Στέλλα Κυβέλου στο "Islands Voice"-"Λειψυδρία: τα μικρά νησιά μας ως εργαστήρια ανθεκτικότητας της Ευρώπης"
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 135 ΦΟΡΕΣ
Στις 16 Οκτωβρίου 2026, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕESC) οργανώνει στη Σύρο δημόσια ακρόαση (public hearing) προκειμένου να διαμορφώσει μια νέα γνωμοδότηση για τη Στρατηγική της ΕΕ για τα νησιά. Η νέα Στρατηγική της ΕΕ για τα νησιά[1], η οποία υιοθετήθηκε τον Ιούνιο του 2026, αναγνωρίζει ρητά τη λειψυδρία και την ανάγκη επενδύσεων στη βιώσιμη αφαλάτωση και ευρύτερα σε μια οικονομία έξυπνης διαχείρισης του νερού, προσαρμοσμένη στην κλίμακα και τα οικοσυστήματα των νησιών. Η κατεύθυνση αυτή χρειάζεται εύλογα να συνοδευθεί από τεχνική και θεσμική υποστήριξη, ώστε ακόμη και οι μικρότεροι νησιωτικοί δήμοι να μπορούν να την εφαρμόσουν.
Η Ευρώπη αναζητεί λοιπόν τρόπους να ενισχύσει την ανθεκτικότητά της απέναντι στις ξηρασίες, τη λειψυδρία, τις πλημμύρες και την υποβάθμιση των υδάτων. Για τον σκοπό αυτό, εύλογα στρέφεται στις «βέλτιστες πρακτικές»: δηλαδή επιτυχημένες τεχνολογίες, αποτελεσματικά μοντέλα διαχείρισης και νέες μορφές διακυβέρνησης. Ωστόσο, η ανθεκτικότητα στους παραπάνω κινδύνους δεν οικοδομείται με αντιγραφή έτοιμων λύσεων.
Τα ελληνικά μικρά νησιά[2] με την έντονη ποικιλομορφία τους – τόσο στο φυσικό όσο και στο παραδοσιακό δομημένο περιβάλλον- αναδεικνύουν ιδιαίτερα καθαρά την ανάγκη προσαρμογής κάθε πρακτικής στις συνθήκες και στις πραγματικές δυνατότητες του κάθε τόπου.
Η λειψυδρία ως εδαφικό ζήτημα
Οι επιπτώσεις της ξηρασίας και της λειψυδρίας εξαρτώνται από τη γεωγραφία, την οικονομία, τις χρήσεις γης, τις υποδομές και τον τρόπο λήψης αποφάσεων. Ένα μικρό νησί του Αιγαίου καλείται, κατά τη θερινή περίοδο, να εξυπηρετήσει πολλαπλάσιο πληθυσμό λόγω του τουρισμού, διαθέτοντας περιορισμένους υδατικούς πόρους. Η ζήτηση κορυφώνεται ακριβώς όταν η φυσική διαθεσιμότητα νερού βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο. Παράλληλα, οι μικροί νησιωτικοί δήμοι διαχειρίζονται την ύδρευση, την αποχέτευση, τις αφαλατώσεις, τις ενεργειακές ανάγκες, τα απορρίμματα και τα ευαίσθητα οικοσυστήματα, συχνά με ελάχιστο προσωπικό και ανεπαρκή τεχνική υποστήριξη.Η λειψυδρία αποτελεί επομένως ζήτημα οικολογικής και εδαφικής ανθεκτικότητας, το οποίο απαιτεί έναν συνεκτικό και ολοκληρωμένο σχεδιασμό.
Στον νησιωτικό χώρο οι πολιτικές αλληλοεπιδρούν με τρόπο άμεσο. Η αφαλάτωση αυξάνει τη διαθεσιμότητα νερού, αλλά δημιουργεί ενεργειακή ζήτηση, λειτουργικό κόστος λόγω και της αναγκαίας συντήρησης των εγκαταστάσεων και περιβαλλοντικές πιέσεις από τη διάθεση της άλμης. Η τουριστική ανάπτυξη ενισχύει μεν το εισόδημα των κατοίκων, αυξάνοντας όμως συγχρόνως την κατανάλωση κατά την περίοδο αιχμής. Η επέκταση των δικτύων αποδίδει λιγότερο όταν σημαντικές ποσότητες νερού χάνονται πριν φθάσουν στον καταναλωτή.
