Η μεταμόρφωση της Ρόδου σε ναυαρχίδα του ελληνικού τουρισμού
Rodiaki NewsRoom
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1361 ΦΟΡΕΣ
Των
Ειρήνη Τόλιου
(προϊσταμένης ΓΑΚ Δωδεκανήσου),
Μαρίας Σαμπατακάκη
(ερευνήτριας ιστορίας - συγγραφέας)
από το περιοδικό Έψιλον
της Ελευθεροτυπίας
Η μεγάλη στροφή στην πορεία της Ρόδου έγινε με την κατάκτησή της από τους Ιταλούς το 1912. Όταν πέρασε, δηλαδή, από τους Οθωμανούς στους Ιταλούς. Από το ξεκίνημα της παρουσίας τους στο νησί, οι Ιταλοί θέλησαν να αναμορφώσουν και την ιστορία του, έτσι που να φανερώνει δεσμούς παμπάλαιους μαζί τους.
Χρησιμοποίησαν για το λόγο αυτό τα απομεινάρια ενός περάσματος που έκανε τον όψιμο Μεσαίωνα από εκεί το Τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών και εμφανίστηκαν ως νεότεροι συνεχιστές τους. Το 1923, η Συνθήκη της Λωζάνης αναγνώρισε και επισήμως τα Δωδεκάνησα ως κτήση του ιταλικού βασιλείου. Έκτοτε ξεκινά μια οργανωμένη και συστηματική προσπάθεια εξιταλισμού της εγχώριας πολιτιστικής, οικονομικής, κοινωνικής ακόμη και θρησκευτικής ζωής.
ΤΟ ΦΙΛΟΔΟΞΟ ΣΧΕΔΙΟ
Σε πρώτο στάδιο, οι Ιταλοί προχώρησαν στην αναστήλωση μνημείων και την ανοικοδόμηση κτιρίων κατά τρόπο που να προξενούν θαυμασμό και δέος και ταυτόχρονα να μην αφήνουν καμιά αμφιβολία, τόσο στους ντόπιους όσο και στους επισκέπτες του τόπου, ως προς τα ποια είναι η εθνική ταυτότητα των δημιουργών τους. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 δε, με την κορύφωση του ιταλικού φασισμού, ενσωματώθηκε στη λεγόμενη πολιτική του λίθου που εφαρμόστηκε στη Ρόδο και η φασιστική αισθητική. Πλήθος έργων που περιελάμβαναν από διανοίξεις και ασφαλτοστρώσεις δρόμων, αποχετευτικά δίκτυα, ξενοδοχειακές μονάδες έως δενδροφυτεύσεις, πάρκα και ορεινά σαλέ πραγματοποιήθηκαν με την αδρή χρηματοδότηση της Ρώμης. Έτσι, η Ρόδος απέκτησε τις κατάλληλες υποδομές προκειμένου να αρχίσει να δέχεται τους πρώτους τουρίστες. Όλα αυτά, βεβαίως, δεν έγιναν χωρίς παράπλευρες απώλειες.
Ο ελληνικός πληθυσμός υποχρεώθηκε να δουλεύει με υποτυπώδη μεροκάματα που αντιστοιχούσαν στο 20-25% της αμοιβής ενός Ιταλού ανειδίκευτου εργάτη. Το νησί διαφημίστηκε σε τουριστικούς οδηγούς του Μεσοπολέμου και μπήκε στο χάρτη της μεσογειακής κρουαζιέρας από τότε. Οι Ιταλοί εξέδωσαν πλήθος από μπροσούρες σε διάφορες γλώσσες με σκοπό να προκαλέσουν το διεθνές τουριστικό ενδιαφέρον και μέσω αυτού να επιτύχουν την καταγραφή των Δωδεκανήσων στις συνειδήσεις ως ιταλικά νησιά του Αιγαίου. Παράλληλα, θέλησαν να αξιοποιήσουν την τουριστική ανάπτυξη για τους γεωστρατηγικούς τους σχεδιασμούς και βλέψεις στην ευρύτερη περιοχή. Με το βλέμμα στραμμένο στην Ανατολή και τα πετρέλαια επιχείρησαν να καλλιεργήσουν σχέσεις με τον αραβικό κόσμο, χρησιμοποιώντας ως αιχμή του δόρατος τον τουρισμό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα διαφημιστικά φυλλάδια στα αραβικά που κυκλοφόρησαν (αρκετά εκ των οποίων έχουν διασωθεί και βρίσκονται στα ΓΑΚ Δωδεκανήσου) προκειμένου να προσελκύσουν άραβες επισκέπτες στη Ρόδο. Φυσικά, εκτός από τα μνημεία και τις κτιριακές υποδομές, ο τουρισμός χρειαζόταν και πλήθος άλλων υπηρεσιών καθώς και προϊόντα. Οι Ιταλοί οργάνωσαν το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ανοίγοντας δικές τους τράπεζες στο νησί. Βελτίωσαν τις συγκοινωνίες και πύκνωσαν τα ακτοπλοϊκά δρομολόγια. Έφτιαξαν πρότυπα αγροκτήματα και σύστησαν μια αξιόλογη βιοτεχνική παραγωγή. Μελανό σημείο της πολιτικής τους, ωστόσο, ήταν ο αποκλεισμός των ντόπιων από όλα τα παραπάνω.
