Βάιος Καλοπήτας: Η Ρόδος χρειάζεται ενιαίο πλαίσιο για τις παραλίες της
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 179 ΦΟΡΕΣ
Απαιτείται στοχευμένη τροπολογία στον Ν. 5092/2024 για ενιαίο, συνεργατικό και ανταποδοτικό μοντέλο διαχείρισης
Γράφει ο Βάιος Καλοπήτας
Μηχανικός Περιβάλλοντος, MSc
Ο Ν. 5092/2024 δίνει βάση συνεργασίας δήμου-Κτηματικής, αλλά αφήνει κρίσιμα κενά στον λειτουργικό έλεγχο του παραλιακού μετώπου και στο καθεστώς της ΕΤΑΔ. Οι βουλευτές της Δωδεκανήσου οφείλουν να διεκδικήσουν άμεσα στοχευμένη τροπολογία.
Η συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από τις παραλίες της Ρόδου δεν αφορά απλώς τη φετινή τουριστική περίοδο, ούτε περιορίζεται σε μια διαφωνία του δήμου με την ΕΤΑΔ. Αφορά κάτι πολύ βαθύτερο: αν η Ρόδος, ένας από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς της χώρας, διαθέτει σήμερα ένα ενιαίο, λειτουργικό και δίκαιο θεσμικό πλαίσιο για τη διαχείριση του παραλιακού της μετώπου.
Η απάντηση είναι πως δεν το διαθέτει.
Το πρόβλημα δεν είναι γενικά και αόριστα «οι παραλίες». Το πρόβλημα είναι ότι στη Ρόδο λειτουργούν διαφορετικά καθεστώτα διαχείρισης, με διαφορετικούς κανόνες, διαφορετική λογική και διαφορετικό βαθμό ανταποδοτικότητας προς την τοπική κοινωνία.
Από τη μία πλευρά υπάρχει το μοντέλο Δημοσίου – Κτηματικής Υπηρεσίας – δήμου, όπως αυτό αποτυπώνεται στον Ν. 5092/2024. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του νόμου, αρμόδιοι φορείς για την παραχώρηση απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας είναι το Δημόσιο και η ΕΤΑΔ, ανάλογα με το καθεστώς κάθε περίπτωσης, ενώ όταν η παραχώρηση γίνεται από το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό εκπροσωπείται από την Κτηματική Υπηρεσία. Στο ίδιο πλαίσιο προβλέπεται ότι ποσοστό 60% επί του ανταλλάγματος του Δημοσίου αποδίδεται στον οικείο δήμο.
Αυτό είναι ένα θεσμοθετημένο στοιχείο ανταποδοτικότητας. Αναγνωρίζει ότι ο δήμος έχει πραγματικό βάρος στη λειτουργία των παραλιών και ότι σημαντικό μέρος της αξίας που παράγεται πρέπει να επιστρέφει στον τόπο.
Όμως το μοντέλο αυτό, όσο θετικό κι αν είναι ως βάση, δεν είναι επαρκές. Ο δήμος δεν διαθέτει πλήρη λειτουργικό και επιχειρησιακό έλεγχο του παραλιακού του μετώπου. Δεν μπορεί να σχεδιάσει ενιαία, να οργανώσει με βάση τις ανάγκες κάθε περιοχής, να αναπτύξει νέα πόστα όπου κρίνει ότι χρειάζονται, να διαμορφώσει ολοκληρωμένη στρατηγική προσβασιμότητας, αισθητικής, καθαριότητας, κυκλοφορίας και ήπιων υποδομών. Σε κρίσιμα ζητήματα οφείλει να απευθύνεται στην Κτηματική Υπηρεσία και να λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η τοπική γνώση δεν έχει πάντα τον αποφασιστικό ρόλο που θα έπρεπε.
Από την άλλη πλευρά υπάρχει το καθεστώς της ΕΤΑΔ. Εκεί το πρόβλημα γίνεται πιο έντονο.
Η νομοθεσία κάνει ειδική διάκριση για αιγιαλούς και παραλίες που έχουν χαρακτηριστεί ως τουριστικά δημόσια κτήματα ή υπάγονται σε ειδικές διατάξεις, όπου η διοίκηση και διαχείριση συνδέεται με την ΕΤΑΔ. Η ΕΤΑΔ είναι 100% θυγατρική της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας, δηλαδή του Υπερταμείου, και έχει ως σκοπό τη διαχείριση και αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας με κανόνες ιδιωτικής οικονομίας.