Οι ανανεώσιμες πηγές και η αποθήκευση ενέργειας μπορούν να μειώσουν το ενεργειακό αποτύπωμα της αφαλάτωσης και να υποστηρίξουν ολοκληρωμένα συστήματα νερού–ενέργειας. Αντιστοίχως, η εξοικονόμηση και η επαναχρησιμοποίηση μπορούν να περιορίσουν την ανάγκη νέων υποδομών. Η πολιτική για το νερό πρέπει συνεπώς να είναι ολοκληρωμένη : να συνδέεται με τον τουρισμό, τη γεωργία, τη χωρική ανάπτυξη και την προστασία των οικοσυστημάτων.
Από τη βέλτιστη στην κατάλληλη πρακτική
Είναι γεγονός ότι η ευρωπαϊκή εμπειρία προσφέρει χρήσιμα παραδείγματα. Η Μάλτα συνδέει την αφαλάτωση με την ενέργεια και την ασφάλεια εφοδιασμού. Ισπανικές περιφέρειες αναζητούν ισορροπίες μεταξύ γεωργίας και τουρισμού, ενώ άλλες περιοχές αναπτύσσουν συστήματα επαναχρησιμοποίησης. Οι λύσεις αυτές, όμως, δεν μεταφέρονται αυτούσιες στις Κυκλάδες ή στα Δωδεκάνησα. Μαζί με την τεχνολογία δεν μεταφέρονται αυτομάτως οι θεσμοί, οι οικονομίες κλίμακας, οι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί και οι διοικητικές ικανότητες που επέτρεψαν την επιτυχία της. Το κρίσιμο ερώτημα είναι, κατά συνέπεια, ποιες αρχές μπορούν να προσαρμοστούν στις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε νησιού και με ποια υποστήριξη.
Οι διάφοροι τόποι δεν ξεκινούν, άλλωστε, από την ίδια αφετηρία. Ένας μεγάλος ηπειρωτικός δήμος μπορεί να διαθέτει εξειδικευμένες υπηρεσίες, αξιόπιστα δεδομένα και εμπειρία στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις. Ένας μικρός νησιωτικός δήμος αντιμετωπίζει συχνά αναλογικά μεγαλύτερες πιέσεις με μικρότερη διοικητική και οικονομική ικανότητα.
Η νησιωτικότητα συνεπάγεται επίσης μόνιμα πρόσθετα κόστη: περιορισμένες οικονομίες κλίμακας, ακριβότερες μεταφορές και υποδομές, δυσκολίες στελέχωσης, ενεργειακές εξαρτήσεις και εποχικές διακυμάνσεις. Η ίση μεταχείριση διαφορετικών περιοχών δεν εξασφαλίζει επομένως δίκαια αποτελέσματα. Η εδαφική δικαιοσύνη (territorial equity) απαιτεί διαφοροποιημένη υποστήριξη, ανάλογη με τις ανάγκες και τους περιορισμούς κάθε τόπου. Αυτό αφορά άμεσα την πολιτική συνοχής. Όταν η χρηματοδότηση προϋποθέτει σύνθετες μελέτες, εξειδικευμένο προσωπικό και ώριμα επενδυτικά σχέδια, ευνοούνται μόνον όσοι διαθέτουν ήδη μεγαλύτερη ικανότητα διεκδίκησής της. Οι περιοχές με τη μεγαλύτερη ανάγκη προσαρμογής κινδυνεύουν, έτσι, να έχουν τη μικρότερη πρόσβαση στα αναγκαία μέσα.
