Τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο της υπογονιμότητας φαίνεται να παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις.
Τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο της υπογονιμότητας φαίνεται να παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Περίπου το ένα στα εφτά ζευγάρια εκτιμάται ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα (το 15% των ενηλίκων).
Η αναλογία της αιτιότητας ανάμεσα στα δύο φύλα είναι περίπου ίση. Η δυσκολία δηλαδή ως προς τη γονιμοποίηση προέρχεται τόσο από τους άντρες όσο και από τις γυναίκες, χωρίς κάποια σημαντικά στατιστική διαφοροποίηση.
Με τον όρο «υπογονιμότητα» ορίζουμε τη μη επίτευξη εγκυμοσύνης μετά από ένα χρονικό διάστημα ανεπιτυχών φυσιολογικών προσπαθειών. Μπορεί να προκληθεί τόσο από εξωτερικούς παράγοντες (όπως άγχος, τρόπος ζωής ή περιβαλλοντικοί κίνδυνοι) όσο και από εσωτερικά προβλήματα (όπως ανωμαλίες στα ορμονικά επίπεδα ή στη λειτουργία και στη δομή του αναπαραγωγικού συστήματος).
Παρόλο που πολλά υπογόνιμα ζευγάρια μπορούν τελικά να τεκνοποιήσουν με την βοήθεια της προηγμένης σήμερα τεχνολογίας της αναπαραγωγής ή διαμέσου της υιοθεσίας, η διάγνωση τους ως υπογόνιμο ζευγάρι είναι επίπονη και ψυχοφθόρα.
Κι αυτό γιατί τα προβλήματα που σχετίζονται με την αναπαραγωγή, όπως, αποβολές, παλίνδρομες κυήσεις, εκτρώσεις, επερχόμενη εμμηνόπαυση, προβλήματα σπέρματος και οι αποτυχημένες προσπάθειες τεχνητής γονιμοποίησης αποτελούν αιτία για την εμφάνιση απρόσμενης ψυχολογικής κρίσης και συναισθηματικής διαταραχής στη γυναίκα, στον άνδρα, γενικότερα στις σχέσεις του ζευγαριού αλλά και στις οικογενειακές σχέσεις.
Όταν δηλαδή δύο σύντροφοι αρχίσουν να υποψιάζονται ότι ίσως δεν μπορούν να κάνουν παιδιά ακολουθώντας τη «φυσιολογική» οδό, αλλά και όταν μπουν στη διαδικασία των εξετάσεων για τη διερεύνηση του προβλήματος, η ψυχολογία τους σίγουρα δεν είναι καλή.
Σε κάθε περίπτωση το ζευγάρι συμπεριφέρεται και αντιδρά με διαφορετικό τρόπο στην υπογονιμότητα. Η προσωπική αντίδραση θα εξαρτηθεί από την προσωπικότητα και τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς του κάθε ενός.
Μπορεί ο ένας να είναι γεμάτος ελπίδες και αισιοδοξία ενώ ο σύντροφος του να αισθάνεται απαισιοδοξία, ή ακόμα ο ένας να κατηγορεί τον άλλο ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες όπου ένας εκ των δύο έχει το πρόβλημα της υπογονιμότητας.
Οι αποτυχημένες προσπάθειες για σύλληψη, το υψηλό κόστος των θεραπευτικών προσπαθειών, οι συχνές πιέσεις γονιών και συγγενών που αναφέρουν συνεχώς το «θέμα» των παιδιών καθιστούν το πρόβλημα της υπογονιμότητας ένα έντονο στρες.
Εκτός των άλλων τα άτομα με υπογονιμότητα αναφέρουν ότι οι ιατρικές διαδικασίες, οι εξετάσεις, οι θεραπευτικές προσπάθειες αλλά και οι ενδεχόμενες επανειλημμένες αποτυχίες τους ταλαιπωρούν.
Φυσικό, λοιπόν, είναι να υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανιστούν έντονα ψυχολογικά συναισθήματα όπως έκπληξη, άρνηση, ενοχές, θυμός, κατάθλιψη, απομόνωση, απώλεια αυτοελέγχου και απογοήτευση.
Πολλές γυναίκες μάλιστα μετά από ένα αρνητικό αποτέλεσμα βιώνουν πιο συγκεκριμένα μια έντονη θλίψη. H θλίψη αυτή δεν διαρκεί το ίδιο για κάθε γυναίκα.
