«Απάτης δικαίας, ουκ αποστατεί θεός» (Αισχύλος, 525-456 π.Χ.)
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 510 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Δανιήλ Σπάρταλης
Και με πολύ απλά λόγια: «Όταν, με την καλή σου προαίρεση, εξαπατάς κάποιον, τότε κι ο Θεός ο ίδιος δεν απομακρύνεται από κοντά σου, αλλ’ αντιθέτως, στέκει δίπλα σου και, μάλιστα, σε…δικαιολογεί!».
Ξεφυλλίζοντας τις πλούσιες και πνευματικές σελίδες του πάντοτε επίκαιρου πονήματος του πολύ καλού φίλου και δασκάλου Παναγιώτη Χαμουζά, τις προσωπικές του, δηλαδή, «Φιλολογικές Διαδρομές», έκδ. 2011, κοντοστάθηκα πολύ προβληματισμένος, στο πιο πάνω απόφθεγμα του τραγικού μας ποιητή και γρήγορα ένοιωσα να με κεντρίζει μια έντονη, όσον δικαιολογημένη απορία. Σαν κάποιο είδος αμηχανίας, μαζί κι έκπληξης. Και τούτο, για τη διφορούμενη, όσον και αμφίσημη ερμηνεία, η οποία, ολοφάνερα αναφύεται στον αναγνώστη από αυτήν την ανακολουθία: «Δικαιολογεί ο θεός την απάτη και το ψέμα;».
«Δηλαδή, έρχεται σε αντίθεση με τον ηθικό κανόνα και την έννοια του Νόμου;» Εύλογα τα ερωτήματα αυτά. Και η ανακολουθία αυτή και ασυμφωνία, για ώρα πολλή, αιωρούμενη να περιφέρεται τυραννικά στην σκέψη, ζητώντας απεγνωσμένα, μιαν έστω μικρή δικαιολογία. «Άδικος ο θεός;» «Και πώς, τούτο, να γίνει κατανοητό;» Πράγματι, οφθαλμοφανής η αντίφαση. Τα ίδιο και η αντιφωνία που την περιβάλλει…Είναι ποτέ δυνατόν μια πράξη που, αναφανδόν παραβιάζει τον Νόμο και τον κάθε ηθικό κώδικα, να δικαιολογείται κι επιπλέον να…υπερευλογείται από τον Θεό;
Οξύμωρον όντως, όσον και τίποτ’ άλλο, τούτο του λόγου το ασυμβίβαστον: Το ψέμα, η βλαπτική κι ανήθικη -όσον και βδελυρή τούτη πράξη- η απάτη αυτή καθαυτή, να αξιολογείται ευνοϊκά;
Να προΐσταται σε αξία και, στην ευθεία γραμμή, να προπορεύεται και να κομπορρημονεί ασχημονώντας μπροστά στην ειλικρίνεια του αμίαντου και καθαρού λόγου που, παγκοίνως, οι άνθρωποι ονομάζουν Α λ ή θ ε ι α!
Να κορδώνεται απατηλά και να αποσκοπεί στον καθαρό της Α ρ ε τ ή ς και της Ε υ ν ο μ ί α ς θρόνο να αναρριχηθεί; Κι όλα τούτα, με το υπερφίαλο, αυθάδικο κι επηρμένο θράσος της και με την απατηλή της εσθήτα να μεταλλάσσεται σε ύψιστη, δήθεν, αρχή κι εξουσία για να εκπαραθυρώσει τον θεήλατο Νόμο (μη ψεύδεσθε εις αλλήλους…Απόστολος Παύλος Προς Κολοσσαείς, γ΄, 9).
Και αλαζονικά, ν’ αυτοστεφανώνεται, ωσάν να ’ταν η μόνη πάνω στη γη μονοκράτειρα κι εξουσία! Να καταρρακώνεται με τον τρόπον αυτόν το ΗΘΟΣ και μαζί με την Ε υ ν ο μ ί α να λογαριάζονται πλέον ως ευτελές «είδος προς εξαφάνισιν!»
