Σεραφείμ Αθανασίου: Η εκδίκηση του «ανάποδου χρόνου»

Σεραφείμ Αθανασίου: Η εκδίκηση του «ανάποδου χρόνου»

Σεραφείμ Αθανασίου: Η εκδίκηση του «ανάποδου χρόνου»

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 644 ΦΟΡΕΣ

Γράφει ο
Σεραφείμ Αθανασίου
www.serathan.gr

 

Παιδικά τα νεύρα όμως και αυτά, όταν δεν «χωνεύουν» κάποιον, και στο βαθμό που μπορούν να «εκδικηθούν», γίνονται επικίνδυνα αν όχι για ζωές αλλ’ έστω και μέχρις εκεί που φτάνει η δύναμή τους μπορούν να προκαλέσουν πόνους ιδιαίτερα σε ευαίσθητα σημεία και στις διαμαρτυρίες «θυμάτων» να νιώθουν δυνατοί και... τροπαιούχοι!

Με μια τέτοια ιστορία έχω και άλλοτε ασχοληθεί και την καταχωρώ σε ένα μου βιβλίο που ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί και στο οποίο σκέπτομαι να του δώσω τον τίτλο («αγώνας ζωής»!)

Και σκέπτομαι αυτόν τον τίτλο επειδή σε εκείνη τη γραφή, από τη γέννησή μου ( 25 Απριλίου 1925) , περιγράφω τη δική μου ζωή και ίσως τότε να το κλείσω και αν δηλαδή-με τη θέληση του Θεού- βρίσκομαι στη ζωή στα εκατοντάχρονα γενέθλιά μου.

Μάλιστα, όπως έχω «κρυφακούσει», παρά του ότι δεν ακούω και και καλά οι δικοί μου άνθρωποι σκέπτονται, μετά φανών και λαμπάδων, να με γιορτάσουν.

Δεν γνωρίζω όμως αν, πάνω σε κάποια προς τιμή μου τούρτα, τοποθετήσουν ένα, δέκα ή εκατό κεράκια.

Και γιατί έτσι: Μα το ένα σημαίνει «μία εκατονταετία», τα δέκα σημαίνουν «δέκα δεκαετίες» και τα εκατό κεριά, σημαίνουν εκατό χρόνια.

Παναγία μου τόσα ΧΡΟΝΙΑ έχω περάσει και ακόμη δεν βαρέθηκα να ζω, χώρια που το διασκεδάσω κιόλας επειδή όταν αρχίζω να τα μετράω και πριν φτάσω στα εκατό ... γλαρώνουν τα μάτια μου.Πλάκα... έχω ο γεροξούρας!

Και ίσως με γιορτάσουν με ΕΝΑ ή ΔΕΚΑ κεράκια επειδή τα ΕΚΑΤΟ, όπως μας κατάντησαν με τα «ΘΑ» τους για την αγορά τους θέλεις κερί και ευρώ. Και μένω με την εντύπωση πως, την σήμερον ημέρα,δεν αξίζει τον κόπο για ένα «γερομπαμπαλή», όση αγάπη και αν αισθάνεται κάποιος, να θυσιάσει τόσα χρήματα!

Όμως, να η ιστορία που θυμήθηκα!

Πρέπει να ήμουνα 7-8 χρόνων και στη αυλή του σπιτιού μας ,τις περισσότερες φορές, μοναχός μου έπαιζα.

Το πατρικό μας σπίτι βρίσκεται στη νότια πλευρά του χωριού και μπροστά μας τότε περνούσε χωμάτινος δρόμος.

Πλινθόκτιστο το σπίτι μας, χωρίς νερά και ρεύμα και στη μικρή μας αυλή είχαμε τον χωριάτικο φούρνο και πίσω από αυτόν υπήρχε ο «απόπατος» στην είσοδο του οποίου αντί πόρτας κρεμόντουσαν κάτι βρώμικες λινάτσες και με αυτές από αδιάκριτα βλέμματα «κρυβόντουσαν» οι εισερχόμενοι επισκέπτες.