Τα μικρά νησιά ως εργαστήρια ανθεκτικότητας
Τα ελληνικά μικρά νησιά μπορούν να αποτελέσουν εργαστήρια ολοκληρωμένης ανθεκτικότητας για την Ευρώπη. Το περιορισμένο μέγεθος και η άμεση αλληλεξάρτηση υδατικών πόρων, ενέργειας, οικονομίας και οικοσυστημάτων καθιστούν ορατές τις σχέσεις που συχνά χάνονται στον τομεακό κατακερματισμό. Ένα σύγχρονο νησιωτικό μοντέλο μπορεί να συνδυάζει μείωση των απωλειών, εξοικονόμηση και επαναχρησιμοποίηση νερού, αφαλάτωση με μικρότερο αποτύπωμα, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) και αποθήκευση ενέργειας, προστασία υγροτόπων και παράκτιων οικοσυστημάτων και ενεργό διαχείριση της τουριστικής ζήτησης. Η συμμετοχή κατοίκων και επιχειρήσεων μπορεί να ενισχύσει την αποδοχή και την αποτελεσματικότητα των επιλογών.
Για να επανέλθουμε στην Ευρώπη, αυτή χρειάζεται κοινούς στόχους και αρχές, με διαφοροποιημένες εδαφικές διαδρομές εφαρμογής. Οι τοποκεντρικές(place-based) πολιτικές πρέπει να συμπληρώνονται από πολιτικές προσαρμοσμένες στις ιδιαίτερες συνθήκες και στις διοικητικές, θεσμικές, οικονομικές και ανθρώπινες δυνατότητες κάθε τόπου (place-sensitive και capacity-sensitive policies). Έτσι, η νησιωτικότητα, η απομόνωση και η εποχικότητα πρέπει να ενσωματώνονται στον σχεδιασμό των κανόνων και των χρηματοδοτικών εργαλείων. Η ανθεκτικότητα προϋποθέτει τη δημιουργία δυνατοτήτων εκεί όπου οι γεωγραφικοί και διαρθρωτικοί περιορισμοί τις μειώνουν.
Τα μικρά νησιά, αυτοί οι μοναδικοί τόποι που διαθέτει η Ελλάδα προσφέρουν στην Ευρώπη την ευκαιρία να συνδέσει έμπρακτα την πράσινη μετάβαση με την εδαφική δικαιοσύνη, εξασφαλίζοντας σε κάθε τόπο τα μέσα για την επίτευξη κοινών στόχων.
Τέλος, η ευρωπαϊκή πολιτική για την ανθεκτικότητα των υδάτων πρέπει να επενδύει τόσο στις φυσικές υποδομές όσο και στη θεσμική ικανότητα. Η στελέχωση, η τεχνική βοήθεια, τα αξιόπιστα δεδομένα και η απλούστερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση είναι εξίσου αναγκαία με τα δίκτυα και τις αφαλατώσεις. Η κοινή χρήση εξειδικευμένων υπηρεσιών μεταξύ μικρών νησιών και η διαδημοτική συνεργασία μπορούν να καλύψουν ελλείψεις τις οποίες ένας δήμος αδυνατεί να αντιμετωπίσει μόνος του. Χρειάζεται, επομένως, κρατική υποστήριξη, μέσω κυρίως των Περιφερειών, που θα επιτρέπει στις τοπικές αρχές να σχεδιάζουν, να υλοποιούν και να συντηρούν αποτελεσματικά τις παρεμβάσεις τους.
[1] Βλ. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:52026DC0520
[2] Για τις ανάγκες της παρούσας ανάλυσης, ως μικρά νησιά νοούνται τα κατοικημένα ελληνικά νησιά με μόνιμο πληθυσμό έως 3.500 κατοίκους, βάσει της Απογραφής 2021. Επί παραδείγματι τα Δωδεκάνησα περιλαμβάνουν τουλάχιστον 13 μικρά κατοικημένα νησιά με πληθυσμό έως 3.500 μόνιμους κατοίκους: Αγαθονήσι, Αστυπάλαια, Κάσος, Καστελλόριζο (Μεγίστη), Λειψοί, Νίσυρος, Πάτμος, Σύμη, Τήλος, Χάλκη, Αρκιοί, Ψέριμος και Τέλενδος.
*Καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Εμπειρογνώμων στον Μηχανισμό Στήριξης της ΕΕ για τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό στην Ανατ. Μεσόγειο, Σύμβουλος στην ΕΟΚΕ.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News