεραν να δηλώνει κατά την επιστροφή του στην Αθήνα, τα εξής:
«Δεν ξεχώριζα πια τη γη από τη θάλασσα, τόσες οι ελληνικές σημαίες στρωμένες στη στεριά. Αλήθεια, που τις είχαν κρυμμένες όλες αυτές τις γαλανόλευκες;»
Και όλα αυτά μάλιστα, όταν την περίοδο της τουρκοκρατίας, είχαν ακολουθήσει από το 1912 μέχρι το 1943 η περίοδος της ιταλοκρατίας και από το 1943 μέχρι το 1945 η περίοδος της γερμανοκρατίας στα Δωδεκάνησα, που έκαναν τα πράγματα για την εθνική υπόθεση και το μέλλον των νησιών, τόσο δύσκολα και δυσοίωνα.
Με χαρακτηριστικά, πρώτα τα γεγονότα στις θρησκευτικές τελετές των Θεοφανείων του 1913 που παρεμποδίστηκαν βίαια τη τελευταία στιγμή από τους κατακτητές, καθώς επίσης στη συνέχεια, τα γεγονότα στα εθνικά συλλαλητήρια που έγιναν «το αιματηρό Πάσχα του 1919» στις αυλές όλων των εκκλησιών. Που όχι μόνο παρεμποδίσθηκαν βίαια αλλά και σημαδεύτηκαν με την ηρωϊκή θυσία και εκτέλεση από τους Ιταλούς κατακτητές του Παπα-Λουκά και της Ανθούλας Ζερβού στο Παραδείσι.
Τα πράγματα μάλιστα έγιναν ακόμη πιο δύσκολα αργότερα, μετά το 1923, στη δεύτερη περίοδο της ιταλοκρατίας. Περίοδο ακόμη πιο ανοικτής εθνικής καταπίεσης και συστηματικής πολιτικής αφελληνισμού για τα σκλαβωμένα Δωδεκάνησα.
Τότε που καταργήθηκαν ουσιαστικά στη Ρόδο οι Ορθόδοξες Κοινότητες και τα συντηρούμενα από την Εκκλησία σχολεία, πλην όμως άλλη μια περίοδος που και πάλι η Εκκλησία, με Μητροπολίτη Ρόδου τον Απόστολο Τρύφωνος, στάθηκε στο ύψος της.
Και τότε ακόμη, απέναντι στα ιταλικά πια σχολεία, οι κληρικοί της Μητρόπολης Ρόδου, συντονισμένα κατάφεραν μέσω των Κατηχητικών, να συνεχίζουν να καλλιεργούν μαζί με τη θρησκεία, την εθνική συνείδηση, την ελληνοχριστιανική διαμόρφωση αλλά και τη μόρφωση των παιδιών, διδάσκοντας ουσιαστικά όλα τα μαθήματα των τάξεων του Δημοτικού, με πρώτα τα ελληνικά και την ιστορία.
Το 1943 μάλιστα και αφού πλέον οι Γερμανοί κατακτητές από αρχές του Σεπτέμβρη του 1943 διαδέχθηκαν τους Ιταλούς στα Δωδεκάνησα, και πάλι μεθοδικά και ριψοκίνδυνα η Εκκλησία, άρχισε να λειτουργεί Γυμνάσιο ως Ανώτερο Κατηχητικό, μέσα στον Ναό των Εισοδίων του Νιοχωρίου στη πόλη της Ρόδου.
Σε εκείνα όμως ακριβώς τα δύσκολα χρόνια του 1943, μέσα στο όλο αυτό εχθρικό αλλά και συνάμα εθνεγερτικό κλίμα, εδώ στα ιερά χώματα της Μονολίθου, γράφονται χρυσές σελίδες της Ιστορίας της αντίστασης, με αξιοθαύμαστη συμμετοχή ολόκληρου του πληθυσμού του χωριού.
Σταχυολογώντας από ιστορικές σημειώσεις, βιβλία και πονήματα που κατά καιρούς έχουν γραφτεί, ας προσπαθήσουμε να βιώσουμε την Ιστορία «του Λημεριού των Κατασκόπων της Μονολίθου», ας προσπαθήσουμε να μεταφερθούμε στις συνθήκες που επικρατούσαν και να διαβάσουμε το μεγαλείο της ψυχής των κατοίκων της Μονολίθου.
