Τα πάνδημα συλλαλητήρια για αυτοδιάθεση των Δωδεκανησίων και το Αιματηρό Πάσχα
Rodiaki NewsRoom
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 985 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο
Κυριάκος Ι. Φίνας
Μεταφερόμαστε 93 χρόνια πίσω, την ημέρα τού Πάσχα, που συνέπεσε τότε στις 7 Απριλίου. Την ημέρα εκείνη, 7-4-1919, στη Δεύτερη Ανάσταση, διεξήχθησαν σε όλα τα νησιά και τα χωριά τού δωδεκανησιακού συμπλέγματος, ταυτόχρονα, Πάνδημα Συλλαλητήρια, όπου διατρανώθηκε η θέληση των Δωδεκανησίων για την Ένωσή τους με τη Μητέρα Πατρίδα.
Είναι γνωστό, ότι αμέσως από τη λήξη του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, την 11η Νοεμβρίου 1918, άρχισε να συζητείται, σε διπλωματικό επίπεδο και υπό την πίεση της κοινής διάχυτης απαίτησης, η εφαρμογή του δόγματος της αυτοδιάθεσης για όσους εκ των λαών η μοίρα τούς είχε επιφυλάξει το θλιβερό προνόμιο να βρίσκονται, ακόμη την εποχή εκείνη, υπό ξένη επικυριαρχία. Στην κατηγορία αυτή των υπόδουλων υπάγονταν και οι Δωδεκανήσιοι.
Η Ιταλία, παρόλο, ότι καθυστερημένα, από τη κήρυξη του πολέμου, είχε τεθεί στο πλευρό της τριπλής συνεννόησης (Αντάντ), με τη λήξη, όμως, του πολέμου, βρισκόταν με το μέρος των νικητών. Κι επειδή ήταν στις προθέσεις της να εξακολουθεί να έχει υπό την κυριαρχία τα Δωδεκάνησα, τα οποία κατέλαβε το 1912, επεδίωκε, πάντοτε εκ τού αφανούς, να μην εφαρμοστεί η αυτοδιάθεση των λαών.
Επακόλουθο των προθέσεων τούτων, ενόψει της απόφασης που θα έπαιρναν οι ισχυροί της γης για την εφαρμογή της αυτοδιάθεσης ήταν να ενεργήσουν παραπλανητικά, με την ελπίδα, ότι, ενώ θα επετύγχαναν του σκοπού τους, δεν θα εκτίθεντο στα όμματα της διεθνούς κοινής γνώμης. Επεδίωξαν να τορπιλίσουν κάθε ελληνική πρωτοβουλία επί του δωδεκανησιακού θέματος και ανενόχλητοι, με τις «ευλογίες» της διεθνούς κοινής γνώμης να παραμείνουν κυρίαρχοι στα ελληνικά δωδεκανησιακά χώματα.
Αυτή ήταν η μακροπρόθεσμη, πολιτική τους. Εξάλλου, πέραν των άλλων δεδομένων, την σταθερή πολιτική τής Ιταλίας για τη Δωδεκάνησο από το 1912, εξέφρασε δημόσια και κατά τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο, το 1938, και ο περιβόητος Ιταλός κυβερνήτης De Vecchi «ο βλάκας και πείσμων, με τη νοοτροπία λοχία», όπως τον αναφέρει ο πρεσβευτής Grazzi στο βιβλίο του: «Η αρχή του τέλους». «...Δεν υπάρχει, (διατεινόταν ο Τετράρχης του φασισμού), ελληνικός πολιτισμός.
Μόνο ρωμαϊκός πολιτισμός, υπάρχει! Ο ρωμαϊκός αετός, επί 500 χρόνια θα απλώνει τα φτερά του πάνω τη Δωδεκάνησο και θα σπάσω τα κεφάλια εκείνων, που θα αντιδράσουν στις αποφάσεις μου».
