19 χρόνια από τον θάνατο του Ακαδημαϊκού Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1461 ΦΟΡΕΣ
Ξεκίνησε από τη Σάλακο κι έφθασε στήν κορυφή τής Ακαδημίας Αθηνών
Του
Σάββα Ι. Τσαμπή
Ο Αγαπητός Τσοπανάκης τού Γεωργίου καί τής Ζαννέττας γεννήθηκε στήν Σάλακο Ρόδου τόν Ιούνιο τού 1908. Ο πατέρας του, γεωργός, ήταν από τά Απόλλωνα Ρόδου η δέ μητέρα του τό γένος Καλοπέτρη είχε καταγωγή από τό «Καπί» έναν οικισμό τής Έμπωνας κοντά στήν Σάλακο. Τό δημοτικό σχολείο ως τήν πέμπτη τάξη τό τελείωσε στήν Σάλακο τήν δε έκτη στα Απόλλωνα Ρόδου επειδή τότε τό σχολείο τής Σαλάκου δεν είχε για λόγους οικονομικούς έκτη τάξη. Τά Απόλλωνα ήταν κεφαλοχώρι καί είχε οικονομικούς πόρους που επέτρεπαν στήν εκκλησία καί στήν κοινότητα να έχουν πλήρες δημοτικό σχολείο...
Στό δημοτικό σχολείο τής Σαλάκου όλες τότε οι τάξεις έκαμναν μάθημα στήν ίδια αίθουσα.
Όταν ήταν στήν πρώτη τάξη, ο δάσκαλος ρώτησε έναν μαθητή τής πέμπης κάτι που αυτός δεν τό ήξερε. Ο δάσκαλος ρώτησε τόν Τσοπανάκη καί αυτός έδωσε τήν σωστή απάντηση. Τότε ο δάσκαλος επήρε τόν Τσοπανάκη από τήν πρώτη καί τό προβίβασε στήν Πέμπτη,
Άμα τελείωσε τήν Πέμπτη τάξη πήγε στα Απόλλωνα γιά νά τελείωση τήν έκτη τάξη.
Στά Απόλλωνα έμενε στήν θειά μας τήν Κατερίνα συζ. Νικολάου Πλάτση αδελφή τού πατέρα του.
Όταν τελείωσε τό δημοτικό φοίτησε στό Βενετόκλειο Γυμνάσιο τής Ρόδου από τό 1919 ώς τό 1924.
Τήν εποχή εκείνη όσοι τελείωναν τό γυμνάσιο μπορούσαν να γίνουν δάσκαλοι στά δημοτικά τού νησιού. Υπέβαλε έτσι υποψηφιότητα για δάσκαλος στήν κοινότητα τής Κρεμαστής.
Όταν όμως τόν είδαν οι δημογέροντες επειδή ήταν μικρός στήν ηλικία επειδή όπως αναφέρεται παραπάνω είχε πηδήξει από τήν πρώτη τάξη στήν πέμπτη οι δημογέροντες τόν απέρριψαν σχολιάζοντας ότι «'αυτόν πρὲ θὰ τὸν γέρνουν (δέρνουν) οι μαθητές=δεν θα μπορή να τούς επιβληθή επειδή η παιδαγωγηκή πρακτική τής εποχής ήταν καί τό ξύλο που έδιναν οι δασκάλοι στούς μαθητές τούς».
Έτσι από τό 1924 έως τό 1929 φοίτησε στήν Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών με καθηγητές τόν Αχιλλέα Τζάρτζανο καί τόν Π. Λαρενζάτο οι οποίοι τού είχαν εξαιρετική εκτίμηση. Με τά παιδιά τους Νάσο (Αθανάσιο) Τζάρζανο καί Λαρενζάτο είχε αδελφική φιλία ως τόν θάνατό τους. Τό έτος 1931 έφυγε για μετεκπαίδευση στήν Πίζα τής Ιταλίας όπου τό 1882 πήρε τόν τίτλο τού διδάκτορα με άριστα. Από τό 1933 ως τό 1938 εδίδαξε ως καθηγητής τής Ελληνικής φιλολογίας στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο Ρόδου καί εδίδαξε φιλολογικά μαθήματα.
Όταν όμως στό μάθημα τής ιστορίας είπε στα παιδιά «πάλι με χρόνια καί καιρούς πάλι δικά μας θα’ ναι» καί ένα παιδί από τήν τάξη τό είπε στόν πατέρα του ο οποίος τό μετέφερε στούς Ιταλούς καί επειδή οι παλιοί ήξεραν ότι είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τόν ΕΛΛΗΝΑ Πρόξενο τον εφυλάκισαν καί κατόπιν τόν ΕΞΩΡΙΣΑΝ για δύο χρόνια στήν Ιταλία σέ ένα ορεινό χωριό που λέγεται TERA NOVA DI POLINO. Εκεί ήταν καί ένας πολύ δυναμικός Ιταλός που καί αυτός ήταν εξόριστος για τήν αντιφασιστική του δράση ο οποίος όταν έμαθε ότι ο Τσοπανάκης ήταν διδάκτορας τής Πίζας τόν έβαλε με τό ζόρι καί έκαμε αίτηση νά τόν κατεβάσουν στήν κοντινή πόλη που είχε βιβλιοθήκη.
Κατά περίεργο τρόπο η αίτησή του έγινε δεκτή. Εκεί στήν βιβλιοθήκη συνάντησε έναν ιερομένο Ιταλό καθηγητή φιλόλογο τής Αρχαίας Ελληνικής, ο οποίος βρισκόταν εκεί για τίς Πανιταλικές Εισαγωγικές Εξετάσεις στά Πανεπιστήμια.
