Θάνος Ζέλκας: Όταν η άποψη αντικατέστησε τη σκέψη
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 523 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Θάνος Ζέλκας
Υπήρξε μια εποχή που η άποψη αποτελούσε το τέλος μιας διαδρομής. Προηγούνταν η γνώση, η επεξεργασία, η αμφιβολία. Σήμερα στον ψηφιακό κόσμο, η άποψη είναι συχνά η αρχή. Ενίοτε ταυτόχρονα και το τέλος. Δεν απαιτείται κατανόηση για να τοποθετηθεί κάποιος. Απαιτείται απλώς ταχύτητα. Η σκέψη, με τις καθυστερήσεις και τις αντιφάσεις της, θεωρείται πολυτέλεια σε έναν κόσμο που επιβραβεύει την άμεση αντίδραση.
Κάθε γεγονός μετατρέπεται σχεδόν ακαριαία σε πεδίο τοποθετήσεων. Δεν προηγείται το ερώτημα «τι συμβαίνει», αλλά το «πού ανήκω». Η πραγματικότητα δεν εξετάζεται βάθος. Ταξινομείται και κατατάσσεται. Και όσο λιγότερο χρόνο αφιερώνουμε για να την κατανοήσουμε, τόσο πιο πρόθυμοι είμαστε να υιοθετήσουμε έτοιμες ερμηνείες. Όχι επειδή είναι σωστές, αλλά επειδή είναι διαθέσιμες.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι άνθρωποι έχουν άποψη. Είναι ότι όλο και λιγότεροι εμβαθύνουν στη γνώση που θα μπορούσε να τη στηρίξει. Η γνώση απαιτεί κόπο, διάρκεια, πειθαρχία. Αντίθετα, η πληροφορία καταναλώνεται αποσπασματικά και χωρίς σύνδεση. Τίτλοι χωρίς περιεχόμενο, αποσπάσματα χωρίς πλαίσιο, δεδομένα χωρίς ερμηνεία. Έτσι δημιουργείται η ψευδαίσθηση του ενημερωμένου πολίτη, χωρίς το βάρος της ουσιαστικής κατανόησης.
Αυτή η επιφανειακή σχέση με τη γνώση αναπόφευκτα έχει συνέπειες. Όταν δεν κατανοείς σε βάθος, δεν μπορείς να αξιολογήσεις. Και όταν δεν μπορείς να αξιολογήσεις, γίνεσαι ευάλωτος. Η προπαγάνδα δεν απευθύνεται σε ανόητους. Απευθύνεται σε βιαστικούς. Σε εκείνους που δεν έχουν τον χρόνο ή την διάθεση να ελέγξουν, να συγκρίνουν, να αμφισβητήσουν. Σε εκείνους που έχουν άποψη πριν αποκτήσουν γνώση.
Η προπαγάνδα δεν επιβάλλεται με τη βία. Προσφέρεται ως απλοποίηση. Δίνει εύκολες απαντήσεις σε σύνθετα ερωτήματα και ανακουφίζει από την ευθύνη της σκέψης. Δεν ζητά να καταλάβεις. Ζητά να ταυτιστείς. Και όταν η άποψη λειτουργεί ως δήλωση ταυτότητας και όχι ως αποτέλεσμα σκέψης, τότε γίνεται το ιδανικό όχημα χειραγώγησης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η σκέψη θεωρείται ύποπτη. Η αμφιβολία παρεξηγείται ως αδυναμία. Το «δεν ξέρω» εκλαμβάνεται ως ήττα. Αντί να αναγνωρίζεται ως αφετηρία κατανόησης, αντιμετωπίζεται ως κενό που πρέπει να καλυφθεί άμεσα με οτιδήποτε. Έτσι, η βεβαιότητα αποκτά μεγαλύτερη αξία από την αλήθεια.
Ο δημόσιος λόγος γεμίζει από φωνές, αλλά στερείται βάθους. Όλοι μιλούν, ελάχιστοι ακούν. Όλοι απαντούν, σχεδόν κανείς δεν ρωτά. Η σκέψη, όμως, δεν γεννιέται από απαντήσεις. Γεννιέται από ερωτήματα που αντέχουν να μείνουν ανοιχτά.
Και εδώ βρίσκεται το ουσιώδες ερώτημα: θέλουμε πραγματικά να καταλάβουμε τον κόσμο ή απλώς να νιώσουμε ασφαλείς μέσα σε αυτόν; Θέλουμε γνώση ή επιβεβαίωση; Γιατί αυτά τα δύο σπάνια συνυπάρχουν. Η γνώση αποσταθεροποιεί. Η επιβεβαίωση καθησυχάζει.
Μια κοινωνία που αντικαθιστά τη σκέψη με την άποψη δεν γίνεται απλώς θορυβώδης. Γίνεται ευάλωτη. Ευάλωτη σε απλουστεύσεις, σε αφηγήσεις χωρίς αντίλογο, σε βεβαιότητες χωρίς θεμέλιο. Και τότε το πρόβλημα δεν είναι ότι οι άνθρωποι κάνουν λάθος. Είναι ότι χάνουν την ικανότητα να διακρίνουν πότε κάνουν λάθος.
Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η λάθος άποψη. Είναι η απουσία της διαδρομής που θα μπορούσε να τη διορθώσει. Όταν η σκέψη εγκαταλείπεται, τότε το μυαλό είναι έρμαιο της χειραγώγησης. Κάθε αφήγηση γίνεται εξίσου πιθανή, κάθε βεβαιότητα εξίσου αποδεκτή. Και σε έναν τέτοιο κόσμο, δεν κυριαρχεί η αλήθεια, αλλά οτιδήποτε ειπωθεί πιο απλά, πιο δυνατά, πιο συχνά.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News