«Η Ρόδος έκανε εξαγωγές κοσμημάτων...»!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 2837 ΦΟΡΕΣ
Ο κ. Ηλίας Παπαϊωάννου, χρυσοχόος τρίτης γενιάς, μιλάει για τις χρυσές εποχές
Τρεις γενιές χρυσοχόοι στην Παλιά Πόλη, τεχνίτες που έπαιρναν το χρυσό στα χέρια τους και έφτιαχναν αριστουργήματα με τα εμβλήματα της Ρόδου που τ΄ αγόραζαν στις εκθέσεις, κι έφταναν μέχρι τα πέρατα του κόσμου! Το “Ρόδων της Ρόδου”, ο Κολοσσός, οι Μύλοι, τα βραχιόλια με τις πυραμίδες...Η οικογένεια Παπαϊωάννου παππούς, πατέρας και μέχρι σήμερα ο γιος ο Ηλίας Παπαϊωάννου, μαζί με τον Δημήτρη Κρομμύδα, τους αδελφούς Χριστοδούλου, και κάποιους άλλους ίσως ήταν οι πρώτοι τεχνίτες αργυροχρυσοχόοι του νησιού που έδειξαν το δρόμο χωρίς να μπορούν να φανταστούν την εξέλιξη και το πλήθος καταστημάτων σήμερα στη Μεσαιωνική Πόλη.
Τον συνάντησα ψηλά στη Σωκράτους, να μιλάει στους πελάτες του στη γλώσσα τους στον καθένα, να μου δείχνει το ονομαστό βραχιόλι με τις πυραμίδες που δεν είχε ξανατύχει να δω και να μου μιλάει για την πρώτη του δουλειά στο χρυσωρυχείο του Καναδά όπου δούλεψε, 3.200 πόδια κάτω από τη γη!

Από πότε δραστηριοποιείστε στην Παλιά Πόλη;
Μια ζωή, από το 1950 είμαι εδώ. Ροδίτης 120 τοις εκατό, από τα Μαράσια, από τον Αη Γιάννη. Ο πατέρας μου και ο παππούς μου ήταν τεχνίτες χρυσοχόοι. Εμάς το παρατσούκλι μας είναι “Λόκκος”! Δεν ξέρω γιατί βγήκε, από πού βγήκε και πως βγήκε, δεν ξέρω κάτι που να είχε συμβεί και δεν υπάρχει κανείς να ρωτήσω που να ξέρει.
Ξεκίνησε ο παππούς σας λοιπόν, τρεις γενιές χρυσοχόοι!
Ο παππούς μου ήταν τεχνίτης- χρυσοχόος στα Καμένα, στην πλατεία στο μεγάλο συντριβάνι. Έτσι έλεγαν τότε το σημείο αυτό γιατί είχε πάρει μια μεγάλη φωτιά παλιά. Το εργαστήριό του ήταν δεξιά στην πλατεία, στην Ευριπίδου απέναντι από τον Ωλχαδέφ. Όλη η Ρόδος περνούσε τότε από την Παλιά Αγορά που ήταν φθηνή για αγορές, πιο φθηνή από τη Νέα Πόλη. Τα μαγαζιά που ανοίξανε ο παππούς μου και ο πατέρας μου τα νοικιάζανε από Τούρκους. Από το 1963 ανοίξαμε μαγαζιά ψηλά στη Σωκράτους προς το τζαμί.
Από πού έπαιρναν τότε το χρυσό οι τεχνίτες;
Το χρυσό το πουλούσε τότε ο Κακάς, που βρισκόταν ακριβώς στην πλατεία Μουσείου. Οι δικοί μου όμως έφερναν το χρυσό από την Αθήνα. Τον παππού μου εγώ ίσα που τον πρόλαβα, ο πατέρας μου όμως μαζί με τον Δημήτρη Κρομμύδα και τα αδέλφια Χριστοδούλου, ήταν όλοι αυτοί μαζί οι παλιότεροι αργυροχρυσοχόοι της Ρόδου που έφτιαχναν με μεράκι τα κοσμήματα που απεικόνιζαν το Ρόδων της Ρόδου, το Ελάφι, τον Κολοσσό, τους Μύλους... όλα τα εμβλήματα της Ρόδου, το βραχιόλι με τις πυραμίδες... δεν υπάρχουν ποια αυτά τα πράγματα. Κοσμήματα φτιαγμένα από χρυσό ή ασήμι και στολισμένα με μαρκασίτες (τα μικρά πετράδια) που εκτίθεντο σε εκθέσεις της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.