Οι Ιταλοί, σαν πρώτη ενέργεια του καταχθόνιου σχεδιασμού τους και την οποία έθεσαν σε εφαρμογή, ήταν να αποσπάσουν, προτού ακόμη αρχίσει να συζητείται το θέμα επί υψηλού πολιτικού επιπέδου, με απάτη ή και τη βία από 17 δημάρχους και κοινοτάρχες της Δωδεκανήσου, με προεξέχοντα τον Ιταλό δήμαρχο Ρόδου, έγγραφη αναφορά προς το Συνέδριο της Ειρήνης των Παρισίων, με την οποία διαδηλωνόταν, η ευγνωμοσύνη (!) προς την κατέχουσα τα νησιά μας Ιταλία και με εύσχημο τρόπο υποκρυπτόταν και η έννοια, ότι οι Δωδεκανήσιοι θα ήταν ευχαριστημένοι (!!!), εάν η Ιταλία θα παρέμενε οριστικά στη Δωδεκάνησο.
Την αναφορά αυτή παρουσίασε κατάλληλα η ιταλική αντιπροωπεία, εκεί που έπρεπε, κατά την εκτίμησή της, σαν πιστοποιητικό καλής διαγωγής αλλά και αποδεικτικό στοιχείο των «φιλοϊταλικών» διαθέσεων των κατοίκων των νησιών μας.
Μπροστά σε αυτή τη διαγραφόμενη απειλητική, από εθνικό-δωδεκανησιακής πλευράς κατάσταση και διαστρέβλωσης των πραγματικών διαθέσεων του δωδεκανησιακού λαού, έπρεπε να υπάρξει άμεση αντίδραση. Και όπως γίνεται, σχεδόν πάντοτε, στις δύσκολες ώρες του ελληνισμού όπου η εκκλησία πρωτοστατεί, έτσι το 1919 και η εκκλησία της Ρόδου και γενικότερα της Δωδεκανήσου, με το ρόλο που διαδραμάτιζε, μέχρι τη Συνθήκη της Λωζάννης, ως εθναρχικό κέντρο, πήρε την ιστορική πρωτοβουλία:
Ο επικεφαλής της Μητροπόλεως Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος, χωρίς αργοπορία συγκάλεσε, σε άκρως μυστική σύσκεψη, δωδεκανησιακούς παράγοντες και τους εισηγήθηκε, όπως και η Δωδεκάνησος αξιοποιήσει τη μεταπολεμική πάγκοινη απαίτηση για αποτίναξη τού ξένου ζυγού. Και αμέσως, συστήθηκε ειδική επιτροπή υπό την προεδρία του Μητροπολίτη για το συντονισμό του αγώνα και για λάθε παραπέρα αποτελεσματική ενέργεια, η οποία ονομάσθηκε Εθνική Επιτροπή και αποτελέσθηκε από τους:
Θεόδωρο Φραράκη, Γ. Κατσούρη, Μιχαήλ Μπόνη, Ταμία, Κυρ. Αναστασιάδη, Εμμ. Καλαμπίχη, Σάββα Παπανδρέου, Αθ. Καζούλλη, Κ. Χρυσοχοΐδη, Σπυρ. Κ. Χατζηπαρασκευά, Αθ. και Γεώργιο Βαμβύλα, Ι. Παπαδόπουλο, Ν. Μαλτέζο, Μην. Φώκιαλη, Αντώνιο Αγιακάτσικα, Εμμ. Ευτυχιάδη, Αναστ. Δημητριάδη, Νικ. Καραγιάννη, Κυρ. Πατάκα και Α. Ιωαννίδη (όλοι από τη Ρόδο), ως και Βασ. Ευσταθίου (Χάλκη) Γ. Παχωτό (Σύμη), Αντ. Δούλβαρη (Κάλυμνο), Αν. Θυμανάκη (Κω) και Ανδρέα Καλαφατά (Σύμη).
Η παραπάνω επιτροπή επιλήφθηκε του έργου της, και υπό την καθοδήγηση του Μητροπολίτη Ρόδου διαβιβάσθηκαν, με κάθε προληπτικό μέσο, στις περισσότερες εκκλησιαστικές και κοινοτικές αρχές της Δωδεκανήσου, αναλόγως δε της περίπτωσης και με μυημένους προύχοντες, οι κατάλληλες οδηγίες.
