Θάνος Ζέλκας: Για μια θέση στην ορχήστρα
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 118 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Θάνος Ζέλκας
Στην αρχαία Κίνα, ο βασιλιάς Σουάν του κράτους Τσι (Xuan of Qi) συντηρούσε μια ορχήστρα τριακοσίων μουσικών. Του άρεσε ιδιαίτερα ο ήχος του γιου (yu), ενός πνευστού οργάνου με σωλήνες από μπαμπού. Προτιμούσε όμως να ακούει και τους τριακόσιους να παίζουν μαζί, χωρίς να εξετάζει τον καθένα χωριστά. Ανάμεσά τους κατάφερε να βρεθεί κι ένας άνθρωπος που δεν είχε ιδέα από μουσική: ο Νανγκουό (Nanguo).
Έχοντας πληροφορηθεί τις καλές αμοιβές των μουσικών, παρουσιάστηκε ως δεξιοτέχνης και έγινε δεκτός στην ορχήστρα. Καθόταν ανάμεσα στους υπόλοιπους, έφερνε το όργανο στα χείλη και μιμούνταν τις κινήσεις τους. Η μουσική των άλλων κάλυπτε τη δική του σιωπή. Ο Νανγκουό εισέπραττε την αμοιβή του κανονικά.
Όταν ο Σουάν πέθανε, τον διαδέχθηκε ο βασιλιάς Μιν (Min), ο οποίος προτιμούσε να ακούει τους μουσικούς έναν έναν. Ο Νανγκουό, εφόσον δεν μπορούσε πλέον να κρυφτεί ανάμεσά τους, το έσκασε από το παλάτι.
Η ιστορία διασώζεται στο αρχαίο φιλοσοφικό έργο Χαν Φέι Ζι (Han Feizi) και παρουσιάζεται ως παράδειγμα της απάτης που κάποτε αποκαλύπτεται. Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: είναι δυνατόν να μην είχε καταλάβει κανείς τίποτα όλο αυτόν τον καιρό;
Ο βασιλιάς, ο οποίος φέρει και τη μεγάλη ευθύνη, δεν φαίνεται να είχε αντιληφθεί την απάτη. Ο μουσικός όμως που καθόταν δίπλα στον Νανγκουό; Εκείνος που γνώριζε το όργανο, την αναπνοή που απαιτούσε, τις κινήσεις των δαχτύλων; Δεν είχε αντιληφθεί τίποτα; Κι αν είχε αντιληφθεί, τι τον εμπόδιζε να μιλήσει; Είναι πιθανό να γνώριζαν και οι υπόλοιποι μουσικοί. Γιατί, λοιπόν, όλη αυτή η σιωπή;
Η διαφθορά, η απάτη και η αδικία είναι σχεδόν τόσο παλιές όσο η ίδια η ανθρωπότητα και σπάνια παραμένουν εντελώς αθέατες μέχρι την ημέρα που θα αποκαλυφθούν. Όλο και κάποιος θα έχει δει ή ακούσει κάτι, θα έχει διαπιστώσει ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει. Κάποιος θα γνωρίζει ότι μια διαδικασία έχει παρακαμφθεί, ότι ένας άνθρωπος αδικήθηκε. Αλλά όλα αυτά κρύβονται κάτω από τη σιωπή.
Και φυσικά αυτή η σιωπή δεν είναι ανεξήγητη. Ο φόβος μιας απόλυσης, η οικονομική εξάρτηση, η αμφιβολία αν μια καταγγελία θα οδηγήσει κάπου εμποδίζουν συχνά τα στόματα να ανοίξουν. Θα ήταν εύκολο να απαιτεί κανείς ηρωισμό από έναν άνθρωπο που κινδυνεύει να χάσει το εισόδημά του, ιδίως όταν εκείνος που καταγγέλλεται διαθέτει προστασία. Υπάρχει όμως και η σιωπή της βολής. Το «δεν με αφορά», το «εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα;», η αναμονή να αναλάβει κάποιος άλλος το κόστος.
Στο μεταξύ, το κόστος υπάρχει ήδη. Το πληρώνουμε όλοι μας, άμεσα ή έμμεσα. Ο εργαζόμενος που αδικείται, ο πολίτης που στερείται μια υπηρεσία, ο επαγγελματίας που προσπαθεί να λειτουργήσει με κανόνες τους οποίους ο ανταγωνιστής του παρακάμπτει. Κι όσο η συμπεριφορά αυτή παραμένει ανενόχλητη, γίνεται παράδειγμα για τον επόμενο. Η εντιμότητα γίνεται μειονέκτημα και η παρανομία πρακτικός τρόπος επιβίωσης.
Η σιωπή δεν αλλάζει τον νόμο. Νομιμοποιεί όμως την παρανομία στη συνείδηση της κοινωνίας. Την καθιστά ανεκτή, αναμενόμενη και τελικά κανονικότητα. Φτάνουμε ακόμη και στο σημείο να θεωρούμε ως πρόβλημα εκείνον που αντιδρά και την καταγγέλλει.
Αιώνες αργότερα, ο Μάρτιν Νίμελερ (Martin Niemöller), στη γνωστή διατύπωσή του «Πρώτα ήρθαν...», περιγράφει πώς η σιωπή απέναντι στις διώξεις των άλλων καταλήγει στην απομόνωση του ίδιου. Όσο διώκονταν άνθρωποι που δεν ανήκαν στη δική του ομάδα, δεν μιλούσε. Όταν ήρθε η σειρά του, δεν είχε απομείνει κανείς για να τον υπερασπιστεί.
Πόσο ασφαλής μπορεί να αισθάνεται κάποιος σε μια κοινωνία όπου η αδικία γίνεται ανεκτή αρκεί να αφορά άλλον; Προφανώς, κανείς δεν μπορεί να αντιδρά σε όλα. Αλλά κάθε φορά που γνωρίζει και επιλέγει να σωπάσει επειδή προς το παρόν δεν θίγεται, αποδέχεται έναν τρόπο λειτουργίας που αύριο μπορεί να στραφεί εναντίον του. Τότε θα αναζητήσει δικαιοσύνη, αλλά το πιθανότερο είναι να βρεθεί απέναντι σε ανθρώπους που θα έχουν εξίσου σοβαρούς λόγους να κοιτάξουν αλλού.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News