Ανερυθρίαστα, λοιπόν, να καταφθάνουν η απάτη και το ψεύδος να θρονιασθούν στην ψυχή του ανθρώπου…Μέσα στο πλέον ευαίσθητο κέντρο του «είναι» του. Σ’ αυτήν την ιερή καθέδρα της συνείδησής του, όπου και ο καθαρότατος αδαμάντινος θρόνος της υπόστασής του ω ς ε λ λ ό γ ο υ ό ν τ ο ς πάνω στην γη. (δικαιοσύνην μάθετε οι ενοικούντες επί της γης…)
⁂
Από τους πολύ παλιούς, τους προχριστιανικούς ακόμα χρόνους, καταφθάνει η ευθυτενής και καλλίγραμμη Ολύμπια θεά. Βγαλμένη μέσα από το σοφό κεφάλι του Βασιλιά πατέρα της Δία. Επομένως, δεν μπορούσε παρά να πάρει και το «μισό» από την φαιά εγκεφαλική του ουσία. Ευτυχώς, όμως, δεν μεταμοσχεύτηκε τον θυμό και τους εκδικητικούς κεραυνούς του, αλλά το άλλο «μισό», το καλό: την λογική του δηλαδή. Κι έτσι την ονομάτισαν, τότε οι άνθρωποι του κάμπου και της θάλασσας: θεά, λοιπόν, της σοφίας και της σύνεσης. Στη συνέχεια της έστησαν βωμούς και ιερά κι ακόμα πολύ την ετίμησαν, και ως Παλλάδα της Αθήνας την ανεκήρυξαν!
Και καλλιμάρμαρα ολόσωμα αγάλματα της έφτιαξαν και την χάρη της επικαλούνταν όταν έβλεπαν ότι το «άδικον» δεν θα έπρεπε να…ευλογείται. Και παρ’ όλον ότι υπήρξε και η θετή κόρη της «άτακτης» Ήρας, ποτέ δεν την εβάραινε κάποιος «μώμος» ή κάποια «παρασπονδία» όπως τις άλλες θεές. Γι’ αυτό και, δικαίως, ως π α ρ θ έ ν α την τιμούσαν και ά ψ ο γ η οι άνθρωποι. Η καταλυτική της, πολλές φορές, επέμβαση στις μεταξύ των θεών και ανθρώπων διενέξεις, επέφερε τον κατευνασμό και την ηρεμία. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:
Εκεί πάνω, στο αυστηρό βήμα του Αρείου Πάγου και συγκεκριμένα, στην δίκη του μητροκτόνου Ορέστη, όταν ο δράστης κυνηγημένος από τις ενοχές του και τις Ερινύες, κατέφυγε στους δικαστές θεούς, για ν’ απαλλαγεί από τις τύψεις του…Η ισοψηφία τότε των δικαστών δεν μπόρεσε να βγάλει μια δίκαιη απόφαση. Και μόνον η επίκληση από τον κατηγορούμενο της Αθηνάς (θεά είπαμε της σοφίας) και με την καθοριστική της ψήφο, η πλάστιγγα έγειρε υπέρ του δράστη του φόνου. Κι έτσι οι Ερινύες που κατατυραννούσαν τον φονιά της Κλυταιμνήστρας, της μοιχαλίδας μάνας του δηλαδή, γρήγορα μεταμορφώνονται σε καλόγνωμες Ευμενίδες και…λυτρώθηκε από τις ενοχές του ο δράστης, καθώς π ρ ο α σ π ι ζ ό τ α ν μαζί με την αδελφή του Ηλέκτρα, την τιμή και την υπόληψη του πατέρα τους Αγαμέμνονα. Κι εξιλεώθηκε και η ντροπή από το μαγάρισμα του σπιτιού με τον παράνομο δεσμό της μάνας τους με τον εραστή της, τον Αίγισθο.
⁂
• Ακόμα και η Αγία Γραφή είναι πλούσια από τέτοια παραδείγματα. Καθώς ο ενανθρωπίσας πλέον Θεός-Λόγος, με το λυτρωτικό αντίδοτο της ειλικρινούς μετανοίας και το ασύνορον της θεϊκής ευσπλαχνίας και συγκαταβάσεως, ο φταίχτης, σήμερα άνθρωπος, ε ξ ο υ δ ε τ ε ρ ώ ν ε ι τις εκδικητικές αντίθετες δυνάμεις που καταδιώκουν και ισορροπεί. Ορθώνεται ξανά και ανάλαφρος από τις δικές του ενοχές προχωράει ξανά στην ζωή: Η δικαιοσύνη και η σοφία του φιλεύσπλαχνου πατέρα, γίνεται για τον «άσωτον υιόν» του Ευαγγελίου, το λυτρωτικό φάρμακο ανακούφισης. Και το ξαλάφρωμά του για την συνέχεια στον ίσιο δρόμο της ηθικής και της ευνομίας.
