Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Άνθρωπος και περιβάλλον
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 895 ΦΟΡΕΣ
Επί τη ευκαιρία του εορτασμού της ημέρας περιβάλλοντος: 5-06-2025
Γράφει ο: Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων
Ο γράφων με την ευκαιρία του εορτασμού τα ημέρας περιβάλλοντος, επιθυμεί να απευθύνει προς τους αναγνώστες της Εφημερίδας «Η Ροδιακή» λίγα λόγια από καρδιάς, σχετικά με την φύση και το περιβάλλον και την αγάπη και τον σεβασμό που θα πρέπει να δείχνουμε όλοι μας προς αυτά.
Οι πρόγονοί μας, οι αρχαίοι Έλληνες, εδημιούργησαν τον όρο «κόσμος», που σημαίνει κόσμημα, στολίδι, για να εκφράσουν την αγάπη των και τον σεβασμό των προς τον πράγματι όμορφο κόσμο, μέσα στον οποίο ζούμε. Αυτόν όμως θα πρέπει να τον γνωρίσουμε καλύτερα, να τον αγαπήσουμε και να τον σεβαστούμε.
Στο σημείο αυτό, παρακαλώ, να μου επιτρέψετε μία σύντομη, αλλά ενδιαφέρουσα αναφορά, από μία δημηγορία του μεγάλου ΄Ελληνα πολιτικού Ελευθερίου Βενιζέλου (1864-1936) προς την Βουλή τρων Ελλήνων. Σε μία επίσημη συνεδρία της Βουλής εγίνετο λόγος για τα αρχαία μνημεία και γενικώς τα υλικά κατάλοιπα των προγόνων μας, των αρχαίων Ελλήνων και ο Ελ. Βενιζέλος, μεταξύ άλλων ανέφερε και τα εξής:
«Αυτά, τα αρχαία μνημεία, δεν τα εκληρονομήσαμε από τους προγόνους μας, αλλά τα εδανεισθήκαμε από τα παιδιά μας και συνεπώς οφείλουμε να τα παραδώσουμε σε αυτά ακέραια και ατόφια».
Παραλλάσσοντας λίγο τα βαρυσήμαντα αυτά λόγια του Ελ. Βενιζέλου, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι το περιβάλλον στο οποίο ζούμε, δεν αποτελεί ιδιοκτησία μας, την οποία εκληρονομήσαμε από τους προγόνους μας, αλλά οφείλουμε να το παραδώσουμε σώο και ακέραιο στα παιδιά και στους απογόνους μας γενικά.
Τα όντα, τα οποία υπάρχουν γύρω μας, θα μπορούσαμε για λόγους τεχνικούς, να τα κατατάξουμε σε τρεις μεγάλες ομάδες, κάθε μία από τις οποίες αποτελεί ένα πραγματικά ιδιαίτερο και λαμπρό κόσμο, ήτοι: τον κόσμο της ανόργανης ύλης, των ορυκτών και τον κόσμο της ενόργανης ύλης και εννοούμε κυρίως τον κόσμο των φυτών και εκείνον των ζώων.
Οι τρεις αυτοί κόσμοι ευρίσκονται σε στενή σχέση και συνάφεια μεταξύ των, όπως θα προσπαθήσουμε, να εξηγήσουμε αμέσως. Ο κόσμος των ορυκτών παρέχει στον κόσμο των φυτών όλες εκείνες τις προϋποθέσεις, τις οποίες χρειάζονται για να επιβιώσουν, να αναπτυχθούν, να πολλαπλασιασθούν και να καρποφορήσουν.
Τα φυτά με τα προϊόντα και υποπροϊόντα των παρέχουν τροφή κυρίως στα φυτοφάγα, αλλά και στα παμφάγα ζώα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο άνθρωπος, για να επιβιώσουν, να πολλαπλασιασθούν, να αναπτυχθούν και να συνεχίζεται η ζωή στη γη ισορροπημένα και αρμονικά.
Εάν κάποιος από τους κρίκους της αλυσίδας αυτής λείψει ή λειτουργεί πλημμελώς, τότε οπωσδήποτε θα δημιουργηθούν μεγάλα και ανυπέρβλητα προβλήματα, τα οποία θα έχουν ως συνέπεια την διατάραξη της ισορροπίας και της αρμονίας στη ζωή των εμβίων όντων του πλανήτη μας και φυσικά και ημών των ανθρώπων.
Ο αρχαίος ‘Έλληνας τραγικός ποιητής Σοφοκλής (496-406 π. Χ.), στην πολύ ενδιαφέρουσα Τραγωδία του «Αντιγόνη», την οποία όλοι μας πιστεύω διδαχθήκαμε στα Γυμνάσια και στα Λύκεια, μεταξύ άλλων αναφέρει και τα επόμενα βαρυσήμαντα, σχετικά με το ανώτερο ον της δημιουργίας, τον «έμφρονα άνθρωπον (Homo sapiens)».
