«Ο ακαταδίωκτος» είναι ένας ωραίος τίτλος αθλητικού pulp fiction

«Ο ακαταδίωκτος» είναι ένας ωραίος τίτλος αθλητικού pulp fiction

«Ο ακαταδίωκτος» είναι ένας ωραίος τίτλος αθλητικού pulp fiction

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 339 ΦΟΡΕΣ

Στην προηγούμενη αναφορά μου προσπάθησα να κατανοήσω τι νόημα έχει το ακαταδίωκτο στους λοιμωξιολόγους κι αν ό, τι θεσπίστηκε ως προστασία αυτών μπορεί να λειτουργήσει στον αθλητισμό, όπου όλοι τρέχουν και οι περισσότεροι δεν φτάνουν όπου θέλουν.

Είναι μια δύσκολη περίπτωση γιατί έχουμε να κάνουμε με αθλητές γρήγορους στα πόδια και παράγοντες ακόμα πιο γρήγορους στο μυαλό… Στην ψυχή δεν αναφέρομαι, γιατί το έκανα κι άλλοτε και παραλίγο να πέσω στα Προζάκ…

Αυτή η λέξη είναι απίστευτη, υπάρχει ως λήμμα στα λεξικά φυσικά, όμως η χροιά και η όψη της ορθογραφικά παίρνει δύναμη περισσότερη σ’ ένα pulp fiction, ένα άρλεκιν και μια φτηνή ιστορία σε πολυτελή έκδοση ενός ατάλαντου.
Είμαι σίγουρος ότι η λέξη παρήχθη μες στον δρόμο ή στην καλύτερη περίπτωση σ’ ένα χαμαιτυπείο, εκεί όπου όλα έχουν νόημα και τίποτα δεν πέφτει ζαλισμένο στο πάτωμα…

Ο ακαταδίωκτος είναι ένας μποέμ τύπος, δεν φοβάται ούτε καν τον ίδιο του τον εαυτό, και στον αθλητισμό έχουμε πολλούς τέτοιους με πούρα στα επίσημα των εξεδρών γηπέδων από τη Γ’ Κατηγορία τοπικού έως και το Champions League. Ωραίος τίτλος και για ταινία είναι, εδώ που τα λέμε, το σενάριο ως αληθινή ιστορία υπάρχει ήδη στον …αέρα και μένει μόνο να βρεθούν όλοι όσοι περπατούν στα αθλητικά μονοπάτια γύρω μας για να τους προταθούν οι ρόλοι. Θα τους δεχτούν με χαρά, μην έχετε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό.
Να λοιπόν τι υπάρχει σε δύο λεξικά αν ψάξετε το λήμμα «ακαταδίωκτος-η-ο» χωρίς περεταίρω επεξηγήσεις, γιατί οι σπόντες …πετούν ήδη.

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ακαταδίωκτος -η -ο
[akataδíoktos] Ε5: 1. που δεν μπόρεσαν ή που δε θέλησαν να τον καταδιώξουν: Ο εχθρός κατόρθωσε να υποχωρήσει ~. Tους άφησαν ακαταδίωκτους. 2. (νομ.) α. που έχει διαφύγει την ποινική δίωξη: Kαταχραστής που παραμένει ~. β. που δεν υπόκειται σε ποινική δίωξη: Aδίκημα νομικά ακαταδίωκτο. || (ως ουσ.) το ακαταδίωκτο, η ιδιότητα του ακαταδίωκτου.
[λόγ. α- 1 καταδιωκ- (καταδιώκω) -τος]

[Λεξικό Γεωργακά]
ακαταδίωκτος, -η, -ο
[akata∂íoktos] (& ακαταδίωχτος)
① not pursued, unpursued: οι προφυλακές υποχώρησαν ακαταδίωκτες | κι αν ακόμα τους άφινε ο Oκτάβιος ακαταδίωκτους, η καταστροφή τους θα επήρχετο αφ' εαυτής (Roussos)
② law unprosecuted or unprosecutable (syn αδίωκτος): είναι αδίκημα νομικώς ακαταδίωκτο | οι εγκληματίες δεν αφήνονται ακαταδίωκτοι | πολλοί καταχραστές του δημοσίου χρήματος μένουν ακαταδίωκτοι [cpd w. καταδιωκτός (cf der καταδιωκτ-ικός): καταδιώκω].

ΤΣΑΜΠΙΚΟΣ ΠΑΤΣΑΪΣ

Διαβάστε ακόμη

Με Μάριο Μπαϊρακτάρη τη νέα σεζόν ο Ευκλής

Κάτω από τα δοκάρια του Ιάλυσου συνεχίζει ο Δημήτρης Τσιγάρος

Ξεκινά στις 15 Ιουνίου το RODOS ARENA CUP

Ανανέωση συνεργασίας του Ατρόμητου Διμυλιάς με τον Χρήστο Πετρά

Ξεκινά ένα καλοκαίρι γεμάτο άθληση και δημιουργία στο SummerCamp του Δήμου Ρόδου

Παναγιώτης Καρίκης: «Μετά από τρία υπέροχα χρόνια, ένας όμορφος κύκλος κλείνει.»

Ο νέος «χάρτης» της Γ’ Εθνικής, σ’ ένα πρωτάθλημα με πολλές ιδιαιτερότητες…

Το πλήρες πρόγραμμα αγώνων beach volley στα Δωδεκάνησα και πανελληνίως