Γιάννης Σαμαρτζής: Γιατί η Ελλάδα υστερεί σε Επενδύσεις: Η θέση της στην ΕΕ και οι διαχρονικές φάσεις της Οικονομίας
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 209 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος
Η υστέρηση των επενδύσεων στην Ελλάδα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί μία από τις κύριες δομικές αδυναμίες της εγχώριας οικονομίας. Παρά τη σημαντική ανάκαμψη των τελευταίων ετών, οι Ακαθάριστες Επενδύσεις Παγίου Κεφαλαίου στην Ελλάδα κυμαίνονται κοντά στο 18–19% του ΑΕΠ, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αγγίζει το 23%.
Η ανάπτυξη μιας οικονομίας δεν εξαρτάται μόνο από την κατανάλωση ή από τη βραχυπρόθεσμη αύξηση του εισοδήματος. Βασίζεται κυρίως στην ικανότητά της να επενδύει στο μέλλον. Νέες επιχειρήσεις, σύγχρονες υποδομές, τεχνολογικός εξοπλισμός, έρευνα και καινοτομία, αποτελούν τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίζεται μια ισχυρή και ανταγωνιστική οικονομία. Σε αυτόν τον τομέα, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πίσω από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς το επενδυτικό της επίπεδο παραμένει χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης (2010–2019), οι επενδύσεις κατέρρευσαν περισσότερο από 60%. Η χώρα υπέστη καθαρή αποεπένδυση - δηλαδή οι αποσβέσεις του εξοπλισμού των επιχειρήσεων ήταν μεγαλύτερες από τις νέες επενδύσεις - δημιουργώντας ένα τεράστιο κενό, το οποίο απαιτεί ρυθμούς αύξησης για χρόνια, ώστε να υπερκαλυφθεί.
Συγκεκριμένα, για περισσότερο από μία δεκαετία, η Ελλάδα αντιμετώπισε ύφεση, δημοσιονομικούς περιορισμούς, αβεβαιότητα και έλλειψη χρηματοδότησης. Οι επενδύσεις κατέρρευσαν, οι επιχειρήσεις περιόρισαν τα σχέδιά τους και το κράτος μείωσε σημαντικά τις δημόσιες δαπάνες. Η κρίση αυτή δημιούργησε ένα μεγάλο «επενδυτικό κενό», 100 δισ. ευρώ περίπου, το οποίο δεν έχει ακόμη καλυφθεί πλήρως. Έτσι, η Ελλάδα υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου κατά περίπου 4 με 5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Αυτό μεταφράζεται σε ένα έλλειμμα παραγωγικών επενδύσεων ύψους 15–18 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως.
Ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τη χαμηλή επενδυτική επίδοση της Ελλάδας είναι η δομή της οικονομίας της. Η χώρα διαθέτει μεγάλο αριθμό μικρών και οικογενειακών επιχειρήσεων - που αποτελούν το 90% περίπου του συνόλου των επιχειρήσεων - και αποτελούν το σημαντικότερο κομμάτι της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτές οι επιχειρήσεις στερούνται οικονομιών κλίμακας, (οικονομίες κλίμακας είναι η μείωση του μέσου κόστους παραγωγής μιας επιχείρησης, καθώς αυξάνεται η συνολική ποσότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών που παράγει. Αυτό το φαινόμενο ευνοεί, και δίνει στις μεγάλες επιχειρήσεις σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των μικρότερων), δεν διαθέτουν τμήματα Έρευνας και Ανάπτυξης και δυσκολεύονται να αντλήσουν κεφάλαια για μεγάλες επενδύσεις σε τεχνολογία και μηχανολογικό εξοπλισμό. Επομένως, η έλλειψη κεφαλαίων, η περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και η αδυναμία επένδυσης σε νέες τεχνολογίες περιορίζουν την παραγωγικότητά τους.
Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) επισημαίνει ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά παραγωγικότητας μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων στην Ελλάδα και ότι η μικρή κλίμακα περιορίζει την επένδυση και την υιοθέτηση τεχνολογίας.
Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της μνημονιακής περιόδου, η ραγδαία πτώση του ΑΕΠ, η αβεβαιότητα και η κατάρρευση του τραπεζικού τομέα οδήγησαν σε πάγωμα των επιχειρηματικών σχεδίων. Το υφιστάμενο παραγωγικό κεφάλαιο (μηχανήματα, υποδομές, τεχνολογία) απαξιώθηκε χωρίς να αντικατασταθεί.
Παράλληλα, η πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό παρέμεινε για πολλά χρόνια δύσκολη. Οι ελληνικές τράπεζες, μετά τη μεγάλη κρίση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, έγιναν ιδιαίτερα προσεκτικές στη χορήγηση νέων πιστώσεων. Αν και το τραπεζικό σύστημα έχει πλέον σταθεροποιηθεί, πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξασφάλιση χρηματοδότησης για επενδύσεις και ανάπτυξη.
Όμως, για να χρηματοδοτηθούν οι επενδύσεις, απαιτούνται αποταμιεύσεις, εγχώριες ή ξένες. Η εγχώρια αποταμίευση των νοικοκυριών στην Ελλάδα παρέμεινε αρνητική ή εξαιρετικά χαμηλή για χρόνια, πράγμα που σημαίνει ότι η χώρα εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από ξένα κεφάλαια, δηλαδή από Άμεσες Ξένες Επενδύσεις, καθώς και από ευρωπαϊκούς πόρους (ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης, ΚΑΠ).
Ένα ακόμη εμπόδιο είναι το επιχειρηματικό περιβάλλον. Η γραφειοκρατία, οι καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις, η πολυπλοκότητα της νομοθεσίας και η αβεβαιότητα σε ορισμένες περιπτώσεις λειτουργούν αποτρεπτικά για επενδυτές, τόσο Έλληνες όσο και ξένους. Οι επενδύσεις απαιτούν σταθερούς κανόνες, ταχύτητα στις διαδικασίες και εμπιστοσύνη ότι το οικονομικό περιβάλλον θα παραμείνει φιλικό προς την επιχειρηματικότητα.
Ιδιαίτερα, σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η Ελλάδα για πολλά χρόνια στηρίχθηκε σε ένα μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο περισσότερο στην κατανάλωση, στις κατασκευές και στις υπηρεσίες χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας. Ο τουρισμός, το εμπόριο και οι υπηρεσίες αποτελούν σημαντικούς πυλώνες της οικονομίας, όμως μια σύγχρονη χώρα χρειάζεται παράλληλα ισχυρή παραγωγική βάση, βιομηχανία, τεχνολογική ανάπτυξη και επενδύσεις στην έρευνα.
Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν θετικές ενδείξεις. Η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, η ψηφιοποίηση του κράτους και η αυξημένη προσέλκυση ξένων επενδύσεων, ιδιαίτερα το 2025, δημιούργησαν νέες ευκαιρίες. Ωστόσο, η πρόκληση παραμένει μεγάλη: η Ελλάδα πρέπει να αυξήσει όχι μόνο το ύψος των επενδύσεων, αλλά κυρίως την ποιότητά τους.
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της αρμόδιας υπηρεσίας του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD), οι εισροές ξένων επενδύσεων ανήλθαν το 2025 στα 12,86 δισ. δολάρια, έναντι 5 δισ. δολαρίων το 2019 και μόλις 1,27 δισ. το 2015, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική ενίσχυση της επενδυτικής ελκυστικότητας της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια.
Τα στοιχεία της UNCTAD καταγράφουν τη θεαματική αύξηση των ξένων άμεσων επενδύσεων στην Ελλάδα μέσα στην τελευταία δεκαετία.
Η συνεχής άνοδος των επενδύσεων αποτυπώνεται και στο συνολικό απόθεμα άμεσων ξένων επενδύσεων, το οποίο ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 100 δισ. δολάρια, σχεδόν διπλάσιο από τα 51,8 δισ. δολάρια που είχαν καταγραφεί το 2020, παρά την προσωρινή επιβράδυνση που προκάλεσε η πανδημία.