«Πολλά τα δεινά κ΄ ουδέν ανθρώπων δεινότερον πέλει»,το οποίο σημαίνει, σε ελεύθερη απόδοση στη νέα ελληνικά:
«Πολλά μεγάλα, θαυμαστά και φοβερά όντα – φοβερός με την έννοια του εν δυνάμει καλού και κακού – υπάρχουν στον κόσμο, αλλά το πιο μεγάλο, θαυμαστό και φοβερό ον, που μπορεί να κάνει τα μεγαλύτερα καλά, αλλά και τα μεγαλύτερα κακά, είναι ο άνθρωπος».
Τα σοφά αυτά λόγια του Σοφοκλή υπογραμμίζουν μεταξύ άλλων την μεγάλη ευθύνη την οποίαν φέρουμε εμείς, οι άνθρωποι, κάθε ένας από εμάς και όλοι μαζί, για την διατήρηση του περιβάλλοντος.
΄Ενα πρόχειρο και νομίζω σαθρό επιχείρημα, το οποίο ακούμε συχνά από γενικώς καλοπροαίρετους συνανθρώπους μας, είναι το επόμενο : «Και τί μπορώ εγώ ως άτομο, να κάμω, για το περιβάλλον;», δηλώνοντας προφανώς την δήθεν αδυναμία του ατόμου σχετικά με το θέμα αυτό. Νομίζω, ότι καθένας από εμάς, τόσο σε αυτό το θέμα, όσο και σε πολλά άλλα φέρει τεράστια προσωπική ευθύνη.
Ο μεγάλος Γάλλος διανοούμενος, φιλόσοφος και συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus, 1913-1960, Βραβείον Νομπέλ Λογοτεχνίας 1957) δεν παύει να τονίζει στα δημοσιεύματά του τη σημασία της ατομικής ευθύνης την οποίαν φέρει έκαστος από εμάς. Εκείνος υποστηρίζει και τεκμηριώνει το γεγονός, ότι ο άνθρωπος ανά πάσα στιγμή είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένος, να αποφαίνεται και να λαμβάνει αποφάσεις, για τις οποίες φέρει πλήρως την ευθύνη.
Πρόκειται για τη λεγόμενη «Ηθική της ατομικής ευθύνης». Ο άνθρωπος είναι το σύνολο των αποφάνσεων και αποφάσεών του, τόσο των θετικών, όσο και των αρνητικών. Είμεθα υπεύθυνοι για αυτά που κάνουμε, αλλά εξίσου υπεύθυνοι και για αυτά που θα μπορούσαμε να κάνουμε και για διαφόρους λόγους δεν θελήσαμε, δεν προσπαθήσαμε και δεν αγωνισθήκαμε για να τα κάνουμε.
Η σκέψη αυτή του Α. Καμύ μας φέρνει στο μυαλό ένα γνωμικό του αρχαίου προσωκρατικού Έλληνα φιλοσόφου, του Ηρακλείτου του Εφεσίου ή Σκοτεινού (544-484 π. Χ.), ονομαζομένου έτσι για το συνήθως δυσνόητο των γνωμικών του. Το κείμενο αυτό έχει ως εξής :
« Εάν μη έλπηται, ανέλπιστον ουκ εξευρήσει,
ανεξερεύνητον εόν και άπορον».
Σε μετάφραση και ελεύθερη απόδοση στα νέα Ελληνικά:
«Άνθρωπέ μου, γνώριζε καλά, ότι εάν και εφόσον δεν ελπίζεις, δεν πιστεύεις και δεν αγωνίζεσαι για την πραγματοποίηση κάποιου πράγματος ή κάποιου ιδανικού, τότε αυτό δεν πρόκειται ποτέ να πραγματοποιηθεί.
Διότι, κάτι το οποίον δεν σε απασχόλησε και δεν προσπάθησες να το ερευνήσεις, να το μελετήσεις και να το γνωρίσεις, αυτό για πάντα θα διαφεύγει του γνωστικού σου πεδίου και δεν πρόκειται ποτέ να γίνει πραγματικότητα».
Ή απλούστερα: «Πώς θέλεις να λάβει σάρκα και οστά κάτι, αναφορικά με το οποίο δεν ασχολήθηκες, δεν ερεύνησες, δεν εμελέτησες, δεν επίστεψες, δεν ήλπισες και δεν αγωνίσθηκες στη ζωή σου;».