Εκεί στήν βιβλιοθήκη συνάντησε έναν ιερομένο παλιό καθηγητή φιλόλογο τής Αρχαίας Ελληνικής, ο οποίος βρισκόταν εκεί για τίς Πανιταλικές Εισαγωγικές Εξετάσεις στα Πανεπιστήμια. Ο ιερωμένος έβαλε στά παιδιά ένα κομμάτι από τόν Θουκυδίδη. Ο Α. Τσοπανάκης ήξερε όλο τόν Θουκυδίδη απ' έξω στό αρχαίο κείμενο, τόσο που ο ιερομένος εντυπωσιάστηκε καί άρχισε νά τόν ρωτά πώς βρέθηκε εκεί.
Όταν τού είπε ότι ήταν εξόριστος για δύο χρόνια ο ιερωμένος προσφέρθηκε να βοηθήση. Τού είπε λοιπόν ότι αυτός έκαμνε ιδιαίτερα μαθήματα στά παιδιά τού Τσιάνο, και ότι ο Τσιάνο θα ήταν υποχρεωμένος αν ο ιερέας τού ζητούσε χάρη. Έτσι πράγματι μεσολάβησε και η εξορία του περιορίστηκε σέ έναν μόνο χρόνο μέ τήν απαγόρευση όμως νά μήν μπορή να επιτρέψη στήν Ρόδο αφού η Ρόδος ήταν ακόμη σε Ιταλική κατοχή. Οι αρχές ασφαλείας έγραψαν τότε στον φάκελλο του (ένα γουρούνι λιγότερο).
Έτσι βρέθηκε στήν Αθήνα και κατόπιν ώς καθηγητής το 1937, όπου μέ τήν μεσολάβηση του Αχιλλέα Τζάρτανου και του Λαρενζάτου τόν δέχθηκαν στο Ελληνικό Ημιγυμνάσιο τού Χαρτούμ τού Σουδάν όπου τότε ανθούσε η Ελληνική Κοινότητα. Εκεί έμεινε γιά έναν χρόνο και κατόπιν επέστρεψε στην Ελλάδα. Ο πόλεμος τόν βρήκε ως καθηγητή στα γυμνάσια των Γρεβενών καί μετά τής Σιάτιστας. Όπου πέρασε πολύ δύσκολα χρόνια που λόγω τής πείνας τής κατοχής η επιβίωσή τού κινδύνεψε.
Το 1944 έγινε υφηγητής στό Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και παράλληλα δίδαξε ως φιλόλογος στό δεύτερο Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης.
Το 1973 οδηγούσε από τόν Χωρτιάτη πρός τήν Θεσσαλονίκη και στόν δρόμο τού έκαμαν το στόπ δύο κυριές. Με τό που μπήκαν στό αυτοκίνητο πρίν οι κυρίες προλάβουν νά πούν τό παραμικρό τούς λέει εσύ είσαι η Ναούμα καί εσύ η... Οι κυρίες μόνο που δεν έπαθαν έμφραγμα. Έπεσαν πάνω του καί τόν φιλούσαν κύριε καθηγητά κύριε καθηγητά. Τίς είχε μαθήτριες στά Γρεβενά. Ο Τσοπανάκης θυμόταν αν όχι όλους, όμως τους περισσότερους από τούς μαθητές και φοιτητές τού, ακόμα καί μέ τό μικρό τους όνομα.
Υπηρέτησε ως τακτικός καθηγητής από τό 1955 έως τήν συνταξιοδότησή τό 1974.
Τα πάμπολλα έργα του χαρακτηρίζονται από τήν απλότητα τής γλώσσας και τό σχεδόν ποιητικό τους ύφος αφού ήταν άριστος γνώστης τής δημοτικής γλώσσας τήν οποίαν έγραφε χωρίς ακρότητες.
Εξελέγει μέλος τής Ακαδημίας Αθηνών το 1984 και Πρόεδρος της τό 1998 παρά το γεγονός ότι δεν ήταν μέλος ιδρύματος τών Αθηνών,
Είχα τήν αγαθή τύχη νά έχω θείο τόν Αγαπητό Γ. Τσοπανάκη ο οποίος ήταν αδελφός της μητέρας μου Κατίνας συζ. Ιωάννου Τσαμπή το γένος Γεωργίου Τσοπανάκη. Είχα έπισης την τύχη να γνωρίσω κοντά του τον Λέσκυ, τό Μανώλη Ανδρόνικο τόν Δημήτρη Λιοπουρλή τόν υιό τού Αθανασίου Τζάρζανου καί τόν υιό του Λορενζάτου καθώς και άλλων σημαντικών ανδρών του πνεύματος. Το ανάστημα του Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη ήταν τεράστιο. Άνθρωπος μεθοδικός, δίκαιος, εφυής καλοσυνάτος, ακούραστος στην δουλειά του και μεγάλος επιστήμονας.
Τό λυπηρό είναι ότι ο Αγαπητός Γ. Τσοπανάκης δεν ετιμήθηκε στην Ρόδο ή οποία πόλη δεν εκτίμησε το μέγεθος τού ανδρός και δέν τού αφιέρωσε έναν δρόμο. Εδώ πρέπει να σημειωθή ότι ήταν ο πρωτεργάτης γιά την ίδρυση του Ιδρύματος Υποτροφειών τού Νομού Δωδεκανήσου καταθέτοντας τότε ένα σημαντικό ποσόν στό ταμείο του.
Πέθανε στήν Ρόδο στις 27 Οκτωβρίου 2005 σέε ηλικία 97 ετών.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News