Μερικές φορές οι «ομοβροντίες» εισερχομένων ανδρών ή γυναικών- αν παρ’ ελπίδα υπήρχαν τέτοιες ή έστω «κροτίδες»- αυτές, από τους εκτός λινάτσας και στην αυλή καθήμενους, περνούσαν απαρατήρητες και όλα τούτα γινόντουσαν για να μη φέρουν σε δύσκολη θέση τους πίσω από τις λινάτσες ευρισκομένους... δυναμιτιστές!

Άλλωστε, σε κάποια άλλη χρονική στιγμή στον ίδιο εκείνο χώρο, οι «δυναμιτιστές» άλλαζαν βάρδια, και οι «ομοβροντίες» ή έστω κάποια «βαρελότα» ρίχνονταν από διαφορετικό τύπο «καρυοφύλλι», οπότε οι ευρισκόμενοι στη αυλή επειδή είχαν συνηθίσει σε κρότους ακίνδυνων βαρελότων που μόνο κάποια στιγμιαία μόλυνση του περιβάλλοντος χώρου προκαλούσαν, δεν έδιδαν και πολύ προσοχή!

Στο υπόλοιπο στενόμακρο μικρό οικόπεδο ακολουθούσε ο αχυρώνας στον οποίο τοποθετούσαμε τις τροφές των ζώων μας και σε ένα μικρότερο εντός αυτού διαιρεμένου χώρου, δεξιά και αριστερά της εισόδου, υπήρχαν μικροί χώροι ανάπαυσης και «παχνιά» τροφής για τα ζώα μας που έτρωγαν και κοιμόντουσαν τους χειμερινούς μήνες!

Αυτά τα ζωάκια μου δεν τα ξέχασα ποτέ και πάντα τα φέρνω στη σκέψη μου και συγκινούμαι. Ήταν τόσο άκακα και τόσο χρήσιμα για τις γεωργικές μας εργασίες!

Το γαϊτάνι και το μελίσσι (τα δυο μας βόδια), ανοίγοντας την πόρτα του αχυρώνα τα παχνιά τους τα είχαμε τοποθετήσει στον αμέσως δεξιό χώρο και ακριβώς απέναντι στην αριστερή πλευρά είχαμε τρία-τέσσερα επίσης παχνιά για το αλογάκι μας τον κίτσιο, την πανέμορφη φοραδούλα μας την καράσο και την γαϊδουρίτσα μας τη λάγια η οποία πολλές φορές με «προστάτευε», όταν στις διάφορες αταξίες μου κρυβόμουνα στο παχνί της για να μη με βρει η μάνα μου και μου τις «βρέξει»!

Η γιαγιά μου, η μάνα της μάνας μου, η συμπαθέστατη εκείνη γριούλα με τα μακριά φουστάνια και την παντοτινή μαντίλα στο κεφάλι της, όταν ο καιρός ήταν καλός καθόταν στο μοναδικό σκαλοπάτι του σπιτιού και με τη μαγκούρα της έδιωχνε τις κότες που στριφογύριζαν δίπλα της, τσιμπώντας τα ψίχουλα που έπεφταν από το ψωμάκι που έτρωγε βρεγμένο με λίγο νεράκι, επειδή η καημένη δεν είχε δόντια να το μασήσει.

Από το μέρος που καθόταν έβλεπε και τον κόσμο που περνούσε κατά διαστήματα από τον δρόμο, πηγαίνοντας ή επιστρέφοντας από τους κήπους τους ή τα κτήματά τους. Αυτή δε η ξεκούραση στο πλατύσκαλο και η παρακολούθηση των διερχομένων, ήταν και μοναδική ψυχαγωγία της γιαγιάς μου!

Εγώ μικρό παιδάκι είχα προσέξει ότι από τον δρόμο κάθε τόσο πρωινές ώρες περνούσε ένα γεροντάκι έχοντας τα χέρια του σταυρωμένα πίσω στο κορμί του και σιγά-σιγά έκανε τη βόλτα του στα περιβόλια. Όταν έβλεπε τη γιαγιά μου, καλόκαρδα τη χαιρετούσε, αντάλλασσε με εκείνη λίγες κουβέντες και συνέχιζε τον δρόμο του.

Εμένα αν και πολλές φορές βρισκόμουνα κοντά σχεδόν στη γιαγιά μου δεν μου έδιδε -έτσι νόμιζα- σημασία!