Και τέλος θα αναφέρω ένα ιστορικό ανέκδοτο, απλό και κατανοητό, το οποίο έλαβε χώρα πριν λίγα χρόνια σε ένα Μοναστήρι του Αγίου Όρους και το οποίο νομίζω σχετίζεται άμεσα με τον σημερινό (σ.σ. 5.05.2025) εορτασμό του περιβάλλοντος και το οποίο έχει ως εξής:
Ο γράφων επισκέπτεται κατά διαστήματα το Άγιον Όρος, θαυμάζει και απολαμβάνει την παρθένα και όμορφη φύση του Άθωνος και μελετά την Τέχνη και την Ιστορία των Μονών του Αγίου Όρους.
Ο γράφων τα τελευταία χρόνια είχε επισκεφθεί μία Μονή του Αγίου Όρους, η οποία κείται στην δυτική παραλία της χερσονήσου του Άθωνος και εκεί είχε γνωρίσει τυχαίως ένα επίσης προσκυνητή, τον Γιάννη, ένα ενήλικα ΄Ελληνα, όχι διανοούμενο, απόφοιτο Δημοτικού Σχολείου, αλλά πολύ ευαισθητοποιημένο σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, έγγαμο, πατέρα πέντε παιδιών, ο οποίος εζούσε με την Οικογένειά του ως μετανάστης στη Γερμανία και εργαζόταν σε Εργοστάσιο εκεί. Και εκείνος ευρίσκετο ως επισκέπτης για λίγες ημέρες στο Άγιον ΄Όρος.
Ήταν Κυριακή και μετά τη Θεία Λειτουργία και την αμέσως ακολουθούσα Τράπεζα, ο γράφων και ο γνωστός του, ο Γιάννης από την Γερμανία, εθεώρησαν σκόπιμο, να κάνουν ένα σύντομο περίπατο και να απολαύσουν την παρθένα και πανέμορφη φύση, που περιέβαλλε τη Μονή, η οποία μας εφιλοξενούσε.
Στον Αρσανά – το λιμανάκι - της Μονής αυτής, δύο Μοναχοί της εν λόγω Μονής, ο ένας μεγαλύτερος στην ηλικία και ο άλλος νεότερος, φορώντας ράσα πεπαλαιωμένα και έχοντας μαζί των δίκτυα και όλα τα σύνεργα της ψαρικής, μπήκαν σε ένα μικρό καΐκι της Μονής και εφαίνοντο ότι επρόκειτο να μεταβούν στο ψάρεμα. Σημειωτέο, ότι, επειδή κατά κανόνα οι Μοναχοί του Αγίου Όρους δεν τρώγουν για λόγους αρχής ποτέ κρέας, αντί αυτού, γεύονται συνήθως κατά τις μεγάλες εορτές και τις Κυριακές ψάρι και οι παραλίες του Αγίου Όρους είναι πλούσιοι ψαρότοποι.
Ο Γιάννης από τη Γερμανία, βλέποντας τους δύο Μοναχούς να ετοιμάζονται για το ψάρεμα, με σεβασμό, διάκριση αλλά και σαφήνεια, απευθύνοντάς των τον λόγο, τους είπε:
«Πατέρες, βλέπω ότι ετοιμάζεστε, να πάτε για ψάρεμα. Σας εύχομαι να πάτε με το καλό, να γυρίσετε με το καλό, αλλά να μην πιάσετε κανένα ψάρι».
Οι Μοναχοί εφάνηκε αμέσως, ότι επειράχθησαν από τα λόγια αυτά του Γιάννη, επειδή μεταξύ άλλων, τόσον οι ψαράδες, όσο και οι κυνηγοί είναι κατά κανόνα προληπτικοί. Και ενώ ο γηραιότερος των Μοναχών παρέμενε σιωπηλός, όμως, ο νεότερος Μοναχός, απευθυνόμενος στον Γιάννη, παρετήρησε:
«Γιατί, ευλογημένε, μας εύχεσαι, να μην πιάσουμε ψάρια; Ο Θεός τα ψάρια τα έπλασε, για να τα πιάνουμε και να τα τρώμε εμείς οι άνθρωποι».
Και ο Γιάννης, παραμένοντας ήρεμος και σοβαρός, του απήντησε:
«Όχι, Πάτερ μου. Ο Θεός τα ψάρια τα έπλασε για να στολίσει τα νερά!».
Οι Μοναχοί σιωπηλοί εξεκίνησαν για το ψάρεμα και πιθανώς να εσκέπτοντο, τι περίεργος είναι ο άνθρωπος αυτός, ο οποίος τους εύχεται να μην πιάσουν ψάρια.
Τα παραπάνω απλά, αλλά μεστού νοήματος λόγια του απλοϊκού Γιάννη, δείχνουν μεταξύ άλλων, πόσον ευαισθητοποιημένοι είναι μερικοί άνθρωποι και ότι αντιμετωπίζουν τη δημιουργία και τον κόσμο πράγματι ως κόσμημα και στολίδι, που θα πρέπει να σεβόμεθα και να αντιμετωπίζουμε με απέραντο σεβασμό, προσοχή και αγάπη.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News