Με ειδική νομοθεσία φρόντισαν να υφαρπάξουν τις μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, προέβαλαν εμπόδια στην παροχή άδειας άσκησης οποιουδήποτε επαγγέλματος ενώ τα τραπεζιτικά τους καταστήματα αρνούνταν την πίστωση στους γηγενείς εμπόρους, οδηγώντας τους σε μαρασμό. Περίπου 7.000 Ιταλοί έποικοι εγκαταστάθηκαν στη Ρόδο (κυρίως), εκτοπίζοντας τον ελληνικό πληθυσμό. Η αδυναμία να τα βγάλουν πέρα, οδήγησε χιλιάδες Δωδεκανήσιους στη μετανάστευση (περίπου 80-100.000).
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Το Μάρτιο του 1948, η Ρόδος, καθώς και η λοιπή Δωδεκάνησος, ενσωματώθηκε επισήμως στην Ελλάδα. Σταδιακά και με το πέρασμα του χρόνου, ο τόπος, απαλλαγμένος από ξένες επιβουλές, κενόδοξους φασιστικούς ιμπεριαλισμούς και αποικιοκρατικές πρακτικές, πέρασε από την οδυνηρή εμπειρία στην ιστορική μνήμη και έφτασε στη λήθη. Οι υποδομές που άφησαν πίσω τους οι Ιταλοί απέκτησαν νέα νοήματα στα χέρια των ντόπιων και χρησιμοποιήθηκαν κατά τρόπο προσοδοφόρο. Το εμβληματικό Ξενοδοχείο των Ρόδων έγινε το πασίγνωστο καζίνο, η Λέσχη των Ιταλών Αξιωματικών αποτέλεσε κεντρικό καφεζοχαροπλαστείο της πόλης, οι θερμές πηγές (στην Καλλιθέα) με τα εντυπωσιακά λουτρά μετατράπηκαν σε σκηνικό για για ταινίες εγχώριες και χολιγουντιανές. Η ελληνική πολιτεία αντιλήφθηκε σχετικά γρήγορα τις δυνατότητες της Ρόδου και φρόντισε να διατηρήσει, κρίνοντάς το ως προστατευόμενο ήδη από το 1960, το υποβλητικό ιστορικό της περιβάλλον που έλκει χιλιάδες επισκέπτες από όλον τον κόσμο. Το 1988 και η Unesco ανακήρυξε τη μεσαιωνική πόλη της Ρόδου μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς.
ΒΑΔΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΣΠΡΟ
Στις τωρινές μέρες, το νησί εξακολουθεί να βουλιάζει από ξένους τουρίστες. Έχει εγγραφεί ως home port, δηλαδή πύλη εισόδου και εξόδου στις μεσογειακές κρουαζιέρες.
Παράλληλα, βιώνει και όλα τα προβλήματα που σχετίζονται με τα all inclusive φθηνά πακέτα διακοπών. Μόνο που το κεφάλαιο Ρόδος είναι πολύ μεγάλο για να εξαντληθεί με πρακτικές μαζικού τουρισμού. Εναλλακτικές υπάρχουν, αρκεί κανείς να μπορεί να τις διακρίνει. Και ίσως κάποιες να έρχονται και πάλι από το παρελθόν.
Τα ιστορικά αρχεία της Ρόδου αποτελούν εσχάτως πόλο έλξης επιστημόνων και φορέων, κυρίως από το εξωτερικό. Και πετυχαίνουν συνεργασίες που αφενός αναδεικνύουν το νησί, αφετέρου προσελκύουν άλλου είδους επισκέπτες.
Πιο συγκεκριμένα, ενδιαφέρον για αρχειακές συλλογές που βρίσκονται στη Ρόδο και αφορούν την ντόπια εβραϊκή κοινότητα παρουσιάστηκε από το Μουσείο του Ολοκαυτώματος της Ουάσιγκτον. Σύντομα, έπειτα και από την υπογραφή σχετικής συμφωνίας, θα ξεκινήσει η επεξεργασία, οργάνωση, ψηφιοποίηση του σχετικού υλικού που αριθμεί 4 εκατομμύρια σελίδες.
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας το αρχείο θα είναι προσβάσιμο σε ερευνητές τόσο στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ όσο και στη Ρόδο. Την ίδια στιγμή και οι Ιταλοί ξανάρχονται στο νησί, όχι ως κατακτητές πια, ούτε μόνον ως τουρίστες. Απόγονοι ξυλοκόπων που έζησαν στη Ρόδο από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1940 επέστρεψαν, αναζητώντας τις ρίζες τους. Αφορμή στάθηκε η αναζήτηση στοιχείων στα αρχεία του νησιού για τις οικογένειές τους που μεταφέρθηκαν από την Ιταλία, εγκαταστάθηκαν τότε στην περιοχή της Ελεούσας και εργάστηκαν για τη δημιουργία του τοπικού δάσους και του χωριού, στα πρότυπα αντιστοίχων των ιταλικών ʼλπεων. Η επίσκεψή τους απέδωσε καρπούς. Με την εμπειρία τους στη δασοπονία και την υλοτομία, τη γνώση τους πάνω στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ροδίτικου δάσους, προσφέρθηκαν να συνδράμουν στην ανάδειξή του και τη λελογισμένη εκμετάλλευσή του ώστε ταυτόχρονα να προστατευτεί και να καταστεί προσοδοφόρο. Ο δρόμος για το μέλλον πιθανόν να περνάει και μέσα από την ιστορία. Σίγουρα κάτι τρέχει στη Ρόδο.
*Θερμές ευχαριστίες στο γεωπόνο κ. Γ. Παπαγεωργίου και τους οικονομολόγους - συγγραφείς και μελετητές της δωδεκανησιακής οικονομίας κ. Μ. Λογοθέτη και Κ. Φίνα για τη συνδρομή τους.