Ο Π. Παπασταμάτης μιλά για τα υφασματάδικα της Ρόδου που έκλεισαν
Κασμίρια, φίνα μεταξωτά, δαντέλες, υφάσματα που εξιδανικεύουν το σώμα, δουλεμένα από ράφτες τεχνίτες που στην πλειοψηφία τους δεν υπάρχουν πια στο επάγγελμα.
Ούτε τα υφασματάδικα υπάρχουν πια! Από τα 61 συνολικά, στις χρυσές εποχές για τη Ρόδο, έμειναν τέσσερα- πέντε στις δύσκολες που διανύουμε κι αυτά οδεύουν προς κλείσιμο γιατί εκτός των άλλων δεν υπάρχουν ράφτες!
Ο Παναγιώτης Παπασταμάτης, ο γιός του Κλεάνθη, ο οποίος είχε δημιουργήσει ένα από τα πρώτα υφασματάδικα της πόλης, θυμάται σήμερα τις εποχές που η Ρόδος ήταν το κέντρο του υφάσματος όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για τους πλούσιους τουρίστες που έκαναν τις διακοπές τους.
Τα χρόνια που θήτευσε στο Επιμελητήριο, ως πρόεδρος του Εμπορικού Τμήματος, αλλά και τα προηγούμενα στον Εμπορικό Σύλλογο Ρόδου, του επιτρέπουν να έχει πλήρη την εικόνα και να καταθέτει απόψεις για την εξέλιξη ενός επαγγέλματος ρομαντικού, αυτού του υφασματέμπορα. Το όνομά σας είναι «Παναγιώτης», αλλά ο πολύς κόσμος σας ξέρει ως «Κλεάνθη». Σας ταυτίζει με το κατάστημα.
Κλεάνθης ήταν ο πατέρας μου και είχε υφασματάδικο στη Νέα Αγορά από το 1945. Δεν με ενοχλεί καθόλου «ακούω» και σε αυτό το όνομα που εξακολουθεί να είναι και το όνομα του μαγαζιού.
Τι σας διηγείτο ο πατέρας σας; Πώς ήταν αμέσως μετά τον πόλεμο η αγορά της Ρόδου;
Όλα ήταν δύσκολα. Το εμπόριο ήταν επικεντρωμένο στην Παλιά Πόλη, την Παλιά Αγορά όπως την έλεγαν τότε- και μάλιστα σε συγκεκριμένους δρόμους, τη Σωκράτους, την Ερμού αλλά και στη Νέα Αγορά.
Σε αυτά τα δύο σημεία διοχετευόταν ο κόσμος που ερχόταν να ψωνίσει από τα χωριά αλλά και τις συνοικίες. Όταν γίνονταν γάμοι στα χωριά της Ρόδου δούλευαν όλα τα μαγαζιά της πόλης, όλων των ειδών. Δεν υπήρχαν μαγαζιά στα χωριά.
Γιατί η Ρόδος έγινε ξακουστή για τα υφασματάδικά της;
Δεν υπήρχαν έτοιμα ρούχα. Τα πρώτα χρόνια ακόμα και τα παιδικά πιτζαμάκια ράβονταν από υφάσματα απλά και πρακτικά. Στη συνέχεια, στις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60, λόγω της τουριστικής ανάπτυξης, αλλά και της σωστής εκμετάλλευσης του αδασμολόγητου από τους Ροδίτες εμπόρους, οι ποιότητες εξελίχθηκαν και ήρθαν στο νησί υφάσματα που δεν υπήρχαν ούτε στην Αθήνα.
Οι Ροδίτες υφασματέμποροι ταξίδευαν στο εξωτερικό και έκαναν απευθείας εισαγωγές. Είχαν αναπτύξει προσωπικές σχέσεις με τα καλύτερα εργοστάσια της Ευρώπης κι έτσι στη Ρόδο έβρισκες εγγλέζικα κασμίρια, μιλανέζικα μεταξωτά από το Κόμο της Ιταλίας, υφάσματα επώνυμων γαλλικών οίκων.
Πόσοι υφασματέμποροι ήσασταν τότε;
Όταν ξεκίνησα εγώ, τη δεκαετία του 70 δηλαδή, τα υφασματάδικα στη Ρόδο ήταν 61 τον αριθμό. Γύρω στους 100 ήταν οι ράφτες, οι περισσότεροι μεγάλων αξιώσεων και όλοι εδώ γύρω από το κέντρο. Μόνο στην οδό Γαλλίας και στην Αβέρωφ ήταν 15 με 20 υφασματάδικα.