Η παρουσία της ΕΤΑΔ σε ορισμένες περιπτώσεις έχει ιστορική βάση: παλαιά ακίνητα του Δημοσίου, τουριστικά ακίνητα, ξενοδοχειακά συγκροτήματα, παραχωρήσεις προηγούμενων δεκαετιών, ακίνητα που πέρασαν σε διαφορετικά σχήματα αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.
Αυτό όμως που μπορεί να είχε διοικητική ή ιστορική εξήγηση σε μια άλλη εποχή, δεν σημαίνει ότι μπορεί να παραμένει αδιαμφισβήτητο επ’ αόριστον.
Σήμερα ο δήμος Ρόδου αρχίζει εύλογα να αμφισβητεί κατά πόσο το καθεστώς αυτό ανταποκρίνεται στις ανάγκες του νησιού. Πολλές από τις παραλίες που υπάγονται στην ΕΤΑΔ είναι από τις πλέον εμπορικές και ελκυστικές της Ρόδου. Είναι σημεία υψηλής οικονομικής αξίας, μεγάλης επισκεψιμότητας και έντονης τουριστικής σημασίας.
Η πρόσφατη συζήτηση για τα υψηλά τιμήματα ανά τετραγωνικό μέτρο επιβεβαιώνει τη στρέβλωση. Όταν οι όροι διαμορφώνονται με κεντρική λογική αξιοποίησης ακινήτου και όχι με λογική ολοκληρωμένης διαχείρισης προορισμού, δημιουργούνται αδιέξοδα. Δεν ωφελείται ούτε το Δημόσιο, ούτε ο Δήμος, ούτε η υγιής επιχειρηματικότητα, ούτε τελικά ο πολίτης και ο επισκέπτης.
Εδώ βρίσκεται η ουσία: η Ρόδος δεν μπορεί να έχει παραλίες δύο ταχυτήτων.
Δεν μπορεί άλλες παραλίες να λειτουργούν με θεσμική ανταποδοτικότητα προς τον Δήμο, μέσω του μοντέλου της Κτηματικής, και άλλες συχνά οι πιο εμπορικέςνα λειτουργούν με λογική κεντρικής αξιοποίησης, χωρίς αντίστοιχο τοπικό έλεγχο και χωρίς εξίσου καθαρή επιστροφή αξίας στην τοπική κοινωνία.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να μηδενίσουμε ό,τι υπάρχει. Ούτε να αγνοήσουμε ότι ο Ν. 5092/2024 έβαλε μια τάξη σε ένα πεδίο που επί χρόνια είχε ασάφειες, αυθαιρεσίες και αποσπασματικές πρακτικές.
Το ζητούμενο είναι να διορθώσουμε τις αδυναμίες του.
Αφού το πλαίσιο υπάρχει ήδη, οι βουλευτές της Δωδεκανήσου δεν χρειάζεται να ανακαλύψουν από την αρχή έναν νέο νόμο. Μπορούν και οφείλουν να διεκδικήσουν στοχευμένη τροπολογία στον Ν. 5092/2024, ώστε για τη Ρόδο, και όπου απαιτείται για μεγάλους νησιωτικούς τουριστικούς δήμους, να θεσπιστεί ένα πιο λειτουργικό, συνεργατικό και ανταποδοτικό μοντέλο.
Η τροπολογία αυτή πρέπει να κινείται σε τέσσερις καθαρές κατευθύνσεις.
Πρώτον, να ενισχύσει τον ρόλο του δήμου στον σχεδιασμό του παραλιακού μετώπου. Η γνώμη του δήμου δεν αρκεί να είναι τυπική ή συμβουλευτική. Για ένα νησί όπως η Ρόδος, ο δήμος πρέπει να έχει ουσιαστικό ρόλο στον καθορισμό των σημείων, των χρήσεων, των λειτουργικών αναγκών, της προσβασιμότητας, των κανόνων αισθητικής και της εποχικής προετοιμασίας.
Δεύτερον, να προβλέψει ειδικό συνεργατικό καθεστώς και για τις παραλίες αρμοδιότητας ΕΤΑΔ. Η ΕΤΑΔ μπορεί να διατηρεί τον θεσμικό της ρόλο ως φορέας αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας, αλλά στις παραλίες της Ρόδου δεν μπορεί να λειτουργεί αποκομμένα από τον δήμο. Πρέπει να υπάρχει υποχρεωτική συμμετοχή του Δήμου στον σχεδιασμό, στη διαβούλευση, στους όρους παραχώρησης και στη λειτουργική οργάνωση.