Οπωσδήποτε θα γνώριζε τι είδους πάστα ήμουνα και ο παππούς εκείνος, δικαιολογημένα δεν ήθελε ούτε να με δει στα μάτια του, κατά τη δική μου πάντα αντίληψη.

Όμως αυτή την «περιφρόνηση» εγώ δεν μπορούσα να την περάσω απαρατήρητη. Μ’ έτρωγε το σαράκι. Ακούς εκεί να μη μου μιλάει ο παλιόγερος;

Θα του δείξω εγώ! Αλλά τι να του δείξω και πώς να τον εκδικηθώ;
Κάποιο πρωινό και σαν τον άλλο παλιό δικό μας πολυμήχανο Οδυσσέα, βρήκα τη… λύση !

Πήρα-κρυφά από τη μάνα μου-ένα μαχαίρι και πήγα στο πίσω μέρος του σπιτιού μας που είχαμε -και τώρα έχουμε- ένα μικρό κήπο και σε κάποιο χώρο βάζαμε τις «δεματσούλες», λεπτά δηλαδή ξερά κλωνάρια δένδρων ή θάμνων.

Αυτές τις «δεματσούλες» τις χρησιμοποιούσε ή μάνα μου για να ανάβει τον φούρνο και να ψήνει ψωμί ή να μαγειρεύει διάφορα φαγητά.

Με πολλή προσοχή (για να μη με δουν) έκοψα δύο μικρά ξερά κλωνάρια και με το μαχαίρι από τη μια τους πλευρά τα λέπτυνα, τα έκανα δηλαδή σουβλιά και ακολούθως τα έκρυψα μέσα στον κόρφο μου.

Γύρισα στην αυλή, μπήκα στο σπίτι και άφησα το μαχαίρι στο ίδιο μέρος από το οποίο το είχα πάρει. Κανένας δεν είχε προσέξει τον πονηρό Οδυσσέα της Ιθάκης που κάτι «μαστόρευε».

Και γιατί να με προσέξουν, μάλλον θα παρακαλούσαν να ασχολούμαι με κάτι δικό μου και να μη φωνάζω ή να κλαίω για ψύλλου πήδημα !

Το μίσος μου για το «γέρο» είχε φτάσει στο κατακόρυφο! Θα σου δείξω εγώ «γεροκούσαλο», «κα(ο)λόγερε Τσιρογιάννη -έτσι τον έλεγαν τον 55ντάχρονο ή 60ντάχρονο τότε παππού- που περνάς από το σπίτι μας και δεν μου δίνεις σημασία! Θα σε εκδικηθώ για να μάθεις να μη με περιφρονείς!

Όμως, προς μεγάλη μου στενοχώρια, η μέρα πέρασε χωρίς να περάσει ο δικός μου οχτρός!

Έκρυψα σε κάποιο σημείο τα «σουβλιά»μου για να μη τα έχω πάνω μου και από λάθος σουβλιστώ και την άλλη μέρα τα έβαλα πάλι στον κόρφο μου παίζοντας «αδιάφορος» στην αυλή μόνος μου.

Και ήμουνα μόνος επειδή η γιαγιά μου, η μάνα μου και η αγαπημένη μου αδελφή Κατίνα κατά οκτώ χρόνια μεγαλύτερή μου/που δεν την άφηνα σε «χλωρό κλαρί» με τις καθημερινές μου απαιτήσεις, θέλω ετούτο και θέλω εκείνο/κάτι έφτιαχναν μέσα στο σπίτι.

Η αγωνία μου στο κατακόρυφο. Έπαιζα αλλά το νου μου τον είχα στο δρόμο.

Άντε ρε παλιόγερε κάνε την εμφάνισή σου τώρα που λείπει και η γιαγιά μου. Πέρνα από τα στενά των Θερμοπυλών για να δεις πόσα απίδια βγάζει ο σάκος!

Σκεφτόμουνα πανούργα και νευρικά οπότε κάποια στιγμή και με λοξή ματιά βλέπω τον Τσιρογιάννη να περπατά, ως συνήθως κυρτωμένος και με αργά βήματα, έχοντας τα χέρια του σταυρωμένα πίσω στο κορμί του .

Έφτασε στο ύψος της αυλής, έριξε μέσα τη ματιά του, δεν είδε τη γιαγιά μου και χωρίς να μιλήσει σε μένα, περίεργα όμως με κοίταξε έτσι νόμιζα, προχώρησε για το περιβόλι του.

«Δύο τέτοια σουβλιά ξύλινα όμως, έφτιαξα με κλάρες που είχαμε  στον κήπο μας, και σούβλισα τον ποπό του παππού»
«Δύο τέτοια σουβλιά ξύλινα όμως, έφτιαξα με κλάρες που είχαμε στον κήπο μας, και σούβλισα τον ποπό του παππού»

Ετοιμάστηκα! Έβγαλα από τον κόρφο μου τα σουβλιά και με ανάλαφρα πηδήματα γάτας έτρεξα ξοπίσω του αφού πρώτα κοίταξα μήπως με ακολουθεί κανένας.

Η καρδιά μου πηγαινοερχόταν δυνατά μέσα στο στήθος μου, αλλά άλλο καρδιά και άλλο εκδίκηση! Στον πόλεμο δεν πρέπει να δειλιάζουν οι στρατιώτες γιατί αν συμβεί αυτό, από την άλλη πλευρά, τους έφαγαν λάχανο!

Πλησίασα ακριβώς πίσω από το γεροντάκι, ενώ στο κάθε μου χέρι κρατούσα από ένα... όπλο! Τρία, δύο, ένα, μηδέν.

Και με όση δύναμη είχα, στα 6 ή 7 μου χρόνια, «σουβλίζω» τον ποπό του «οχτρού» μου και εκείνος βγάζει μια δυνατή φωνή και πιάνει τα οπίσθιά του!
Γυρίζει και με βλέπει που έτρεχα.

Με ακολουθεί φωνάζοντας δυνατά. Κατερίν, Κατερίν. Έτσι έλεγαν τη γιαγιά μου. Βγαίνει εκείνη από το σπίτι, όπως το ίδιο έκαναν η μάνα μου και η αδελφή μου Κατίνα.

Τον ρωτούν τι συμβαίνει και ενώ εκείνος κλαίγοντας τους εξηγεί τι του είχα εγώ κάνει αφού με τα χέρια του καλά κρατούσε τα δυο του «ημισφαίρια»!

Του ζητούν συγγνώμη και παράλληλα ψάχνουν να με βρουν !

Αμ δε, που θα μ’ έβρισκαν! Χαζός ήμουνα να καθίσω να φάω ξύλο!

Είχα χωθεί στον απόπατο και από ένα μικρό άνοιγμα προς την πλευρά του στάβλου, πέρασα σ’ αυτόν. Από εκεί χώθηκα μέσα στον αχυρώνα ανάμεσα στα δεμάτια με το τριφύλλι και άχυρα.

Έξω άκουγα φωνές και κλάματα από τον παππού, η δε γιαγιά μου του έδινε κουράγιο και παράλληλα με καταριόταν και έλεγε «τι φασαρίες και προβλήματα μας κάνει αυτός ο “ανάποδος χρόνος”». Αλλά σιγά τις κατάρες της, μια που εγώ δεν τις πίστευα.

Και δεν τις πίστευα επειδή ο πατέρας μου παρομοίαζε αυτές με εκείνες των σαρκοβόρων πουλιών, που καταριούνται -για παράδειγμα τα όρνια- στο να ψοφήσουν όλα τα γαϊδούρια για να τα φάνε.

Έλεγε θυμάμαι ο πατέρας μου: Αν άκουγε ο Θεός τις κατάρες των όρνιων, θα ψοφούσαν όλα τα γαϊδούρια του κόσμου. Δεν φοβόμουνα λοιπόν τις κατάρες και πέρα από αυτές είχα γλιτώσει από σφαλιάρες.

Όμως εκεί που βρισκόμουνα δεν έμπαινε από πουθενά φως και όπως ήταν θεοσκότεινα και τα ποντίκια αλώνιζαν στο εσωτερικό της σκεπής, άρχισα να φοβάμαι και η καρδιά μου, με εκείνο το δυνατό χτύπο ντούκου- ντούκου, ντούκου-ντούκου, κυριολεκτικά νόμιζα πως θα σπάσει.

Είχα ιδρώσει, έτριβα το στήθος μου μήπως και σταματήσει αλλά εκείνη συνέχιζε το χαβά της. Κυριολεκτικά βασανιζόμουνα από φόβο μήπως κάποιος ποντικός πέσει πάνω μου και αρχίσει τα δαγκώματα στα αυτιά μου.

Είχε περάσει αρκετή ώρα και στην αυλή μας οι φωνές του παππού Σκαματζάλη δεν ακουγόντουσαν ενώ εγώ νοερά τον φανταζόμουνα να παίρνει τον δρόμο για το σπίτι του και με τα δυο του χέρια να κρατά τον τραυματισμένο πισινό του.

Όμως, φωνές του παππού δεν άκουγα αλλά η αδελφή μου η Κατίνα, η οποία μου είχε και της είχα μεγάλη αδυναμία, ανήσυχη φώναζε.
«Παναγίτσα μου πού να βρίσκεται τώρα αυτό το παιδί και Χριστούλη μου φύλαξέ το μη πάθει τίποτα, από τον φόβο του».

Σιγά όμως που θα πάθαινα κάτι εγώ ο «ανάποδος χρόνος» που δεν πίστευα σε κατάρες παρά μόνο, εκεί που βρισκόμουνα, είχα το νου μου μην πέσει πάνω μου κανένα ποντίκι και δαγκώσει τα αυτιά μου.

Παντού με ψάχνανε και πουθενά δεν με βρήκαν. Όταν κάποτε σουρούπωσε και η καρδιά μου από τον φόβο της με περισσότερα ακαθόριστα ντούκου, ντούκου χτύπαγε σαν βρεγμένη γάτα βγήκα από το... κρησφύγετό μου και στους κατηγόρους μου παρουσιάστηκα.

Και εκείνοι (μόλις με είδαν αντί να μου τις βρέξουν -γιαγιά, μάνα και αδελφή- με αγκάλιασαν και κλαίγανε σαν... χαζές! Όμως φίλοι μου και το ίδιο βράδυ είχα την... τιμητική μου.

Γιόρταζα τα κατορθώματά μου αντάμα με την πέτσινη ζωστήρα του πατέρα μου. Και πρέπει να ομολογήσω πως ήταν η καλύτερή μου φιλενάδα στα μικρά χρόνια της νιότης μου.

Δεν «ξεκολλούσε» από πάνω μου και μόλις έβγαινε από τη μέση του πατέρα μου πουθενά αλλού δεν πήγαινε, εμένα προτίμαγε!

Μετά από μερικά χρόνια, από εκείνο το γεροντάκι θυμάμαι πως κλαίγοντας και ντροπιασμένος του είχα ζητήσει συγγνώμη για ό,τι κακό του είχα κάνει και εκείνο με καλοσύνη με είχε συγχωρήσει, χτυπώντας με ελαφρά στους ώμους μου!

Ακούς εκεί σαν «ανάποδος χρόνος» να σουβλίσω τον ποπό του παππού!

Διαβάστε ακόμη

Ηλίας Καραβόλιας: Η απόλυτη προσομοίωση

Αργύρης Αργυριάδης: «Δώσε και σε εμένα μπάρμπα»

Κοσμάς Σφυρίου: Ο «κατήφορος» της Δημοκρατίας μας χειροτερεύει!

Γιάννης Παρασκευάς: Βιβλιοθήκη Ρόδιων συγγραφέων και λογοτεχνών

Δημήτρης Προκοπίου: Διαχειριστής νέων τουριστικών προορισμών

Πρωτοπρεσβύτερος Π. Κυριάκος Αναστ. Μανέττας: 38 χρόνια από την κοίμηση του Αξέχαστου Μητροπολίτη Ρόδου, κυρού Σπυρίδωνα Συνοδινού

Ηλίας Καραβόλιας: Το βάθος του αρχείου σε μια χώρα «κέλυφος»

Τρύφωνας Δάρας: Η δημοσιότητα των πλειστηριασμών ως εγγύηση δικαιοσύνης