Μετά την ήττα των Δυνάμεων του Άξονα στο Ελ Αλαμέιν, την έναρξη της εισβολής των Συμμάχων στη Σικελία και την καθαίρεση του Μουσολίνι, λίγο πριν την ανακωχή και τη παράδοση των Ιταλών στους Συμμάχους και λίγο πριν οι Γερμανοί εισβάλλουν στα Δωδεκάνησα, οι συμμαχικές δυνάμεις με την ενεργό συμμετοχή του Ιερού Λόχου, της ελληνικής στρατιωτικής μονάδας ειδικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, αποφασίζουν να συγκροτήσουν στη Ρόδο ένα κατασκοπευτικό κέντρο.
Σκοπός, κατόπιν πληροφοριών για την επικείμενη εισβολή των Γερμανών στα Δωδεκάνησα, έγκαιρα να συγκεντρώσουν στοιχεία για τα δυνητικά κέντρα επιχειρήσεων τους στη Ρόδο, διότι σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες η Γερμανία με επίκεντρο τη Ρόδο θα προχωρούσε μεθοδικά σε ανακαταλήψεις όλων των νησιών.
Ανακαταλήψεις μάλιστα σε μια καμπή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που ήταν εξαιρετικά κρίσιμη για τη Δωδεκάνησο και το μέλλον της.
Και τούτο διότι αν και για τους Συμμάχους υπήρχε στρατηγική προτεραιότητα και επικέντρωση του βάρους των συμμαχικών δυνάμεων στις επιχειρήσεις κατάληψης της Ιταλίας και στην προετοιμασία των επιχειρήσεων απόβασης στη Νορμανδία, από την άλλη ήταν ξεκάθαρο πως με κανένα τρόπο δεν έπρεπε να αφεθούν τα Δωδεκάνησα στη τύχη τους. Και κυρίως δεν έπρεπε να αφεθεί έδαφος που θα επέτρεπε να εισέλθει η Τουρκία στον πόλεμο στο πλευρό των Γερμανών.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες και τις μετρήσιμες συμμαχικές δυνάμεις που παρέμειναν στη Μέση Ανατολή με τομέα και τη Δωδεκάνησο, η Μονόλιθος το μικρό χωριό κοντά στα κεντρικά δυτικά παράλια του νησιού, αποφασίζεται να γίνει κατασκοπευτικό κέντρο των συμμαχικών επιχειρήσεων.
Συγκεκριμένα, με υπόδειξη του εγκατεστημένου στο Κάιρο Μονολιθιάτη Ευστάθιου Λαγκάνη, επιλέγεται σαν κατάλληλο σημείο απόβασης ο όρμος «Κεραμενί» στη περιοχή της Μονολίθου.
Από εκεί λίγο πιο ψηλά στο βουνό, επιλέγεται επίσης να ιδρυθεί το κατασκοπευτικό κέντρο.
Στη περιοχή «Γιαννιού» του βουνού του «Ακραμίτη», μέσα σε μια σπηλιά, «μια αετοφωλία πάνω σε πανώριους βράχους, απρόσιτους και τρομακτικούς» όπως τη περιγράφει ο Σπύρος Κατέχης, μέλος της τρίτης αποστολής, στο έργο του « Μαρτυρίες κατασκόπων της Ρόδου 1943-1945».
Η σπηλιά αυτή έμεινε στην Ιστορία σαν «το Λημέρι των Κατασκόπων της Μονολίθου». Εκεί εγκαθίσταται ο πολύτιμος ασύρματος και από εκεί τρία κατά σειρά κλιμάκια κατασκόπων, ιδρύουν το κρησφύγετο τους για τις επιχειρησιακές αποστολές τους. Τις αποστολές Symton που ξεκίνησε στις 15-08-1943, την 2o Erratic που ξεκίνησε στις 03-10-1943 και την 3o Erratic που ξεκίνησε στις 26-04-1944.
Και οι τρεις αποστολές έδρασαν καίρια με πολύτιμους συνεργάτες όλους τους κατοίκους της Μονολίθου. Γιατί όλοι οι κάτοικοι της Μονολίθου, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, γνώριζαν την ύπαρξη του κατασκοπευτικού κέντρου στη σπηλιά, αλλά το κρατούσαν σαν επτασφράγιστο μυστικό, διατηρώντας αρραγή ενότητα και συλλογικότητα μέχρι τη παράδοση των νησιών στους συμμάχους στις 8 Μαΐου 1945.
