Αντιδράσεις από την ΠΟΞ για την αύξηση των δημοτικών τελών με αφορμή το σχέδιο νόμου για τον κώδικα τοπικής αυτοδιοίκησης
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 176 ΦΟΡΕΣ
Τις σοβαρές επιφυλάξεις του αναφορικά με το περιεχόμενο του σχεδίου νόμου για τον κώδικα τοπικής αυτοδιοίκησης που έχει θέσει σε διαβούλευση το υπουργείο Εσωτερικών, αναδεικνύει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων, με κείμενο παρατηρήσεων που έστειλε προς τον αρμόδιο υπουργό Θεόδωρο Λιβάνιο.
Το σημείο που αναδεικνύει περισσότερο είναι οι ρυθμίσεις που αφορούν τα δημοτικά τέλη, καθώς η ΠΟΞ εκτιμά ότι είναι εσφαλμένη η αύξηση που επέρχεται στα δημοτικά τέλη που καλούνται οι επιχειρήσεις και οι κάτοικοι των περιοχών να καταβάλουν μέσω της θεσμοθέτησης του Τέλους Τοπικής Ανάπτυξης (άρθρο 392 του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου).
«Η εισαγωγή ενός αυξημένου οριζόντιου τέλους, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένες ανταποδοτικές υπηρεσίες, επιβαρύνει περαιτέρω το ήδη αυξημένο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και ιδίως των ξενοδοχειακών μονάδων, οι οποίες αποτελούν δραστηριότητες εντάσεως κεφαλαίου και εργασίας. Επιπλέον, η σώρευση πολλαπλών επιβαρύνσεων (φορολογικών και δημοτικών) υπονομεύει άμεσα την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος έναντι άλλων χωρών με χαμηλότερους συντελεστές και σταθερότερα πλαίσια χρεώσεων» αναφέρει χαρακτηριστικά στην επιστολή της.
Με την ευκαιρία επισημαίνει ότι θεωρεί εξαιρετικά σημαντική την ανταποδοτικότητα των καταβαλλόμενων τελών. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να διασφαλιστεί η ύπαρξη πλήρους και αναλυτικής καταγραφής, καθώς και δημοσιοποίησης, των έργων/δράσεων στις οποίες τα δημοτικά τέλη που εισπράττονται διοχετεύονται και να υπάρχει σαφής αντιστοίχιση κάθε τέλους με συγκεκριμένα έργα ή υπηρεσίες. Σύμφωνα με την ΠΟΞ η έλλειψη ανταποδοτικότητας και διαφάνειας αποδυναμώνει τη νομιμοποίηση των επιβαρύνσεων και δημιουργεί αίσθημα άνισης μεταχείρισης.
Στην επιστολή αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής:
Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,
Οι συνολικοί καθαροί φόροι που εισπράττονται από τη λειτουργία του ξενοδοχειακού κλάδου είναι διαχρονικά σημαντικά υψηλότεροι από τους φόρους που εισπράττονται, κατά μέσο όρο, από τους υπόλοιπους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, καθώς και από τους αντίστοιχους φόρους που καταβάλλονται από τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ανταγωνιστριών χωρών, ενώ παράλληλα επιβαρύνουν σε δυσανάλογα μεγάλο βαθμό το ίδιο το ξενοδοχειακό προϊόν, δημιουργώντας, έτσι, μια κατάσταση υπερ-φορολόγησης του κλάδου (βλ. σχετ. Μελέτη ΙΝΣΕΤΕ: «Αξιολόγηση της φορολογικής ανταγωνιστικότητας στον τουρισμό – Μέρος Β: Η επίπτωση των υψηλών φορολογικών συντελεστών στα ξενοδοχεία – Σύγκριση Ελλάδας με ανταγωνίστριες χώρες.» και Μελέτη ΙΤΕΠ: «Η Η Φορολογική Επιβάρυνση του Ξενοδοχειακού Κλάδου»).
Μετά τη σημαντική επιβάρυνση που υπέστη η ανταγωνιστικότητα του ξενοδοχειακού προϊόντος λόγω της εκ νέου αύξησης του τέλους ανθεκτικότητας στη κλιματική κρίση, οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις κλήθηκαν κατά τα τελευταία έτη να διαχειριστούν σημαντικές αυξήσεις και στα δημοτικά τέλη. Πολλοί Δήμοι προέβησαν σε τεράστιες αυξήσεις στα δημοτικά τέλη καθαριότητας και φωτισμού, αυξήσεις οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις έφθασαν (βάσει σχετικών αναφορών από μέλη μας) ακόμα και το 300%, ενώ υπάρχουν περιπτώσεις Δήμων που δεν δέχονται να εφαρμόσουν τιςρητές διατάξεις που ισχύουν εδώ και πολλά χρόνια σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των δημοτικών τελών για τις εποχικής λειτουργίας επιχειρήσεις. Σημειώνουμε πως οι διατάξεις του άρθρου 37 του ν.4819/2021 περί εφαρμογής συστήματος «πληρώνω όσο πετάω» παραμένουν ανεφάρμοστες.
