Λεξιστορείν: Ο έμπορος!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 363 ΦΟΡΕΣ
Κυριολεκτικά έμπορο ονομάζουμε το άτομο που πουλάει ή αγοράζει διάφορα προϊόντα. Με μεταφορική σημασία έμπορος είναι αυτός που εκμεταλλεύεται κάτι με σκοπό το κέρδος (π.χ. αυτός κάνει εμπόριο ελπίδας). Η λέξη προήλθε από την έκφραση «εν πόρω ων» = αυτός που βρίσκεται στην θάλασσα κι αρχικά δήλωνε τον ταξιδιώτη, αυτόν που διασχίζει τη θάλασσα ταξιδεύοντας. Στη συνέχεια εξελίχθηκε σημασιολογικά και δήλωνε αυτόν που πουλάει προϊόντα διασχίζοντας τη θάλασσα για να φθάσουμε στη σημερινή γενικότερη σημασία του ασχολούμενου με την αγοραπωλησία προϊόντων.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News