Και όχι μόνο το κρατούσαν σαν επτασφράγιστο μυστικό, αλλά και όλοι οι κάτοικοι της Μονολίθου, παραδειγματικά ενωμένοι, ίδρυσαν ένα τοπικό δίκτυο πληροφοριών.
Με επικεφαλής τα αδέλφια Κλεάνθη, Βασίλη και Μαρία Μαλανδρή, τον Εφημέριο Παπακλήμη Διακομανώλη, τους Γιάγκο, Κλεάνθη και Γιάννη Παπασταμάτη, τον Νίκο Ηρωνία, τη Κατίνα Μπάλη και τους αδελφούς Στάθη και Παναγή Μπάλλη.
Όλοι αυτοί είχαν στενή επίσης συνεργασία και με πολλούς άλλους πατριώτες από όλη τη Ρόδο, όπως από τα χωριά Σιάννα, Γεννάδι, Απόλλωνα, Σορωνή, Αρχάγγελο και βέβαια και από τη πόλη, από τη Χώρα της Ρόδου, εκτελώντας μάλιστα το πιο δύσκολο μέρος των αποστολών του τοπικού δικτύου, μια γυναίκα, μια ταπεινή νεαρή χωριανή.
Η Μαρία Μαλανδρή, βραβευθείσα μόλις το 1987 και μάλιστα από τη πρεσβεία της Μ. Βρετανίας με το παράσημο του «Σταυρού των Παρτιζάνων» και αργότερα από την ελληνική πολιτεία, τιμηθείσα από τη Νομαρχία Δωδεκανήσου.
Η τολμηρή τσοπάνισσα Μαρία Μαλανδρή, το «Θεριό» όπως λόγω της αντοχής της, ήταν το ψευδώνυμο της στις επιχειρήσεις, δείχνοντας μεγαλείο και θάρρος, μεταβαίνοντας καθημερινά στο δίπλα από τη σπηλιά, γαλάρι, στο μαντρί της οικογένειας για να νοιαστεί τάχα τα ζώα, έπαιζε κορώνα-γράμματα τη ζωή της.
Κάτω κυριολεκτικά από τη μύτη των καραμπινιέρων και των Γερμανών, μετέφερε τροφοδοσία, εξοπλισμό για τον ασύρματο και κατασκοπευτικές πληροφορίες από το τοπικό δίκτυο και από τους ηρωικούς επίσης ριψοκίνδυνους συνεργάτες, ορισμένοι από τους οποίους πλήρωσαν με τη ζωή τους οδηγηθέντες στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Αρχικά στις 20-09-1944 ο Μιχαήλ Βρούχος και ο Γεώργιος Κωσταρίδης. Αργότερα στις 26-04-1945, ελάχιστες δυστυχώς ημέρες πριν τη παράδοση των Γερμανών, ο Στέφανος Γέροντας, ο Γιάννης Δεδρινός και ο Κλέοβουλος Χατζηγεωργίου.
Πολύτιμες πληροφορίες που μέσω του ασυρμάτου μεταφέρονται στο κέντρο του Καΐρου για να στεφθούν με επιτυχία συμμαχικές αεροπορικές επιχειρήσεις κατά εχθρικών στόχων στα αεροδρόμια της Καλάθου, των Μαριτσών, της Αστυπάλαιας και της στρατιωτικής βάσης της Λέρου.
Μη διστάζοντας η νεαρή ηρωίδα Μαρία Μαλανδρή, ακόμη και με τάχα καλέσματα προς τα ζώα της, αντί να το βάζει στα πόδια για να σωθεί, να παραμένει και να προστατεύει με συνθήματα το κλιμάκιο, όπως όταν μια ημέρα είδε να στέκονται Γερμανοί στρατιώτες ακριβώς πάνω από την είσοδο της σπηλιάς του Λημεριού.
Με κομβικό επίσης πρόσωπο του τοπικού δικτύου της Μονολίθου, ποιόν άλλο, τον Εφημέριο Παπακλήμη Διακομανώλη. Ο οποίος με κίνδυνο της ζωής του, πρωτοστάτησε για τη μεταφορά των ασυρμάτων της πρώτης αποστολής από τη παραλία στη σπηλιά, με ζώα κρυφά μέσα στη νύχτα.