Εξαρτάται από τον ψυχικό εξοπλισμό του κάθε ατόμου, από την υποστήριξη που έχει καθώς και από τον αριθμό των προσπαθειών που έχει επιχειρήσει.
Ακόμα όμως και στις γυναίκες που έχουν επιτύχει μία εγκυμοσύνη μέσω της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, παρατηρείται αυξημένο άγχος και μια υπερβολική ανησυχία μήπως συμβεί κάτι κακό.
Υπάρχουν επιπλέον κάποιοι παράγοντες που επιδεινώνουν γενικότερα την «ψυχολογία» του ζευγαριού: (α) O τρόπος με τον οποίο τους «επιβαρύνουν» με τις αναφορές τους οι συγγενείς και φίλοι, (β) Η συμμετοχή τους σε κοινωνικές ή οικογενειακές εκδηλώσεις που υπενθυμίζουν το πρόβλημα (π.χ. το να υπάρχει κάποια άλλη γυναίκα στο στενό οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον που να είναι έγκυος), (γ) Oι τυχόν παρενέργειες ή προβλήματα που μπορεί να προκαλέσει η θεραπεία για την υπογονιμότητα, (δ) Η αδυναμία να επιτευχθεί τελικά μία εγκυμοσύνη (π.χ. αποβολή) ή η συνολική αποτυχία της θεραπείας και της προσπάθειας γενικότερα.
Πέρα λοιπόν από τον θεράποντα ιατρό, είναι σημαντικό το ζευγάρι να λαμβάνει και την ανάλογη εξειδικευμένη ψυχολογική υποστήριξη.
Η αλήθεια είναι ότι δυστυχώς στη χώρα μας δεν έχει εφαρμοστεί ακόμα ευρέως η συμβουλευτική μέθοδος για ζευγάρια με πρόβλημα υπογονιμότητας, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες της Ευρώπης όπου υπάρχουν ομάδες ζευγαριών που συζητούν τα προβλήματά τους, τηλεφωνικές γραμμές υποστήριξης ή \"Μονάδες Αναπαραγωγικής Ιατρικής\" οι οποίες περιλαμβάνουν στο επιστημονικό τους δυναμικό επιστήμονες ειδικά εκπαιδευμένους -με μεταπτυχιακή εκπαίδευση και ερευνητικές μελέτες αλλά και εμπειρία - στην υποστηρικτική ψυχολογία και την συμβουλευτική της αναπαραγωγής και των προβλημάτων γονιμότητας.
Οι τεχνικές χαλάρωσης και διαχείρισης του στρες έχουν προταθεί από αρκετούς για τη βελτίωση της γονιμότητας. Η χαλάρωση μπορεί να μειώνει την ένταση της διέγερσης του αυτόνομου νευρικού συστήματος, το οποίο μπορεί με τη σειρά του να διευκολύνει την γονιμότητα. Ωστόσο, ευεργετικά αποτελέσματα από την χαλάρωση δεν έχουν ακόμα κατοχυρωθεί επιστημονικά.
Παρόλα αυτά, ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις στις οποίες όντως η υπογονιμότητα δεν μπορεί να αποδοθεί σε οργανική αιτία (η επίτευξη εγκυμοσύνης δεν αποκλείεται από κάποιο συγκεκριμένο οργανικό πρόβλημα, αλλά δεν επιτυγχάνεται για άγνωστους λόγους).
Η κατάσταση αυτή είναι γνωστή με τον όρο «ψυχογενής» στειρότητα.
Λαμβάνοντας όλα τα παραπάνω υπόψη, ο ειδικός της ψυχικής υγείας οφείλει να βοηθήσει το ζευγάρι να αυξήσει την αίσθηση ελέγχου και ευεξίας, να μειώσει το άγχος (με τεχνικές χαλάρωσης) και τα όποια συμπτώματα κατάθλιψης.
Το πιο σημαντικό είναι να συνεχίσει το ζευγάρι να απολαμβάνει τη ζωή και την καθημερινότητά του παρά τις προσπάθειες γονιμοποίησης και να μην υπερεστιάσει σε αυτές.
Τέλος, ο ειδικός οφείλει να προφυλάξει το ζευγάρι από «ρήγματα» που μπορούν να φέρουν στο γάμο οι κατηγορίες (υπονοούμενα για την ευθύνη της αποτυχίας) και οι απογοητεύσεις.
Χρειάζεται δηλαδή μια ολιστική προσέγγιση του ατόμου σε αυτές τις περιπτώσεις, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα (ιατρική και ψυχική υποστήριξη).
* Της Μαρίας Καρίκη
Ψυχολόγος