Βάσει αυτών των οδηγιών ο ελληνικός δωδεκανησιακός λαός κλήθηκε σε δύο βασικές ενέργειες: Κατ αρχήν γραπτά θα διαδήλωνε τον πόθο του για Ένωση, υπογράφοντας το σχετικό δημοψήφισμα, με κάθε μυστικό τρόπο, όταν θα προσερχόταν δήθεν για εξομολόγηση, από της παραμονής του Λαζάρου μέχρι του Μεγάλου Σαββάτου, προσφορικά, δε, να το εγκρίνει, κατά τη δεύτερη Ανάσταση, όπου θα διαβαζόταν το δημοψήφισμα στην εκκλησία. Έτσι θα δινόταν και η πανηγυρική έγκριση του δωδεκανησιακού λαού.
Η διαδικασία για το Πανδωδεκανησιακό Συλλαλητήριο προχωρούσε και τίποτα δεν διέρρευσε, η δε πανίσχυρη και δικτυωμένη τότε ιταλική αστυνομία, πληροφορήθηκε τα σχετικά του δημοψηφίσματος προ 2-3 ημερών τής 7-4-1919. Η μυστικότητα βοήθησε να μην μπορέσει να παρεμβάλλει η ιταλική διοίκηση, όσα εμπόδια της επέτρπε ο χρόνος.
Έτσι, και σύμφωνα με όσα είχαν προγραμματισθεί από την εθνική επιτροπή, αφού παρατώθηκε η ακολουθία της β Ανάστασης, ο Μητροπολίτης ανέρχεται επί του θρόνου και αφού αναγνώσθηκε υπογραφέν ήδη προ ημερών δημοψήφισμα, απηύθυνε συνετό πατριωτικό λόγο, χωρίς αιχμές εναντίον της Ιταλίας, και κατέληγε:
«...Επικυρών δε (σ.σ. ο δωδεκανησιακός λαός) και εμπράκτως το αναγνωσθέν δημοψήφισμα, καλείται να ζητωκραυγάσει υπέρ της Ενώσεως αυτού μετά της μητρός Ελλάδος». Ο λαός όχι μόνο ζητωκραύγασε ζωηρότατα υπέρ της Ενώσεως, αλλά και παρέτεινε επί πολλά λεπτά της ώρας τις πατριωτικές του εκδηλώσεις κατά τρόπον άψογο και ειρηνικό, ακολουθώντας τις νουθεσίες του Μητροπολίτη.
Είναι, δε, αναμφισβήτητο, ότι όλα θα εξελίσσονταν κανονικά και κανένα έκτροπο δεν θα παρουσιαζόταν κατά τη διεξαγωγή των Συλλαλητηρίων, εάν και οι Ιταλοί ανταποκρίνονταν ανάλογα. Δυστυχώς έχασαν τη «ψυχραιμία» τους και με το ανθελληνικό πάθος που τους διέκαιε συμπεριφέρθηκαν βάναυσα.
Στη δωδεκανησιακή ιστορία οι παραπάνω πατριωτικές εκδηλώσεις του δωδεκανησιακού λαού, της 7-4-1919, για την Ένωση με τη μητέρα- πατρίδα, παρέμειναν με την προσωνυμία: «Το αιματηρό Πάσχα του 1919». Γιατί στις ειρηνικές αυτές εκδηλώσεις των Δωδεκανησίων, οι Ιταλοί αντέταξαν, όπως και το 1913, τη βία., με αποτέλεσμα το φόνο του ιερέα παπά-Λουκά και της Ανθούλας Μανωλά-Ζερβού από το Παραδείσι (Βιλλανόβα) της Ρόδου. Στον Αρχάγγελο τραυματίσθηκαν 100 περίπου χωρικοί, από τους οποίους βαριά ο Νικόλαος Α. Γεωργάς. Μετά, δε, τη διάλυση του πλήθους φυλακίστηκαν δύο ιερείς και ο κοινοτάρχης, καθώς και οι δύο δάσκαλοι του χωριού.