Η οδός Σωκράτους το 1950
Πήγαιναν σε εκθέσεις τα κοσμήματα της Ρόδου;
Βεβαίως, παραδοσιακά κοσμήματα που πουλούσαν πολύ, τραβούσαν τον κόσμο, γίνονταν εξαγωγές τους. Φτιάχνονταν από ανθρώπους με μεράκι που δεν είχαν ανταγωνισμό μεταξύ τους... “γιατί εγώ κι όχι εσύ...”, υπήρχε ειλικρίνεια και ευγενής άμιλλα, από το 1952-53 και μετά που ξεκίνησε να ανακάμπτει λίγο η οικονομία μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο.
Παρόλα αυτά εσείς φύγατε στο εξωτερικό για να δουλέψετε!
Ο πατέρας μου δεν ήθελε με κανένα τρόπο, δεν ήθελε να υπογράψει για να φύγω που ήμουν ανήλικος, κι έβαλα άλλους να τον μεταπείσουν. Ως οικογένεια δεν είχαμε τόσες στερήσεις, αλλά όπως όλοι τότε δεν μπορούσες να πας και παραπάνω, ήμασταν στην οικογένεια επτά παιδιά. Κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί την εξέλιξη της Ρόδου τα επόμενα χρόνια και τελικά ήμασταν όλοι λάθος.
Πού πήγατε, σε ποια χώρα;
Έφυγα για τον Καναδά, που το 1958-59 άρχισε να δέχεται μετανάστες. Μέχρι να φτιαχτούν τα χαρτιά μου, να δώσω εξετάσεις προφορικές για τη γλώσσα, είχε πάει 1960, έφυγα μόνος μου, ανήλικος στον Καναδά για δουλειά. Μπήκα στο πλοίο “Βουκάνιαν”, έκανε 11 μέρες ταξίδι στα 10 μποφόρ, στον Ατλαντικό, στο άγνωστο. Στο καράβι συνάντησα άλλον ένα νεαρό που πήγαινε για δουλειά. Όταν φτάσαμε στον Καναδά με πήγε κι εμένα στη θεία του, σ΄ αυτή την καλή γυναίκα η οποία για τρεις μέρες με φιλοξένησε κι εμένα, κι έτρεξε για τα χαρτιά μου μέσα στον Καναδά, κι ας ήμουν άγνωστος, κι ας ήταν έγκυος, με βοήθησε και δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Υπάρχουν και καλοί άνθρωποι!
Υπάρχουν ευτυχώς, κι αυτή ήταν για μένα Θεού δώρο. Με πήγε σ΄ όλες τις υπηρεσίες. Πήγα και τη βρήκα, 35 χρόνια μετά στο Βαρθολομιό Ηλείας απ΄ όπου καταγόταν. Είχαν γυρίσει με τον άντρα της τον οποίο ίσα που πήγα και τον είδα και σ΄ ένα μήνα πέθανε. Αν δεν την έβρισκα θα πήγαινα στο “Πακέτο”, στην Παπαβασιλείου...
Τι δουλειά κάνατε στον Καναδά;
Και μόνο που το σκέφτομαι τώρα ανατριχιάζω. Δούλευα στα 3.200 πόδια κάτω από την επιφάνεια της γης, σε χρυσωρυχείο. Συνθήκες δύσκολες για εμάς που δεν ήμασταν εξοικειωμένοι μ΄ αυτές...΄Ημουν ο μόνος Έλληνας ανάμεσα σε Πολωνούς, Γιουγκοσλάβους, Ιταλούς, Γάλλους... Βγάζαμε χρυσό ανάμεικτο με πέτρες και το ανεβάζαμε στους μύλους. Τρυπούσαμε τα τοιχία, βάζαμε μέσα δυναμίτη και στο τέλος της βάρδιας γινόταν η ανατίναξη, κι ερχόταν η επόμενη βάρδια και μάζευε τα μπάζα και ξεχώριζε το χρυσό. Εμείς την άλλη μέρα τρυπούσαμε ξανά και προχωρούσαμε... Το χρυσό ανέβαινε στους μύλους με τα αναβατόρια και γινόταν η επεξεργασία.
Θα έχετε δει και θα ΄χετε αγγίξει πάρα πολύ χρυσό στη ζωή σας!