Ο οποίος όρκιζε έναν-έναν τους κατοίκους του χωριού, να κρατήσουν το επτασφράγιστο μυστικό. Στο σπίτι του οποίου επίσης συγκεντρώνονταν τα μέλη των κατασκοπευτικών κλιμακίων, κρυφά, στις νυχτερινές εξόδους τους από τη σπηλιά όποτε υπήρχε ανάγκη.
Και ο οποίος ακόμη, παίζοντας και αυτός κορώνα-γράμματα τη ζωή του, έπαιρνε όλη την ευθύνη πάνω του και έμπαινε μπροστά σε δύσκολες περιστάσεις, που έπρεπε να αποσπάσει τη συνεργασία και την εχεμύθεια των Ιταλών καραμπινιέρων του Σταθμού της Μονολίθου, που παρέμεναν στο χωριό και επί Γερμανών.
΄Ολοι αυτοί λοιπόν οι κάτοικοι της Μονολίθου του 1943-1945, του «Αθάνατου Μονολίθου» όπως αποκαλεί το χωριό ο δημοσιογράφος, νομικός και συγγραφέας Σπύρος Λεωτσάκος στο βιβλίο του για τη Ρόδο που έκδωσε το 1947, αποτέλεσαν όπως ακριβώς περιγράφει ένα «μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία του μυστικού πολέμου, ένα ολόκληρο χωριό να είναι μπασμένο στην Αντίσταση. Όλοι, γέροι, γριές, νέοι και νέες, παιδάκια και κοριτσάκια, πλούσιοι κτηματίες και πτωχοί εργάτες. Και αρχηγός τους ο πνευματικός αρχηγός του χωριού, ο παπάς.»
Καταλήγοντας επίσης ο ίδιος συγγραφέας: «Κανένας δεν εφρόντισε να τους πει ότι πρέπει να πάρουν μέρους στη Αντίσταση και να βοηθήσουν στο μυστικό πόλεμο. Το καταλάβαιναν μόνοι τους.»
Και πράγματι. Αυθόρμητα και χωρίς δεύτερη σκέψη, έτσι αγνά και ανιδιοτελώς καταλάβαιναν τη συμμετοχή τους στην Αντίσταση, όλοι οι κάτοικοι της Μονολίθου της περιόδου 1943-1945. Τόσο οι μπροστάρηδες, όσο και η οπισθοφυλακή, οι αφανείς. Ο καθένας από το μετερίζι του.
Όλοι αυτοί που γαλουχημένοι από την Εκκλησία και τους προγόνους τους, έδωσαν ενωμένοι και με ταπεινότητα όλο τους τον εαυτό στην εθνική υπόθεση για την απελευθέρωση, χωρίς σκέψεις για την υστεροφημία τους, χωρίς καν την ιδέα ότι ενεργούν ως ήρωες και χωρίς να προσδοκούν την ελάχιστη αναγνώριση.
Αυτή άλλωστε δεν είναι η πραγματική έννοια και η μεγαλοπρέπεια που περιέχει η λέξη ΗΡΩΑΣ;
Σήμερα λοιπόν εδώ, στον ίδιο ιερό χώρο, στην ίδια την εκκλησιά του Αγίου Θωμά που γαλούχησε όλους αυτούς τους ήρωες, έχουμε και εμείς πλέον την ιδιαίτερη τιμή, γιορτάζοντας την επέτειο, να τους εκφράσουμε την Ευγνωμοσύνη μας με ένα τεράστιο Ευχαριστώ και έναν απέραντο Θαυμασμό για λογαριασμό όλου του απελευθερωμένου Δωδεκανησιακού Λαού.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα της ελεύθερης ελληνικής γης, που μας χάρισαν και τους σκεπάζει.
Αιωνία η Μνήμη τους.
Ζήτω η Μονόλιθος.
Ζήτω η Ρόδος.
Ζήτω η Δωδεκάνησος.
Ζήτω η Ελλάδα μας.

***Το κείμενο αποτελεί γραπτή απόδοση της ομιλίας του κ. Θεόδωρου Παπαγεωργίου στην εκδήλωση της 27-4-2025 στη Μονόλιθο για την επέτειο της τοπικής εθνικής εορτής για τη συμβολή των κατοίκων της Μονολίθου στην εθνική αντίσταση, ανήμερα της συνεορτής του πολιούχου του χωριού Αγίου Θωμά.
Φώτο: Dimitrios T.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News