Όμως, δεν έχει σημασία μόνο το πόσο επενδύουμε, αλλά και το πού. Γιατί ένα σημαντικό μέρος της ανάκαμψης των επενδύσεων κατευθύνεται στην αγορά ακινήτων και στον τουρισμό. Αν και αυτοί οι τομείς προσφέρουν άμεσα έσοδα, δεν αυξάνουν όσο θα έπρεπε τη μακροπρόθεσμη παραγωγικότητα της χώρας. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η συμμετοχή των επενδύσεων σε μηχανολογικό εξοπλισμό, τεχνολογίες πληροφορικής και ψηφιοποίηση υπηρεσιών αυξάνεται δυναμικά, αλλά παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να κατασκευαστούν περισσότερα κτήρια ή να αυξηθεί προσωρινά η οικονομική δραστηριότητα. Χρειάζονται επενδύσεις που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα, θα δημιουργήσουν καλύτερες θέσεις εργασίας και θα οδηγήσουν σε μια οικονομία υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σημείο. Η έξοδος από την κρίση δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια νέα αναπτυξιακή πορεία, αλλά η επιτυχία της θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της χώρας να καλύψει το επενδυτικό της έλλειμμα. Μόνο μέσα από περισσότερες και καλύτερες επενδύσεις, εγχώριες και ξένες, μπορεί να δημιουργηθεί ένα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο, ικανό να ανταγωνιστεί τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες και να εξασφαλίσει υψηλότερο επίπεδο ευημερίας για τις επόμενες γενιές.
Σύμφωνα με το Υπουργείο Ανάπτυξης, η διαχρονική εξέλιξη των επενδύσεων στην Ελλάδα αποτυπώνεται κυρίως μέσω του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου (ΑΣΠΚ), τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η ελληνική οικονομία έχει διανύσει τέσσερις διακριτές φάσεις τις τελευταίες δεκαετίες.
Παραθέτω σε πίνακα τις διαχρονικές φάσεις των επενδύσεων στη χώρα μας.
ΠΙΝΑΚΑΣ
Οι διαχρονικές φάσεις των επενδύσεων στην Ελλάδα
|
Περίοδος |
Χαρακτηριστικά & Τάση |
Μέσος Όρος Επενδύσεων (% ΑΕΠ) |
Κύρια Σύνθεση / Τομείς |
|
2000 – 2007
(Προ κρίσης επέκταση) |
Ιστορικό υψηλό επενδυτικής δραστηριότητας, υποστηριζόμενο από φθηνό δανεισμό και Ολυμπιακά έργα. |
22% – 26% (κορύφωση ~26% το 2007) |
Υπεροχή κατοικιών και κτιριακών κατασκευών, χαμηλότερο μερίδιο σε τεχνολογικό εξοπλισμό. |
|
2008 – 2015
(Κατάρρευση & Ύφεση) |
Κατακρήμνιση κεφαλαιουχικών δαπανών κατά >60% σε σταθερές τιμές. Αποεπένδυση (αποσβέσεις μεγαλύτερες των νέων επενδύσεων). |
11% – 12% (χαμηλό ~10,7%–11%) |
Πάγωμα δημόσιων και ιδιωτικών έργων, κατάρρευση οικοδομής, πιστωτική ασφυξία. |
|
2016 – 2020
(Στασιμότητα & Βάση) |
Σταδιακή σταθεροποίηση σε πολύ χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη (επενδυτικό κενό ~€90–100 δισ.). |
11% – 13% |
Αρχή ανάκαμψης σε μηχανολογικό εξοπλισμό, ΑΠΕ, logistics. |
|
2021 – 2025/2026 Ανάκαμψη
|
Ισχυρή επιτάχυνση ρυθμού αύξησης επενδύσεων (η ταχύτερη σωρευτική άνοδος στην ΕΕ μετά το 2020), με στήριξη από το Ταμείο Ανάκαμψης και ΑΠΕ. |