Τρίτον, να θεσπιστεί καθαρός ανταποδοτικός μηχανισμός υπέρ του Δήμου και για τα έσοδα που προκύπτουν από παραλίες αρμοδιότητας ΕΤΑΔ. Στο μοντέλο του Δημοσίου μέσω Κτηματικής υπάρχει ήδη πρόβλεψη 60% υπέρ του δήμου. Στο μοντέλο της ΕΤΑΔ η τοπική επιστροφή της αξίας δεν προκύπτει με την ίδια θεσμική καθαρότητα. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Η αξία που παράγεται στις παραλίες της Ρόδου πρέπει να επιστρέφει σε σημαντικό ποσοστό στη Ρόδο, για καθαριότητα, ναυαγοσωστική κάλυψη, προσβασιμότητα, συντήρηση, περιβαλλοντική προστασία και υποδομές.
Τέταρτον, να δημιουργηθεί ενιαίο τοπικό σχέδιο διαχείρισης παραλιακού μετώπου Ρόδου. Ένα σχέδιο που θα χαρτογραφεί όλες τις παραλίες, ανεξαρτήτως αν σήμερα υπάγονται σε Κτηματική ή ΕΤΑΔ, και θα ορίζει ενιαίες αρχές λειτουργίας: τι επιτρέπεται, πού επιτρέπεται, με ποιες προδιαγραφές, με ποια έσοδα, με ποια ανταποδοτικότητα και με ποια υποχρέωση λογοδοσίας.
Αυτό είναι ένα δίκαιο και ώριμο πολιτικό αίτημα: η Ρόδος να ζητήσει από τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους της θεσμική λύση.
Με απλά λόγια: το κράτος να ελέγχει και η Ρόδος να διοικεί.
Σήμερα ο δήμος Ρόδου σηκώνει καθημερινά το βάρος της πραγματικότητας: καθαριότητα, πρόσβαση, κυκλοφοριακή πίεση, δημόσια εικόνα, τουριστική εμπειρία, αιτήματα πολιτών, ανάγκες επιχειρήσεων. Δεν είναι δίκαιο ούτε λειτουργικό να έχει την ευθύνη των συνεπειών, αλλά όχι όλα τα εργαλεία της διαχείρισης.
Η πρόσφατη στάση της δημοτικής αρχής απέναντι στην ΕΤΑΔ ανέδειξε ένα υπαρκτό πρόβλημα , για αυτό το επόμενο βήμα πρέπει να είναι πολιτική πρωτοβουλία.Πρέπει να περάσει στο επίπεδο της κοινοβουλευτικής ευθύνης.
Απαιτείται άμεση σύγκλιση όλων των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων της Δωδεκανήσου, ανεξαρτήτως κόμματος. Οι βουλευτές του Νομού οφείλουν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι, να συμφωνήσουν σε κοινό πλαίσιο και να καταθέσουν ή να διεκδικήσουν κοινή τροπολογία.
Τα μεγάλα ζητήματα του τόπου δεν προσφέρονται για κομματικές σιωπές, αποστάσεις ασφαλείας ή προσωπικές στρατηγικές.
Η Ρόδος χρειάζεται κοινό μέτωπο. Η Βουλή διαθέτει το εργαλείο. Οι βουλευτές της Δωδεκανήσου οφείλουν να το ενεργοποιήσουν
Η κοινωνία της Ρόδου περιμένει ένα πλαίσιο που θα σταματήσει τις δύο ταχύτητες, θα ενισχύσει τον ρόλο του δήμου, θα διασφαλίσει διαφάνεια, θα επιστρέφει αξία στον τόπο και θα επιτρέπει στη Ρόδο να σχεδιάζει το παραλιακό της μέτωπο ως ενιαίο αναπτυξιακό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό κεφάλαιο.
Οι παραλίες της Ρόδου δεν είναι απλώς τετραγωνικά μέτρα προς παραχώρηση.
Είναι δημόσιος χώρος. Είναι εικόνα προορισμού. Είναι τοπική οικονομία. Είναι ταυτότητα.
Και γι’ αυτό δεν μπορούν να διοικούνται με αποσπασματικές λογικές.
Η Ρόδος αξίζει ένα νέο, ενιαίο και δίκαιο θεσμικό πλαίσιο για τις παραλίες της.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News