Πάρα πολύ! Θυμάμαι μία από τις πολλές φορές που μπήκα στην βραδινή βάρδια, κάτι που γινόταν συχνά για να παίρνω κι εγώ τα μπόνους και αντίκρισα χρυσό και μόνο χρυσό! Η πρώτη μου δουλειά ήταν να πάρω τον επιστάτη μου να ρθει να δει κι εκείνος. Όλη η επιφάνεια του τούνελ που είχαμε ανοίξει ήταν καλυμμένη με χρυσό. Ο Καναδάς είναι μια παραγωγός χώρα χρυσού από τις λίγες στον κόσμο.
Πόσο καιρό δουλέψατε στο χρυσωρυχείο;
Έξη με επτά χρόνια. Χόρτασε το μάτι μου, χόρτασε κι η τσέπη μου, εκεί η παραγωγή σου έδινε μπόνους.
Εσείς είχατε διαλέξει να δουλέψετε σε χρυσωρυχείο;
Τότε εγώ τους είπα “ήρθα να δουλέψω, κι όχι να διαλέξω. Δώστε μου δουλειά για να φύγω το συντομότερο”!
Πως ήταν η Ρόδος και η Παλιά Πόλη όταν γυρίσατε;
Στη Ρόδο γύρισα το 1966, είχε εξελιχθεί όπως και η Παλιά Πόλη. Από το 1962 έως το 1966 η Ρόδος ήταν παράδεισος, όλοι έρχονταν εδώ. Η Σωκράτους ήταν η κεντρική εμπορική αρτηρία της Ρόδου. Τότε δεν υπήρχαν τα αίσχη τα σημερινά, υπήρχαν υφασματάδικα, ζαχαροπλαστεία, καφενεία παραδοσιακά που σου έφερναν τον ελληνικό καφέ στον δίσκο τον παραδοσιακό με τις κολώνες... Μπήκα αμέσως στο κατάστημα, εδώ σ΄ αυτό το σημείο δύο μαγαζιά πιο πάνω ψηλά, στη Σωκράτους. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει το 1965, κι αυτός ήταν κι ο βασικός λόγος που γύρισα. Δεν τον πρόλαβα, κι αυτό μου στοίχισε. Ήταν 55 χρονών. Μπήκα εγώ κι αδελφός μου ο Παντελής και ανοίξαμε εργαστήριο στον Πλάτανο πίσω από την καφετέρια. Εκεί ήταν το σπίτι μας, και δύο δωμάτια που τα χρησιμοποιούσαμε ως εργαστήριο. Είχαμε και τέσσερα, με πέντε άτομα υπαλλήλους που μαθαίνανε την τέχνη.
Τότε φτιάχνατε κοσμήματα και πουλούσατε κιόλας. Τώρα;
Τώρα μόνο πουλάω.
Ποιο είναι το καλύτερο χρυσό;
Όσο ανεβαίνουν τα καράτια είναι πιο καλής ποιότητας το χρυσό, όσο ανεβαίνουν όμως τα καράτια είναι πιο μαλακό το μέταλλο. Το 18 καρατίων χρυσό είναι η μεσαία επιλογή που εξυπηρετεί και τους δύο σκοπούς.
Με πόσα χρυσοχοεία ξεκίνησε η Παλιά Πόλη και πόσα έχει σήμερα;
Τη δεκαετία του ΄60 είχε τέσσερα που ήταν και εργαστήρια μαζί και σήμερα έχει 50 με 60! Εδώ το γουναράδικο έχει βάλει χρυσό, δίχως να ξέρει τι είναι το χρυσό.
Βλέπω πως φέρεστε στους πελάτες που μπαίνουν...ότι μιλάτε τη γλώσσα τους...
Μιλάω οκτώ γλώσσες: Αγγλικά, Γερμανικά, Γαλλικά, Δανέζικα, Νορβηγικά, Σουηδικά, Ιταλικά κι Ελληνικά. Είχα μια κλίση στις ξένες γλώσσες. Έχω πελάτες εδώ και 45 χρόνια. Στέλνω 250 κάρτες τα Χριστούγεννα σ΄ όλο τον κόσμο. Τους πελάτες μου τους σέβομαι, έχω το μπουκάλι με το ούζο, να συζητήσω μαζί τους, να τους ρωτήσω πως πήγε ο χειμώνας... Η φιλοξενία είναι το παν, το εκτιμούν κι αυτοί.
Εσείς θα ξέρετε πια, που καταλήξετε σ΄ αυτή τη ζωή, ό,τι λάμπει είναι χρυσός;
Ό, τι λάμπει δεν είναι χρυσός!

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News