Μ. Κολεζάκης: Η εκλογική αναμέτρηση της 3ης Νοεμβρίου 1963: Το ιστορικό πλαίσιο και ο Δωδεκανησιακός Τύπος
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 920 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Μανώλης Κολεζάκης
emmanuelnkolezakis@gmail.com
Παρακάτω παραθέτουμε τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963, από τις σημαντικότερες εκλογικές αναμετρήσεις της μεταπολεμικής περιόδου (ως προς την πόλωση και τη σημασία τους). Οι εκλογές έγιναν από την υπηρεσιακή κυβέρνηση του Στυλιανού Μαυρομιχάλη. Ενώ θα αναφερόμαστε στο κεντρικό ιστορικό πλαίσιο, θα παραθέτουμε αποσπάσματα από τον τοπικό Τύπο για να φανεί πώς ζούσαν η Ρόδος και τα Δωδεκάνησα αυτήν ακριβώς την ατμόσφαιρα των εκλογών του 1963. Στο τέλος παραθέτουμε φωτογραφικό υλικό.
Όσον αφορά την ουσία του πράγματος, ο Μαυρομιχάλης ήταν αποφασισμένος να οργανώσει εκλογές όσο το δυνατό περισσότερο αδιάβλητες. Για πρώτη φορά δεν γίνονται βάσει των εκλογικών καταλόγων του 1940, αλλά βάσει της απογραφής του 1961.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επιστρέφει από το Παρίσι για τις εκλογές. Μετά την ήττα του, αναχώρησε ξανά στο εξωτερικό, αφήνοντας την αρχηγία, του κόμματός του, στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο.
Το εκλογικό σύστημα ευνοεί τους δύο επικεφαλής συνασπισμούς, που μαζί κερδίζουν το 90% των εδρών με κάτι περισσότερο από το 80% των ψήφων.
Το 1963 είναι μία γεμάτη χρονιά από γεγονότα. Είχε προηγηθεί η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη στις 22 Μαΐου και ο θάνατός του παρ’ όλες τις προσπάθειες στις 27 Μαΐου 1963. Παράλληλα, ο «ανένδοτος» αγώνας του Γεωργίου Παπανδρέου είχε κορυφωθεί. Ο Μίκης Θεοδωράκης στην Αθήνα ιδρύει στις 3/6/1963 τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη.
Ας δούμε όμως το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξήχθησαν οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963.
Στο πλαίσιο του Ανένδοτου, η ΕΚ απείχε από κοινοβουλευτικές συνεδριάσεις (ακόμα και από τον «Λόγο του Θρόνου») και δημόσιες τελετές με ταυτόχρονη διοργάνωση περιοδειών ανά την Ελλάδα. Ο Ανένδοτος, παρά τις δυσκολίες και τις ενδοκομματικές διαφωνίες για θέματα αντιπολιτευτικής τακτικής, κατάφερε να βρει απήχηση σε ευρεία κοινωνικά στρώματα, τα οποία αισθάνονταν καταπιεσμένα από την πολύχρονη δεξιά διακυβέρνηση, ενώ παρατηρήθηκε σε κοινωνικό επίπεδο σύγκλιση Κέντρου και Αριστεράς.
Στις εκλογές του Νοεμβρίου 1963, η ΕΚ κατάφερε να επικρατήσει χωρίς ωστόσο να έχει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ο Γ. Παπανδρέου έχοντας δηλώσει ότι δεν επρόκειτο να στηριχθεί στις ψήφους της ΕΔΑ προχώρησε στην παραίτηση της κυβέρνησης και στην προκήρυξη νέων εκλογών. Η αντιστροφή του εκλογικού σώματος υπέρ του Κέντρου αναμφίβολα προϊόν του Ανένδοτου Αγώνα, οδήγησε στην αποχώρηση του Κ. Καραμανλή από την Ελλάδα και την απόσυρσή του από την πολιτική, αφήνοντας στην ηγεσία της ΕΡΕ τον Π. Κανελλόπουλο.
Πλέον, το εκλογικό ρεύμα υπέρ της ΕΚ ήταν δεδομένο και μη αναστρέψιμο. Ο Παπανδρέου πλέον καλούνταν να αποφασίσει αν ως πρωθυπουργός θα ακολουθούσε πολιτική εκσυγχρονισμού του πολιτικού συστήματος με σοβαρές μεταρρυθμίσεις ή θα διατηρούσε το status quo.
Στις 8 Νοεμβρίου 1963 ορκίζεται η κυβέρνηση μειοψηφίας του Γεωργίου Παπανδρέου. Μη θέλοντας να κυβερνήσει με τις ψήφους της Ε.Δ.Α., η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου παραιτείται στις 30 Δεκεμβρίου 1963. Ο Βασιλιάς Παύλος διορίζει υπηρεσιακή κυβέρνηση, με επικεφαλής τον υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας Ιωάννη Παρασκευόπουλο, η οποία θα διενεργήσει τις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964.
Στις 23 Φεβρουαρίου 1962 ο ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Γεώργιος Παπανδρέου, αποκάλυψε στην Ελληνική Βουλή ότι όλες αυτές οι ατασθαλίες είχαν έναν κοινό παρονομαστή, το αμφιλεγόμενο από τότε επιχειρησιακό σχέδιο Περικλής, το οποίο, φαίνεται ότι επεκτάθηκε πριν τις εκλογές από την αριστερά σε όλες τις αντιπολιτευόμενες δυνάμεις της ΕΡΕ, με στόχο τη διασφάλιση της πολιτικής της παντοδυναμίας.