Στ Αφάντου φυλακίσθηκε ο παπά-Εμμανουήλ και τη Σορωνή, επίσης συνέλαβαν τούς: Μιχαήλ Αλμυρό και Σταύρο Παπαεμμανουήλ. Παρόμοιες βαρβαρότητες έλαβαν χώρα και σε πολλές άλλες κοινότητες της Ρόδου και της Δωδεκανήσου. Τις περιγράφει στο βιβλίο του, ο Ρόδιος πατριώτης, δικηγόρος Γ.Θ. Γεωργιάδης: «Το αιματηρό Πάσχα του 1919», ο οποίος θα πρέπει να ήταν και ο γραμματέας της Εθνικής Επιτροπής.
Με τα προαναφερθέντα δεδομένα, ως και της απάνθρωπης συμπεριφοράς των ιταλικών αρχών σε μια καθόλα ειρηνική και νόμιμη εκδήλωση των φρονημάτων των Δωδεκανησίων, ο Μητροπολίτης Ρόδου έστειλε δριμεία διαμαρτυρία στην ιταλική κυβέρνηση και στο στρατιωτικό διοικητή των νησιών στρατηγό Vittorio Elia, καθώς και στους πρόξενους των ξένων δυνάμεων στη Ρόδο.
Ειδικότερα την 10-4-1919, ο Μητροπολίτης Τρύφωνος με τεκμηριωμένη έγγραφη διαμαρτυρία μνημειώδους θάρρους και αυταπάρνησης το οποίο τιμά και καταξιώνει και τον ίδιο τον συντάξαντα και υπογράψαντα, αλλά ταυτόχρονα, αφήνει και παρακαταθήκη, στις μέλλουσες του Γένους γενεές...
Το έγγραφο κατέληγε με την πατριωτικότατη αποστροφή: «...Όσον αφορά το ευτελές άτομόν μου σας βεβαιώ, ότι γαλήνιος και ατάραχος αναμένων εν τέλος τόσον ένδοξον, εν μαρτυρίον, το οποίον άλλοτε η υμετέρα εξοχότης απέκρουσε μετά τόσου αποτροπιασμού.
Το μαρτύριον ενός Πατριάρχου, του οποίου κατά σύμπτωσιν σήμερον είναι η επέτειος, και το οποίον καθηγίασε την απελευθέρωση της Ελλάδος. Μεγάλην μου τιμή, εάν το δικόν μου καθαγίαση την απελευθέρωση των Δωδεκανήσων».
Η θρησκευτική αρχή της Ρόδου δεν σταμάτησε μόνο σε αυτές τις ενέργειες. Φρόντισε η κατά πανηγυρικό τρόπο εκδήλωση της θέλησης του δωδεκανησιακού λαού για την Ένωσή του με την Ελλάδα να ακουσθεί ευρύτερα και στον έξω κόσμο. Έτσι, μέσω του τότε Γάλλου προξένου στη Ρόδο ενημέρωσε τη διεθνή κοινή γνώμη, τις ξένες κυβερνήσεις και κάθε αρμόδιο. Και ο Ελευθέριος Βενιζέλος τηρούταν ενήμερος.
Μάλιστα δε, την 4η Μαΐου 1919, ο Μητροπολίτης μέσω της της διπλωματικής οδού, τού απέστειλε και σχετική έκκληση για να ενδιαφερθεί, καθώς του γράφει: «...για τα ενταύθα συμβαίνοντα», τα οποία και του απαριθμούσε. Στο εν λόγω έγγραφο επισυναπτόταν και το Πανδωδεκανησιακό δημοψήφισμα το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, πριν το Πάσχα είχε υπογραφεί, κατ απόλυτο μυστικό τρόπο, και διαβάσθηκε στις εκκλησίες της Δωδεκανήσου, κατά τη δεύτερη Ανάσταση του 1919.