14% – 16,9% (16,9% το 2025) |
Ενέργεια/Πράσινη μετάβαση, ψηφιακός μετασχηματισμός, βιομηχανικός εξοπλισμός, τουριστικές υποδομές. |
Συμπερασματικά, το χαμηλότερο επίπεδο επενδύσεων στην Ελλάδα, σε σύγκριση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αποτελεί ένα σύνθετο πρόβλημα το οποίο οφείλεται σε οικονομικούς, θεσμικούς και διαρθρωτικούς παράγοντες. Η περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, η γραφειοκρατία, η αργή απονομή της δικαιοσύνης και η αβεβαιότητα που δημιούργησε η πολυετής οικονομική κρίση, έχουν επηρεάσει αρνητικά το επενδυτικό κλίμα. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια διαφαίνονται θετικές προοπτικές, καθώς η χώρα αξιοποιεί ευρωπαϊκά κονδύλια, προωθεί μεταρρυθμίσεις και προσελκύει ολοένα και περισσότερες ξένες επενδύσεις.
Η αύξηση των επενδύσεων δεν αποτελεί μόνο δείκτη οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, τη βελτίωση της παραγωγικότητας, την ενίσχυση της καινοτομίας και τη συνολική αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.
Επομένως, η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει τις προσπάθειες για τη δημιουργία ενός σταθερού, αξιόπιστου και ανταγωνιστικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Μόνο μέσα από τη συνεργασία κράτους, επιχειρήσεων και κοινωνίας θα μπορέσει να αυξήσει τις επενδύσεις της και να συγκλίνει ουσιαστικά με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης, εξασφαλίζοντας ένα βιώσιμο και ευημερούν μέλλον για τις επόμενες γενιές.
Κατάταξη των χωρών της ΕΕ με βάση τις επενδύσεις, ως ποσοστό του ΑΕΠ (Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου), με στοιχεία της Eurostat του 2024.
|
Θέση |
Χώρα |
Επενδύσεις (% ΑΕΠ) |
|
1 |
Ιρλανδία |
~32% |
|
2 |
Ουγγαρία |
~29% |
|
3 |
Εσθονία |
~27% |
|
4 |
Κροατία |
~27% |
|
5 |
Ρουμανία |
~27% |
|
6 |
Τσεχία |
~27% |
|
7 |
Βέλγιο |
~26% |
|
8 |
Αυστρία |
~25% |
|
9 |
Κύπρος |
~25% |
|
10 |
Σουηδία |
~25% |
|
11 |
Γαλλία |
~24% |
|
12 |
Φινλανδία |
~24% |
|
13 |
Λετονία |
~24% |
|
14 |
Δανία |
~23% |
|
15 |
Πορτογαλία |
~23% |
|
16 |
Γερμανία |
~22% |
|
17 |
Ιταλία |
~22% |
|
18 |
Βουλγαρία |
~22% |
|
19 |
Λιθουανία |
~22% |
|
20 |
Σλοβακία |
~22% |
|
21 |
Σλοβενία |
~22% |
|
22 |
Ισπανία |
~21% |
|
23 |
Μάλτα |
~20% |
|
24 |
Λουξεμβούργο |
~18% |
|
25 |
Πολωνία |
~18% |
|
26 |
Ελλάδα |
~16% |
|
27 |
Ολλανδία |
~16–17%
|
Παρατηρήσεις:
1 - Μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης: περίπου 22–23% του ΑΕΠ.
2 - Η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ, ως προς το ποσοστό επενδύσεων επί του ΑΕΠ, σημαντικά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ωστόσο, το 2025 παρουσίασε υψηλές εισροές Ξένων Άμεσων Επενδύσεων 12,5 δισ. ευρώ και η θέση της διαμορφώθηκε σε ποσοστό 18-19%.του ΑΕΠ.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News