Αντιρρήσεις της Μ. Ιατρίδη για το νομοσχέδιο του υπουργείου Ναυτιλίας
Rodiaki NewsRoom
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 823 ΦΟΡΕΣ
Την αντίθεση επί της αρχής των Ανεξαρτήτων Ελλήνων στο νομοσχέδιο του υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, που συζητείται στην αρμόδια Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου, εξέφρασε ως ειδική αγορήτρια του κινήματος η βουλευτής Δωδεκανήσου και τομεάρχης Ναυτιλίας, Μίκα Ιατρίδη.
Στην ομιλία της, η βουλευτής Δωδεκανήσου σημείωσε ότι οι Ανεξάρτητοι Έλληνες στο πρόγραμμα τους είχαν τονίσει την ανάγκη για την επανίδρυση αυτόνομου υπουργείου Ναυτιλίας και ότι είχαν σχολιάσει θετικά τη δημιουργία του από την κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές του Ιουνίου.
Παρόλα αυτά, τόνισε η Μίκα Ιατρίδη, η κυβέρνηση με το νομοσχέδιο αυτό περισσότερο γκρεμίζει, παρά ανασυγκροτεί. Το παρόν νομοσχέδιο κινείται σε μια ακραία μνημονιακή πολιτική η οποία θέτει ζητήματα επιβίωσης των νησιωτών, αλλά και όσων εργάζονται στο χώρο της ναυτιλίας ποντοπόρο, ακτοπλοΐα, λιμάνια, λιμενικό σώμα σε μια ελαστική σχέση ζήτησης και προσφοράς, η οποία τελικά δεν οδηγεί πουθενά. Και η Μίκα Ιατρίδη κατέληξε ότι, ουσιαστικά, οι διατάξεις του νομοσχεδίου θα δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα από αυτά που καλούνται να λύσουν.
Ακολουθούν τα σημεία ομιλίας:
Είχαμε τονίσει ότι η επανίδρυση του Υπουργείου ήταν απαραίτητη με δεδομένο ότι η ναυτιλία μας είναι από τους βασικούς αιμοδότες της οικονομίας μας, ενώ ο πολυνησιακός χαρακτήρας της πατρίδας μας καθιστά απαραίτητη την ύπαρξη ενός ξεχωριστού Υπουργείου, το οποίο και θα μπορούσε επιτελικά να συντονίζει και να δίνει λύσεις στα ζητήματα της ακτοπλοϊκής συγκοινωνίας των νησιών μας.
Για αυτούς τους λόγους, είχαμε σχολιάσει με θετικό τρόπο την ίδρυση του υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου και είχαμε ευχηθεί ως κίνημα, και εγώ προσωπικά, καλή επιτυχία στο έργο του υπουργού, του κ. Μουσουρούλη.
Όμως, το παρόν νομοσχέδιο φαίνεται ότι ελάχιστα πράγματα ανασυγκροτεί. Αντίθετα, με τις ρυθμίσεις που περιέχει είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να γκρεμίσει τελείως αυτά που, υποτίθεται, επιθυμεί να ανασυγκροτήσει.
Η ηγεσία του Υπουργείου έκανε δύο επιλογές οι οποίες αδικούν κατά την άποψη μου τόσο την προσπάθεια που κατέβαλλε, όσο και το αποτέλεσμα που πέτυχε.
Η πρώτη επιλογή αφορά στο γεγονός ότι μπήκε στη λογική να φτιάξει άλλο ένα νομοσχέδιο «σκούπα», όπως τόσα και τόσα έχουν φτιαχτεί κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης με ελάχιστα αποτελέσματα. Εξήντα πέντε συνολικά άρθρα τα οποία περιλαμβάνουν μια σειρά θεμάτων τα οποία, κατά την άποψη μου θα μπορούσαν να αποτελέσουν ξεχωριστά νομοσχέδια.
Η δεύτερη επιλογή, ή, μάλλον, αναγκαστική επιλογή, ήταν η υιοθέτηση στον υπερθετικό βαθμό των μνημονιακών επιταγών από την Τρόικα, η οποία, όπως και στους άλλους κλάδους, επιθυμεί την απόλυτη ισοπέδωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, την απόλυτη νέο-φιλελευθεροποίηση και εντάσσει το δικαίωμα της ακτοπλοϊκής μετακίνησης των νησιωτών και των επισκεπτών σε μια στείρα σχέση κόστους και οφέλους. Αντίστοιχη είναι η επιρροή του Μνημονίου και στα ζητήματα των λιμένων και της λιμενικής πολιτικής.
Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω από την Ακτοπλοΐα. Είναι δεδομένο ότι η Ακτοπλοΐα βρίσκεται σε τραγική κατάσταση. Είναι ενδεικτικό ότι συνολικά τα χρέη των ακτοπλοϊκών εταιρειών την τριετία 2009-2011 ανέρχονται περίπου στα 900.000.000 ευρώ ενώ το μεταφορικό έργο έχει μειωθεί πάνω από 25%.
Συνεχίζω, σχετικά με τις διατάξεις που αφορούν στο Λιμενικό Σώμα. Εμείς, δεν έχουμε αντίρρηση το Λιμενικό Σώμα να ανήκει στο υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου.
Όμως, εδώ έχουμε την σφοδρή αντίδραση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, τα οποία ουσιαστικά μιλούν για απαξίωση του Λιμενικού Σώματος με τις διατάξεις αυτές και επιθυμούν τη διατήρηση του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος Ελληνικής Ακτοφυλακής ως έχει, και να μην είναι ένα απλό «κουφάρι» όπως καταγγέλλουν.
Πιστεύω ότι εδώ η ηγεσία του Υπουργείου θα πρέπει να αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό, και σε τελική ανάλυση η σωστή λειτουργία του Λιμενικού Σώματος αντανακλά και στο έργο του εκάστοτε Υπουργού Ναυτιλίας.
Στ νομοσχέδιο που συζητάμε γίνονται παρεμβάσεις στα Λιμάνια και στη Λιμενική Πολιτική της χώρας μας. Πιστεύω ότι εδώ έχουμε το εξής παράδοξο:
Σε μια πολυνησιακή χώρα όπως η δική μας, το Υπουργείο προχωρά σε ομαδοποιήσεις οργανισμών λιμένων στη λογική τεσσάρων Κεντρικών Λιμενικών Δικτύων: Αττικό, Βορείου Ελλάδος, Δυτικής Ελλάδος και Ηρακλείου.
Είναι προφανές ότι οι ομαδοποιήσεις δεν αντέχουν σε λογική κριτική και αυτό γιατί:
Τα λιμάνια που ενώνονται διοικητικά ανήκουν σε διαφορετική, επί της ουσίας, γεωγραφική περιοχή.
Το συμφέρον ενός λιμανιού δεν συνεπάγεται το συμφέρον του άλλου. Με ποια κριτήρια οι ενοποιημένες διοικήσεις θα κατευθύνουν τα κονδύλια που τυχόν θα έχουν;
Ποιες παρεμβάσεις χρειάζεται, για παράδειγμα, η Ραφήνα για να γίνει ανταγωνιστικό λιμάνι προς τον Πειραιά στην επιβατηγό κίνηση;
Και γιατί η ενοποιημένη διοίκηση να μην προτιμήσει να κάνει τις παρεμβάσεις στον «έτοιμο» Πειραιά και να γλυτώσει τα κόστη;
Τι θα γίνει με τα λιμενικά ταμεία, ειδικά με αυτά των μικρότερων νησιών; Πως αυτά θα ενισχυθούν; Αφού λόγω κόστους και μνημονίου, τα όποια ποσά θα διατίθενται για λιμενικά ταμεία των νησιών που θα εμφανίζουν κέρδος και θα είναι προσοδοφόρα.
Λιμενικά Ταμεία, όπως αυτό της Σκύρου για παράδειγμα, τα οποία είναι κερδοφόρα γιατί θα πρέπει να συγχωνευθούν με αυτό της Χαλκίδας, όταν η απόσταση είναι τόσο μεγάλη; Στο κέντρο του Αιγαίου το ένα, ογδόντα χιλιόμετρα από την Αθήνα το άλλο.
Κατά την άποψη μας, η επιλογή της ομαδοποίησης είναι προφανής:
Ξεπούλημα των κερδοφόρων λιμανιών της χώρας μέσω του ΤΑΙΠΕΔ, το οποίο θα κάνει τις μελέτες βιωσιμότητας και θα προχωρήσει, όπως προβλέπεται στο Μνημόνιο, στην εκποίηση τους, μέσω παραχωρήσεων κλπ. Σημειώνεται ότι οι Οργανισμοί Λιμένος Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, Ηρακλείου είναι κερδοφόροι.