Από τις πιο «προνομιούχες» τάξεις των εργαζομένων θεωρούνταν μέχρι και πριν από μια 10ετία, οι ξενοδοχοϋπάλληλοι της Ρόδου. ʼκρως επαγγελματίες και επιτυχημένοι στο δύσκολο επάγγελμα που επέλεξαν να ασκήσουν.
Κάποτε, είχαν αξιοπρεπέστατη διαβίωση, παρά τις δυσκολίες και τα σκαμπανεβάσματα. Όπως και δεκάδες άλλοι επαγγελματικοί κλάδοι δηλαδή.
Σήμερα; Τι να περιγράψει κανείς και πώς, με όλο αυτόν τον διασυρμό και τον εξευτελισμό που υφίστανται;
Η προχθεσινή κινητοποίησή τους, φανέρωσε ότι χιλιάδες πλέον άνθρωποι, είναι «ανεβασμένοι στα κάγκελα.» Ότι οι άνθρωποι αυτοί, βρέθηκαν εκτεθειμένοι σε βαρύ χειμώνα. Σε ανεμοθύελλες, σε χαλαζοπτώσεις. Κι άρα τη βροχή ούτε την φοβούνται, ούτε την υπολογίζουν πια.
Μάθαμε, από αυτούς πως είναι να παίρνεις χαρτζιλίκι τριάντα ευρώ, στα 50 σου, από τη μάνα σου! Για να περάσεις το σαββατοκύριακο, να φας με τα δυό παιδιά σου και να βάλεις ελάχιστα λίτρα βενζίνη για τα δρομολόγια της εβδομάδας.
Είδαμε στα μάτια τους τη θλίψη, την οργή, την απόγνωση. Είδαμε όμως και την λάμψη αποφασιστικότητας να σιγοκαίει.
Ακούσαμε την ίδια μέρα, από 70χρονο αναγνώστη μας, από το δήμο Αφάντου να μας περιγράφει μια σκηνή, έξω από το δημοτικό σχολείο, που πήγε να αφήσει τα εγγόνια του ένα πρωινό.
Κι άκουσε τη μάνα τριών παιδιών, άνεργη και απλήρωτη ξενοδοχοϋπάλληλο, να «μαλώνει» χαμηλόφωνα το μικρότερο από αυτά, λέγοντάς του ότι χρήματα για «μπανίνο» δεν έχει και ότι αυτό που έφαγε το πρωί ήταν αρκετό!
Δύο από τις χιλιάδες περιπτώσεις εξαθλίωσης και καταρράκωσης της ανθρώπινης υπόστασης.
Από εκείνες που οι τροϊκανοί και οι καρεκλάτοι των υπουργείων μας, κάνουν ότι δεν ξέρουν, ότι δεν άκουσαν, ότι δεν είδαν.
Περιπτώσεις, που οι παλαιότεροι τις ταυτίζουν με αυτές που έζησαν εδώ στα Δωδεκάνησα, στα καταραμένα χρόνια της κατοχής και της υποδούλωσης.
Τα χειρότερα, ήρθαν λοιπόν. Κι όπως όλα δείχνουν, η κατάσταση πάει από το κακό στο χειρότερο.
Ο «πόλεμος» τούτος, είναι ακήρυχτος. Η καταμέτρηση θυμάτων όμως, έχει αρχίσει ήδη.
Η ιστορία έχει διδάξει, ότι οι νικητές, δεν είναι πάντα οι ισχυροί. Κι αλίμονο σε όσους υπερεκτιμήσουν τη δύναμή τους ή υποτιμήσουν την οργή του λαού.