Το σχέδιο Περικλής, που αμφισβητήθηκε έντονα αργότερα τόσο από τη συντηρητική παράταξη, όσο και από μελετητές, προέβλεπε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ΕΔΑ και της ένωσης Κέντρου, την άσκηση εκτεταμένης βίας, φυσικής και ψυχολογικής, από τις δυνάμεις ασφαλείας, τα τάγματα εθνικής άμυνας, εφεδρική παραστρατιωτική δύναμη, ανεπτυγμένη κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα και συντεταγμένη συμμετοχή του στρατού στην εκλογική διαδικασία με στόχο τη διπλοψηφοφορία και τη νοθεία. Αμφιλεγόμενο παραμένει μέχρι σήμερα, επίσης, το κατά πόσο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν ενήμερος για την ύπαρξη του σχεδίου.
Ο Ανένδοτος Αγώνας έμελλε να έχει σοβαρές συνέπειες και στο εσωτερικό της ένωσης Κέντρου επιφέροντας συνοχή σε μια χαλαρή εκλογική συμμαχία, στην οποία συμπαρατάσσονταν πρόσωπα με εντελώς διαφορετική ιδεολογία και νοοτροπία, από ΕAMμικούς αριστερούς όπως ο Ηλίας Τσιριμώκος έως ακραίους συντηρητικούς όπως ο Ιωάννης Τούμπας, ο Πέτρος Γαρουφαλιάς και ο Χρήστος Αποστολάκος.
Από το 1961 μέχρι και το 1964, η χώρα είχε εισέλθει, έτσι, σε μια κατάσταση παρατεταμένης πολιτικής αναταραχής.
Επιδείνωση επήλθε επίσης, στις σχέσεις του παλατιού με τον πρωθυπουργό της χώρας Κωνσταντίνο Καραμανλή. όταν τον Μάιο του 1963 ο αριστερός και συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης, μέλος του παγκόσμιου κινήματος για την ειρήνη και τον αφοπλισμό, σκοτώθηκε σε «τροχαίο ατύχημα» σε δρόμο της Θεσσαλονίκης, λίγο μετά την ομιλία του στην τοπική Επιτροπή Ειρήνης, οι σχέσεις πρωθυπουργού-παλατιού για το οποίο υπήρχαν υποψίες ανάμιξής του στη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, έφθασαν στο ναδίρ, καθώς το γεγονός προκάλεσε ανυπολόγιστη φθορά στην κυβέρνηση.
Οι υπεύθυνοι για τον θάνατο του Λαμπράκη, μεταξύ των οποίων και ανώτεροι αξιωματικοί της αστυνομίας, καταδικάστηκαν τελικά τρία χρόνια αργότερα, αλλά μόνο για ανθρωποκτονία εξ αμελείας και όχι για δολοφονία, ενώ αποκαταστάθηκαν από τη Χούντα. Κατά τον Ιούνιο του 1963 επήλθε η απόλυτη ρήξη στις σχέσεις του Καραμανλή με το βασιλικό ζεύγος, καθώς ο πρωθυπουργός ήταν κάθετα αντίθετος στην επίσημη επίσκεψη του βασιλιά Παύλου και Φρειδερίκης στο Λονδίνο λόγω της απειλής επεισοδίων σε βάρος του βασιλικού ζεύγους από αριστερές οργανώσεις, όπως είχε συμβεί και σε προηγούμενη επίσκεψη της Φρειδερίκης στο Λονδίνο.
Την περίοδο εκείνη, οι αριστερές οργανώσεις έκαναν έντονη την παρουσία τους στην αγγλική πρωτεύουσα οργανώνοντας διαμαρτυρίες για τη δολοφονία Λαμπράκη. Το βασιλικό ζεύγος αγνόησε, ωστόσο, κυνικά τις υποδείξεις του Έλληνα πρωθυπουργού και αποφάσισε να πραγματοποιήσει το ταξίδι του στο Λονδίνο. Μετά την εξέλιξη αυτή, στις 11 Ιουνίου 1963, ύστερα από οκτώ σχεδόν συναπτά χρόνια πρωθυπουργίας, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέβαλε την παραίτησή του και αναχώρησε για το εξωτερικό, για τη Ζυρίχη, παραδίδοντας την αρχηγία της ΕΡΕ στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο.
Ο βασιλιάς απέφυγε, ωστόσο, να προκηρύξει εκλογές και σχημάτισε κυβέρνηση, αντλώντας στελέχη αποκλειστικά από τους κόλπους της ΕΡΕ, με πρωθυπουργό έναν πρώην βασιλικό σύμβουλο, τον Παναγιώτη Πιπινέλη. Η κυβέρνηση Πιπινέλη έλαβε, εντούτοις ψήφο εμπιστοσύνης από το Ελληνικό Κοινοβούλιο, δεν θέλησε, όμως, να συνεχίσει να κυβερνά τη χώρα σε τόσο πολωμένες πολιτικές συνθήκες και ανήγγειλε τη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών τον Νοέμβριο του 1963.
Στις 9 Νοεμβρίου 1963, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εγκατέλειψε την Ελλάδα, με το επίθετο Τριανταφυλλίδης, για το Παρίσι, απογοητευμένος από τις πολιτικές εξελίξεις και με σκοπό να ιδιωτεύσει. Ο τρόπος αποχώρησής του έμελλε να αποτελέσει αντικείμενο έντονης κριτικής τα επόμενα χρόνια. Στο Παρίσι, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έμελλε να παραμείνει 11 χρόνια (μέχρι το 1974).
Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 η ένωση Κέντρου πέτυχε, με τη βοήθεια της ΕΔΑ που δεν κατέθεσε συνδυασμούς βουλευτών σε αρκετές περιφέρειες, πανηγυρική νίκη, λαμβάνοντας 53% των ψήφων και 174 έδρες επί συνόλου 300.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News