Όλο και περισσότεροι Δήμοι έκαναν χρήση της δυνατότητας που τους δόθηκε με το άρθρο 30 του ν.5143/2024 να προβούν και σε αύξηση του τέλους διαμονής παρεπιδημούντων από 0,50% σε 0,75% (αύξηση 50%), χωρίς μάλιστα να αιτιολογούν την απόφασή τους αυτή - να προσδιορίζουν ποιες πρόσθετες δαπάνες πρόκειται να καλύψουν και χωρίς έγκαιρη ενημέρωση των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα σε πολλές περιπτώσεις αυτές να επιβαρύνονται με την κάλυψη των σχετικών ποσών που, κανονικά, θα έπρεπε να παρακρατούν από τους πελάτες τους.
Πέραν των ανωτέρω, υπήρξαν και παραδείγματα Δήμων που προέβησαν στην επιβολή νέων «ειδικών» δημοτικών τελών, προκειμένου να ενισχύσουν τις υποδομές τους, εντείνοντας περαιτέρω το ήδη σύνθετο και επιβαρυμένο πλαίσιο χρεώσεων που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις του κλάδου. Ενόψει των ανωτέρω επισημαίνουμε τα εξής σε σχέση με τις ρυθμίσεις που διαλαμβάνονται στο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου και αφορούν τα δημοτικά τέλη. Α. Θεωρούμε εσφαλμένη την αύξηση που επέρχεται στα δημοτικά τέλη που καλούνται οι επιχειρήσεις και οι κάτοικοι των περιοχών να καταβάλουν μέσω της θεσμοθέτησης του Τέλους Τοπικής Ανάπτυξης (άρθρο 392 του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου).
Η εισαγωγή ενός αυξημένου οριζόντιου τέλους, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένες ανταποδοτικές υπηρεσίες, επιβαρύνει περαιτέρω το ήδη αυξημένο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και ιδίως των ξενοδοχειακών μονάδων, οι οποίες αποτελούν δραστηριότητες εντάσεως κεφαλαίου και εργασίας. Επιπλέον, η σώρευση πολλαπλών επιβαρύνσεων (φορολογικών και δημοτικών) υπονομεύει άμεσα την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος έναντι άλλων χωρών με χαμηλότερους συντελεστές και σταθερότερα πλαίσια χρεώσεων.
Β. Θεωρούμε εξαιρετικά σημαντική την ανταποδοτικότητα των καταβαλλόμενων τελών. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να διασφαλιστεί η ύπαρξη πλήρους και αναλυτικής καταγραφής, καθώς και δημοσιοποίησης, των έργων/δράσεων στις οποίες τα δημοτικά τέλη που εισπράττονται διοχετεύονται και να υπάρχει σαφής αντιστοίχιση κάθε τέλους με συγκεκριμένα έργα ή υπηρεσίες, Η έλλειψη ανταποδοτικότητας και διαφάνειας αποδυναμώνει τη νομιμοποίηση των επιβαρύνσεων και δημιουργεί αίσθημα άνισης μεταχείρισης.
Γ. Θα πρέπει να προσδιορισθούν περιοριστικά οι περιπτώσεις στις οποίες οι Δήμοι έχουν τη δυνατότητα να προβούν στην επιβολή νέων τελών ή εισφορών (άρθρο 430 του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου) και η απαλοιφή της προβλεπόμενης αντίστοιχης δυνατότητας από τις περιφέρειες καθώς εκτείνονται χωρικά σε πολύ μεγαλύτερες και ανομοιογενείς περιοχές. Ειδικότερα, προτείνεται:
• Να θεσπιστεί εξαντλητικός κατάλογος επιτρεπόμενων περιπτώσεων επιβολής νέων τελών,
• Να απαιτείται τεκμηριωμένη μελέτη κόστους– οφέλους και αιτιολόγηση αναγκαιότητας,
• Να προβλέπεται ανώτατο όριο επιβάρυνσης,
• Να προβλέπεται υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση με τους εκπροσώπους των παραγωγικών φορέων πριν την επιβολή οποιουδήποτε νέου τέλους.
• Να διασφαλίζεται ότι τα νέα τέλη δεν επικαλύπτουν ήδη υφιστάμενες επιβαρύνσεις.
• Να προβλέπεται σαφής και εντός εύλογου χρόνου προσδιορισμένη διαδικασία ανάκλησης ή/και επιστροφής των τελών από το εποπτεύον Υπουργείο, σε περίπτωση αυθαίρετης η/και καταχρηστικής επιβολής τους.
Με τον τρόπο αυτό αποτρέπεται η αυθαίρετη ή καταχρηστική επιβολή επιβαρύνσεων και διασφαλίζεται ένα σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News