Πώς ήταν οι σχέσεις, πώς γινόταν το εμπόριο;
Οι έμποροι τότε είχαν αναπτύξει τις ανθρώπινες σχέσεις με τους πελάτες τους. Ήταν έμφυτη η φιλοξενία, επένδυαν μέρος από τα χρήματά τους στην περιποίηση των πελατών τους και γι αυτό φιλίες διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα. Έχω αδελφικό φίλο ʼγγλο από το 1971. Στη Ρόδο έρχονταν να ψωνίσουν πελάτες από την Αθήνα και δεν ήταν μόνο τα υφάσματα ήταν και τα σερβίτσια, τα ποτά, οι νεωτερισμοί όπως έλεγαν οι παλιότεροι, οι ομπρέλες Στη Ρόδο πουλήθηκαν εκατομμύρια καλτσόν, ήταν εντυπωσιακό. Αγοράστηκαν χιλιόμετρα κουρτίνας.
Η διαφορά του δασμολογίου ήταν το κίνητρο;
Αυτό, καθώς και η ποιότητα. Είχαμε διαφορά δασμολογίου, ήμασταν φτηνότεροι από την υπόλοιπη Ελλάδα. Μετά την απελευθέρωση ήταν το μέτρο που θεσπίστηκε για την τόνωση της τοπικής οικονομίας. Και βέβαια το γεγονός ότι υπήρχε εμπορική παιδεία. Οι έμποροι «ψάχνονταν» για το καλύτερο.
Η Ροδίτισσα πελάτισσα γνώριζε τα υφάσματα;
Ήταν ενημερωμένη και απαιτητική. Ήξερε να ψωνίζει. Όπως όλες οι γυναίκες είχε τα καλά της, είχε και τα κακά της. Με τους άντρες υπήρχε μεγαλύτερη άνεση. Αν και είχα «ειδικευτεί» στις γυναίκες περισσότερο.
Θα σας έλεγα ανθεκτικό
Καλοσύνη σας.
Πότε άλλαξαν τα πράγματα;
Η αγορά ξεκίνησε την κατηφόρα στην δεκαετία του ΄90 όταν έκαναν την εμφάνισή τους οι πολυεθνικές. Δεν υπήρξε καμία μέριμνα από κανέναν για την προστασία της μικρής οικογενειακής επιχείρησης, με αποτέλεσμα σιγά-σιγά τα περισσότερα από τα μικρά καταστήματα να κλείσουν. Περνάμε δύσκολες εποχές, πρωτόγνωρες για εμάς.
Η Ρόδος δεν υπήρχε περίπτωση να εξαιρεθεί από την οικονομική κρίση. Πιστεύω ότι οι μικρές επιχειρήσεις, που έκαναν ορθή διαχείριση τα χρόνια της ευμάρειας, θα αντέξουν οριακά διότι εκτός από την οικονομική κρίση έχουμε να αντιμετωπίσουμε και τα πολυκαταστήματα που έχουν κατακλύσει την αγορά.
Σε ό,τι μας αφορά μάλιστα παλιότερα τα ξενοδοχεία ήταν απλωμένα το πολύ μέχρι την Ιξιά και οι τουρίστες τους έβγαιναν, καλοντυμένοι μετά το βραδινό τους στο ξενοδοχείο, για βόλτα και για ψώνια στην πόλη. Τώρα δεν συμβαίνει αυτό. Από την άλλη χαιρόμαστε για την αύξηση του θαλάσσιου τουρισμού και της κρουαζιέρας, αλλά εμείς στη Νέα Αγορά τους τουρίστες αυτούς δεν τους βλέπουμε καθόλου. Πάνε μια βόλτα στην Παλιά Πόλη και φεύγουν για να ψωνίσουν από άλλα μέρη.
Πόσα υφασματάδικα επέζησαν μέχρι σήμερα;
Έχουνε μείνει τέσσερα ή πέντε όλα κι όλα, αλλά κι αυτά μαθηματικά οδηγούνται σε παρακμή διότι δεν γίνονται τα νέα παιδιά πια ράφτες. Τα υφάσματα που υπάρχουν αυτή την εποχή είναι άριστα. Το πρόβλημα είναι το ράψιμο.