Επίσης, για τη διαφώτιση των ισχυρών της γης συγκεντρώθηκε, δια μυστικού εράνου, μόνο από τη Ρόδο, το ποσό της τάξεως των 62.000 λιρεττών. Συνέχεια, η Εθνική Επιτροπή προς το σκοπό αυτό σχημάτισε ειδική αποστολή, η οποία πήγε στην Ελλάδα και σε μερικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για πληρέστερη ενημέρωση.
Επικεφαλής της επιστράτευσε «τον άλλοτε εν τη τουρκική Βουλή, Ρόδιο βουλευτή και καλό πατριώτη Θεόδωρο Κωνσταντινίδη, ιατρό, με καταγωγή από το Βάτι της Ρόδου», όπως γράφει στα Απομνημονεύματά του, ο αοίδιμος Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος.
Οι άδικοι φόνοι, οι εξορίες, οι φυλακίσεις και τα απάνθρωπα βασανιστήρια χαλύβδωναν τη θέληση του δωδεκανησιακού λαού. Και οι θυσίες δεν απέβησαν μάταιες. Σύντομα άρχισαν να αποδίδουν καρπούς. Η διεθνής κοινή γνώμη ενημερωμένη, πλέον, από κάθε πλευρά, ευαισθητοποιήθηκε και το δωδεκανησιακό ζήτημα αποτέλεσε θέμα συζήτησης και αντικείμενο παγκόσμιου ενδιαφέροντος.
Η διπλωματική ιδιοφυΐα του Ελευθέριου Βενιζέλου μετατόπισε αυτό σε μια απευθείας μετά της Ιταλίας συνεννόηση όπου και προέκυψαν δύο συνθήκες, άσχετα εάν δεν τις σεβάστηκε η Ιταλία, καθόσον την ευνόησαν οι τότε συγκυρίες.
Συγκεκριμένα, την επάρατη ημέρα της 1ης Νοεμβρίου του1920, η εκλογική ήττα του κόμματος των Φιλελεύθερων, με επικεφαλής τον Εθνάρχη, μαζί με τον προάγγελο της Μικρασιατικής καταστροφής, συμπαρέσυρε σε οπισθοδρόμηση, μεταξύ των άλλων εθνικών θεμάτων και το Δωδεκανησιακό. Κι έτσι οι Δωδεκανήσιοι έμελλε να γευθούν 636 ολόκληρα χρόνια απάνθρωπης δουλειάς, από τα οποία 28, από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος τού 1919.
Είκοσι τρία δε από αυτά, υπό φασιστικό και τα δύο τελευταία χρόνια υπό χιλτερικό καθεστώς. Τέτοιες στυγνές συνθήκες δουλείας είχαν προηγηθεί τής Απελευθέρωσης των Δωδεκανησίων. Και οι οποίες, εκτός των εθνικών, πνευματικών και υλικών στερήσεων, ήταν συνοδευμένες και από τις αφειδώλευτες θυσίες σε ανθρώπινες ζωές, των πατέρων τους επί γενεές γενεών.
Νικόλας Πασπάλης – Φτωχόπαιδο από το Καστελόριζο ξενιτεύτηκε στην Αυστραλία για να βρει την τύχη του και έγινε ο πλουσιότερος καλλιεργητής μαργαριταριών στον κόσμο (pics+vid)
Η περιοδεία της Παναγίας της Σκιαδενής τη Σαρακοστή και τη Λαμπροβδομάδα: Θαυματουργές ιάσεις – πετρωμένα καράβια
Μ. Κολεζάκης: Η σημασία της 31ης Μαρτίου 1947 μέσα από τον τύπο της εποχής
Ν. Στ. Μανούσης: Η ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων και η στιγμή της συλλογικής λύτρωσης
Al Bowlly: Ο Έλληνας από τη Ρόδο που έγινε ο πρώτος «ποπ σταρ» στον κόσμο
Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα: Τα Ιταλικά του Μανώλη
Μανώλης Κασσώπης: Ένας Καρπάθιος της γενιάς της θυσίας και της δημιουργίας: Η ζωή του Γιάννη Καρακατσάνη
Οι Ιταλοί εξοπλίζουν την Κάρπαθο στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο