Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Κυνάρα η σκόλυμος (Cynara scolymus), κοινώς αγκινάρα
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1673 ΦΟΡΕΣ
Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Ελλάδας
Γράφει o Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων
Η Κυνάρα η σκόλυμος (Cynara scolymus) είναι γνωστή με το κοινό όνομα: αγκινάρα. Το λατινογενές όνομα Κυνάρα (Cynara) προέρχεται από την ελληνική ονομασία «κυνάρα» ή «κύναρος», είδος φυτού, το οποίο έλαβε την ονομασία αυτή από τη νήσο του Αιγαίου Πελάγους «Κίναρος, η», που κείται όχι μακριά από τη νήσο Αμοργό.
Το όνομα της αγκινάρας στα Αραβικά είναι Al-harsuf, στα Ισπανικά Alcarchofa, στα Ιταλικά Artiocco και στα Γερμανικά Artischocke, die.
Η αγκινάρα είναι είδος φυτού, το οποίον ανήκει στο Βασίλειο Φυτά (Plantae), Υποβασίλειο Τραχεόφυτα (Tracheophyta), στο άθροισμα Σπερματόφυτα (Spermatophyta), στο Υποάθροισμα Αγγειόσπερμα (Magnoliophtyta), στην Κλάση Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida), στην Υποκλάση Αστερίδες (Asteridae), στην Τάξη Αστερώδη (Asterales), στην Οικογένεια των Συνθέτων (Compositae), στο Γένος Κυνάρα (Cynara) και στο Είδος σκόλυμος (scolymus).
Το γένος Κυνάρα περιλαμβάνει περίπου δώδεκα (12) είδη. Το είδος Κυνάρα η σκόλυμος, το οποίο καλλιεργείται στην Ελλάδα και είναι γνωστή ως ήμερη ή καλλιεργούμενη αγκινάρα, θεωρείται ότι αποτελεί ποικιλία του αυτοφυούς είδους Κυνάρα η καρδούγκουλος (Cynara cardunculus, var. scolymus ή sativus).
Σήμερα καλλιεργούνται ευρέως συνήθως τρία είδη αγκινάρας, ήτοι: εκείνη με πράσινου χρώματος κεφάλια και χωρίς αγκάθια, με μελιτζανί χρώματος κεφάλια και χωρίς αγκάθια και εκείνη, με πρασίνου χρώματος κεφάλια και με αγκάθια.
Η αγκινάρα θεωρείται ότι είναι φυτό ιθαγενές των χωρών της Κεντρικής και της Δυτικής Μεσογείου, απ’ όπου μετεφέρθη στην Ανατολική Μεσόγειο περίπου το 500 π.Χ. Υπάρχουν διάφορες απόψεις, ως προς την αρχική χώρα, απ’ όπου προέρχεται η αγκινάρα.
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι είναι η Αιθιοπία και άλλοι η Β.Δ. Αφρική. Σήμερα η αγκινάρα καλλιεργείται στις παρά τη Μεσόγειο Θάλασσα χώρες, στην Αφρική, την Ασία, τη Νότια Αμερική και στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ.
Στους αρχαίους και στους μεσαιωνικούς χρόνους το εδώδιμο τμήμα του φυτού δεν ήσαν τα ανθικά κεφάλια (οι κεφαλές), αλλά τα τρυφερά νεαρά φύλλα, πράγμα που εν μέρει συνεχίζεται μέχρι σήμερα στην Κρήτη, όπου καταναλώνονται, τόσο τα νεαρά, τρυφερά φύλλα, όσο και τα κεφάλια, καλούμενα αγκιναροκεφαλές ή καυκάλες.
Η σημερινή εδώδιμη μορφή χρησιμοποιήθηκε αρχικά στην Ιταλία και από εκεί μετεφέρθη η χρήση της και στις άλλες χώρες της Ευρώπης και αργότερα στις χώρες της Αμερικής.
Η Κυνάρα η σκόλυμος (Cynara scolymus) είναι φυτό ποώδες, πολυετές (ύψους 1,00-1,50 μ. περίπου), δικοτυλήδονο, τραχύ, με αγκάθια ή χωρίς αγκάθια. Έχει φύλλα μεγάλα, τριχωτά, βαθιά εσχισμένα, πτεροσχιδή (μήκους 0,40-0,80 μ. περίπου).
Τα υπέργεια όργανα του φυτού ξηραίνονται κάθε χρόνο μετά την άνθηση, κατά την αρχή του θέρους (Ιούνιος), όμως διατηρούνται τα υπόγεια τμήματα αυτού. Κατά το επόμενο φθινόπωρο (Οκτώβριος-Νοέμβριος) εκφύονται νέοι βλαστοί, οι οποίοι σχηματίζουν με τα φύλλα των ρόδακα.
Αργότερα σχηματίζονται οι ανθικοί άξονες, που φέρουν την χαρακτηριστική ταξιανθία, η οποία ονομάζεται «κεφάλιον, το» και αποτελεί το εδώδιμο μέρος της αγκινάρας.
Η διάμετρος ενός τέλεια ανεπτυγμένου κεφαλίου είναι περίπου 0,15 μ. Τα ανθίδια, τα οποία απαρτίζουν τα κεφάλια είναι σωληνοειδή, ισομήκη με χρώματα ιώδη, ερυθροϊώδη ή λευκά.
Τα κεφάλια είναι μεγάλα, ωοειδή ή σφαιρικά, και περιβάλλονται από πολλά, ισχυρά επάλληλα βράκτια φύλλα, πλατιά στη βάση των, τα οποία στενεύουν στην κορυφή και απολήγουν σε ισχυρό αγκάθι ή μικρή ακίδα. Ο δίσκος της ταξιανθίας είναι σαρκώδης και τριχωτός.
Η αγκινάρα ευδοκιμεί σε περιοχές εύκρατες και υγρές και σε εδάφη πλούσια. Αποφεύγει τα όξινα και πολύ υγρά εδάφη, τα οποία τον χειμώνα μετατρέπονται σε τέλματα. Έχει ανάγκη από άζωτο, γι’ αυτό και πρέπει να λιπαίνεται με άφθονη κοπριά, στην οποία προστίθεται υπερφωσφορικό και θειϊκό κάλιο.
Ο πολλαπλασιασμός της αγκινάρας γίνεται με παραφυάδες, παρόλο που τα άνθη της σχηματίζουν σπέρματα. Με την σπορά των σπερμάτων δε επιτυγχάνεται πάντοτε η επιθυμητή παραλλαγή του φυτού αυτού, γι’ αυτό και προτιμάται ο πολλαπλασιασμός με παραφυάδες, χωρίς να αποκλείεται και ο πολλαπλασιασμός με σπέρματα.
Η αγκινάρα καλλιεργείται κυρίως για τα πράσινα κεφάλια, τα οποία αποτελούν εξαιρετικό, εύγεστο και υγιεινό λαχανικό. Περιέχει πρωτεΐνες (2,9%), τέφρα (1,1%), κυτταρίνη (3,2%), και βιταμίνες (Α 1, Β 1, Β 2, C). Καταναλώνεται κατά ποικίλους τρόπους : ωμή, ως σαλατικό ή ορεκτικό, μαγειρευτή ως λαχανικό (βραστή ή λαδερή), ογκρατέν, γίνεται κονσέρβα, συντηρείται σε άλμη (τουρσί), σε λάδι ή αποξηραίνεται στον ήλιο (τρουσουλίδικη, Κρήτη).
Υπολογίζεται ότι 100 γραμμάρια ωμής ή βραστής αγκινάρας περιέχουν 44 θερμίδες και αυτό καθιστά την αγκινάρα έδεσμα κατάλληλο μεταξύ άλλων και για άτομα, τα οποία υποβάλλονται σε δίαιτα και προσπαθούν να αδυνατίσουν.
Επίσης νωπά ή απεξηραμένα φύλλα κεφαλίων αγκινάρας χρησιμοποιούνται από ορισμένους για την παρασκευή εύγεστου και τονωτικού αφεψήματος.
Φαρμακευτικές ιδιότητες
Θεωρείται, ότι τα φύλλα και τα κεφάλια της αγκινάρας, εκτός του ότι αποτελούν εξαίρετα εδέσματα, έχουν και φαρμακευτικές ιδιότητες και χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία διαφόρων παθήσεων (του πεπτικού συστήματος, της χολής, του ήπατος κ.λπ.).
Επίσης πιστεύεται, ότι η κατανάλωση της αγκινάρας παρέχει ευεξία και γενικώς συμβάλλει στη διατήρηση της υγείας του ανθρώπου. Ειδικότερα: Το βρώσιμο τμήμα της αγκινάρας περιέχει: Βιταμίνες Α, C και του συμπλέγματος Β, ασβέστιο και φωσφόρο.
Επίσης θεωρείται, ότι η κατανάλωση της αγκινάρας καθαρίζει το αίμα, μειώνει τη χοληστερίνη, τονώνει την καρδιά, ωφελεί τα νεφρά και το ήπαρ, βοηθεί την αντιμετώπιση της αρτηριοσκλήρωσης, των ρευματισμών και της παχυσαρκίας και συμβάλλει στην καλύτερη λειτουργία του πεπτικού συστήματος γενικώς.
Αντενδείξεις
Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε άτομα, τα οποία έχουν ευαίσθητο δέρμα, διότι η επαφή αυτών με φύλλα και κεφάλια της αγκινάρας είναι δυνατόν να δημιουργήσει δυσάρεστες αλλεργικές αντιδράσεις.
Αρχαία ελληνική γραμματεία
Η αγκινάρα ήτο γνωστή στους αρχαίους, αν και συχνά αναφέρεται με διάφορα ονόματα.
Α) Θεόφραστος
Ο Θεόφραστος αναφέρεται στην Κυνάρα σκόλυμον (Cynara scolymus), την οποίαν ονομάζει «κάκτον», γράφων:
«Η δε κάκτος καλουμένη... Έτερον δε καυλόν ορθόν αφίησιν, όν καλούσι πτέρνικα γίνεται δέ και ούτος εδώδιμος πλην αθησαύριστος. Το δέ περικάρπιον, εν ώ το σπέρμα, την μεν μορφήν ακανώδες, αφαιρεθέντων δε των παππωδών σπερμάτων εδώδιμον και τούτο και εμφερές τω του φοίνικος εγκεφάλω καλούσι δέ αυτό σκαλίαν. Τα μεν ουν φυλλάκανθα σκεπτέον εν τοιαύταις διαφοραίς».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 6, 4, 10-11).
Β) Διοσκουρίδης
Ο Διοσκουρίδης γράφει σχετικώς τα εξής:
«Άκανθα λευκή φύεται εν όρεσι και υλώδεσι τόποις, φύλλα έχουσα χαμαιλέοντι εμφερή λευκώ, στενώτερα δέ και λευκότερα, υποδασέα και ακανθώδη, καυλόν υπέρ δύο πήχεις, δακτύλου του μεγάλου ή και μείζον πάχος, υπόλευκον, κενόν επ’ άκρου δε αυτού κεφαλή πρόσεστιν ακανθώδης, εχίνω θαλασσίω, εμφερής, πλήν ελάσσων και υπομήκης, άνθη πορφυρά, εν οις το σπέρμα ως κνήκος, στρογγυλώτερον δέ.
Ταύτης η ρίζα πινομένη ποιεί προς αιμοπτυτικούς, στομαχικούς, κοιλιακούς, ούρα τε κινεί, καταπλάσσεταί τε προς οιδήματα και το αφέψημα δε αυτής προς οδονταλγίας ποιεί διακλυζόμενον, το δέ σπέρμα πινόμενον παιδίοις σπωμένοις βοηθεί και ερπετοδήκτοις. Φασί δ’ ότι περίαπτον εξ αυτού θηρία διώκει»
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 3, 12).
Γ) Αθήναιος
Ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης αναφέρεται στην Κυνάρα σκόλυμον, γράφων:
«Κινάρα. Ταύτην Σοφοκλής εν Κολχίσι κυνάραν καλεί, εν δε φοινίκι: "Κύναρος άκανθα πάντα πληθύει γύην".
Εκαταίος δ’ ο Μιλήσιος εν Ασίας περιηγήσει, ει γνήσιον του συγγραφέως το βιβλίον Καλλίμαχος γάρ Νησιώτου αυτό αναγράφει όστις ουν έστιν ο ποιήσας, λέγει ούτως "περί την Υρκανίην θάλασσαν καλεομένην ούρεα υψηλά και δασέα ύλησιν, επί δε τοίσιν ούρεσιν άκανθα κυνάρα” και εξής. “Πάρθων προς ήλιον ανίσχοντα Χοράσμιοι οικούσι γην, έχοντες και πεδία και ούρεα εν δέ τοίσιν ούρεσι δένδρα ένι άγρια άκανθα κυνάρα, ιτέα, μυρίκη".
Και περί τον Ινδόν δε φησι ποταμόν γίνεσθαι την κυνάραν. Και Σκύλαξ δε ή Πολέμων γράφει είναι δε την γην υδρηλήν κρήνισι και οχετοίσιν, εν δε τοις ούρεσι πέφυκε κυνάρα και βοτάνη άλλη. Και εν τοις εξής "εντεύθεν δε όρος παρέτεινε του ποταμού του Ινδού και ένθεν και ένθεν υψηλόν τε και δασύ αγρίη ύλη και ακάνθη κυνάρα".
Δίδυμος δε ο γραμματικός εξηγούμενος παρά τω Σοφοκλεί το κύναρος άκανθα "μήποτε", φησί, την κυνόσβατον λέγει διά το ακανθώδες και τραχύ είναι το φυτόν». (Αθήναιος ο Ναυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί Β’, 70. Εκδόσις G. Kaibel, r. I., Lipsiae 1887, σ. 164-165).
Η αγκινάρα είναι από τα πλέον διαδεδομένα λαχανικά. Η ετήσια παραγωγή αγκινάρας στην Ελλάδα υπερβαίνει τις 30.000 τόνους. Καλλιεργείται σε ειδικούς αγρούς (αγκιναρότοποι ή αγκιναροτόπια ή αγκιναρόκηποι ή αγκιναροκήπια), αλλά και στις άκρες αγρών, αμπελιών, κήπων, οικοπέδων κ.λπ.
Υπάρχουν ποικιλίες, οι οποίες παράγουν κεφάλια και βλαστούς χωρίς αγκάθια. Οι αγκινάρες περιέχουν μια ουσία, την κυναρίνη, πικρή, αλλά με θεραπευτικές ιδιότητες ορισμένων παθήσεων του ήπατος. Επίσης από την αγκινάρα παράγεται και ποτό, το οποίον ονομάζεται "Cynar".
Λαϊκή Ιατρική
1) «Εί τινος ευγαίνη το άντερόν του.
Ζαφορά και ροδόσταμα και αυγού κρόκον ένοσον, βάλε απάνο. Αγγινάρας ρίζα βράσε με νερόν, έπιτα την βάλε εις ανήπλητα μαλλιά προβάτου και ούτος ζεστά βάλε απάνο».
(Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον (Ρέθυμνο 2001), σ. 104.
2) «Εις πάσαν πόνεμα – Ει δε και θέλεις να το ανήξεις.
Αγγιναρόριζαν κοπάνησον και χολήν χοίρου βάλε απάνο».
(Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, έ.α., σ, 111.
3) «Εις απορροφάς (εμπυήματος) από μέσα.
Αγγινάρας ρίζαν κοπάνησον, βάλε με χολήν χοίρου τρεις (3) φορές».
(Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, έ.α., σ. 141.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Ι. Ηλ. Βολανάκης, Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Δωδεκανήσου, περιοδικό «ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ», τ. ΚΔ’ (Ρόδος 2010), σ. 712-749.
Εγκυκλοπαιδεία ΝΕΑ ΔΟΜΗ, τ. 1 (Αθήνα αν. χρ. εκδ.), σ. 167-168.
Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα (Ρέθυμνον 2001).
Ευ. Φραγκάκι, Η Δημώδης Ιατρική της Κρήτης (Αθήναι 1978).
Γ. Χριστόπουλος (Επιμέλεια), Εκδοτική Αθηνών (Αθήνα 1990), σ. 116.
Βotanica. Das Abc der Pflanzen. 10.000 Arten in Text und Bild (Koeln 1998), σ. 308.
R. Scheppelmann, Flora Graeca. Sibthorpiana, Volksausgabe, Edition Kentavros, (Hamburg 2017).
Σωτ. Σ. Τέζιας, Αγκινάρα- Cynara scolymus (Θεσσαλονίκη 2008).

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News