• Και στην παγκόσμια γραμματεία και λογοτεχνία, πολλά είναι τα παραδείγματα. Στους «Αθλίους» του Β. Ουγκό, ο ταπεινός επίσκοπος Μυριήλ, λ έ γ ο ν τ α ς ψ έ μ α τ α στον βλοσυρό και άτεγκτο κι αμείλικτο διώκτη Ιαβέρη, έσωσε τη ζωή και την ψυχή του διωκόμενου Γιάννη Αγιάννη. Ο οποίος, από κλέπτης ενός καρβελιού, λόγω φτώχειας και μιζέριας, καταδιώκεται αδυσώπητα και βρίσκει στέγη στο σπίτι του επισκόπου. Φεύγοντας όμως, από το φιλόξενο σπίτι, παίρνει μαζί του και τα αργυρά σκεύη του ναού. Διωκόμενος, ξανασυλλαμβάνεται για να οδηγηθεί στο επισκοπείο από τον διώκτη του και να αναγνωρίσει ο επίσκοπος τα κλοπιμαία αντικείμενα. «Ό χ ι δ ε ν τ α έ κ λ ε ψ ε τ α χ ρ υ σ ά κ α ν τ η λ έ ρ ι α! Ε γ ώ τ ο υ τ α ε δ ώ ρ ι σ α!» Και συγκλονισμένος ο ένοχος από την λυτρωτική γι’ αυτόν απάντηση του Μυριήλ, μεταμορφώνεται, στην συνέχεια της ζωής του, σ’ έναν φιλεύσπλαχνο και φιλάνθρωπον άνθρωπο.
Και στους μετέπειτα χρόνους... πόσα παραδείγματα!
• Αλήθεια, πώς εκείνος ο φτωχός και ξαρακενός καλόγερος, μέσα στην άγρια και χειμωνιάτικη νύχτα, που ο άνεμος και η ασταμάτητη βροχή χαοτικά και μανιασμένα χτυπούσαν την στέγη του μισοσκότεινου κελιού του και σωστό πανδαιμόνιο χοροπηδούσε από την αντάρα του καιρού τριγύρω, πώς κι άνοιξε να δεχθεί εκείνον τον τρομαγμένο και κυνηγημένον άγνωστον άνθρωπο; Βαρύς έπεσε κάτω από το πετραχήλι του να ξομολογηθεί ο ξένος. Φονιάς στον καυγά πάνω κι ήρθε, μετανιωμένος, να κλάψει.
Σάστισε ο καλόγερος ακούγοντας ότι συγγενείς του θύματος τον καταδιώκουν. Μίσος μεταξύ οικογενειών η αιτία... Και να, το συγκλονιστικό για τον ίδιο τον καλόγερο! Το θύμα του φόνου ο αδελφός του ίδιου του εξομολογητή! Τι πιο τρομερό και ασύλληπτο! Και κάτω, εκεί, στα γόνατα, να τρέχουν τα δάκρυα του μετανιωμένου φονιά…και να γίνεται μια πρωτοφανής και ασύλληπτη στον νουν πάλη μέσα στα στήθια του καλόγερου... Κατακλυσμός έξω από την καλύβα, φουρτούνα και φωτιά στα στήθια του ιερέα... Συγκλονιστικές οι στιγμές! Οι διώκτες πλησιάζουν και ζητούν εκδίκηση…Γολγοθάς πυρπολημένος το στήθος του καλόγερου! Ποια να δώσει απόφαση;
«Όχι!...όχι!»…«Πρέπει ναι! πρέπει ναι!...»
«Μετάνιωσε πικρά, κλαίει…ζητάει έλεος, Θεέ μου…Κι εγώ;»
Και να, αμέσως η θυσία…Ολόκληρο το μεγαλείο της! Η φυγάδευση του φονιά! Λύτρωση και για τον ίδιο τον καλόγερο!
(από την ζωή του επισκόπου Αιγίνης Διονυσίου του θαυματουργού, του εκ της νήσου Ζακύνθου).
Επιμύθιο:
Πόσοι, καθημερινοί μας συνάνθρωποι, λέγοντας ένα αθώο ψέμα ή πράττοντας μια μικρή αθώα «παρασπονδία» του Νόμου, δεν φέρνουν την γαλήνη και την ηρεμία ανάμεσα σε βασανισμένες και αλληλοσυγκρουόμενες ψυχές ή και σε ολόκληρες οικογένειες;
Πάνω από κάθε «δίκαιη απάτη», πάντοτε θα υπάρχει μια χαραμάδα ελπίδας, που θα σχίζει το σκοτάδι και θα οδηγεί στην εσωτερική ειρήνη, τη συνύπαρξη και στο φως!

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News