Αλέξανδρος Γιωτόπουλος: Ο αμετανόητος αρχηγός της 17Ν ελεύθερος και με... διδακτορικό
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 142 ΦΟΡΕΣ
Ο καταδικασμένος σε 17 φορές ισόβια ηγέτης της 17Ν αποφυλακίστηκε έπειτα από σχεδόν 24 χρόνια εγκλεισμού
Περίπου 19 χρόνια από την τελική ετυμηγορία που εξέδωσε, στις 14 Μαΐου του 2007, το πενταμελές εφετείο Αθηνών, επιβάλλοντάς του ποινή 17 φορές ισόβια -όσες και οι δολοφονίες για τις οποίες κατηγορήθηκε- συν 25 επιπλέον έτη κάθειρξης, μαζί με χρηματική ποινή 13.300 ευρώ, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος είναι και πάλι ελεύθερος. Έστω και υπό ορισμένους περιοριστικούς όρους.
Ωστόσο, όπως έγινε γνωστό σήμερα, με παραγγελία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, θα εξεταστεί το ενδεχόμενο άσκησης αναίρεσης στο βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου του Εφετείου Πειραιά που άναψε το «πράσινο φως» για την αποφυλάκιση του καταδικασμένου για την εγκληματική δράση της 17 Νοέμβρη. Ο κ. Τζαβέλλας αναμένει αντίγραφο του βουλεύματος και ήδη έχει αναθέσει να το μελετήσει ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σοφοκλής Λογοθέτης. Πάντως, το βούλευμα αναμένεται σύντομα να διαβιβαστεί στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου.
Αν εξαιρεθούν οι άδειες που ελάμβανε κατά καιρούς, ο Γιωτόπουλος παρέμεινε κρατούμενος για μια περίοδο σχεδόν 24 ετών συνολικά, αρχής γενομένης από τη σύλληψή του, το καλοκαίρι του 2002. Η αποφυλάκισή του, όπως ήταν αναμενόμενο, επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για την πραγματική σημασία των ισοβίων δεσμών. Όμως, εφόσον τα ισόβια συνιστούν τη βαρύτερη των ποινών που προβλέπει η ελληνική δικαιοσύνη, όπως αποδεικνύεται εμφατικά σε μια ακραία περίπτωση όπως αυτή του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, θα πρέπει να το πάρει απόφαση κανείς ότι ο όρος «ισόβια» είναι καθαρά συμβολικός.
Όπως εντελώς συμβολικού χαρακτήρα είναι ο πολλαπλασιασμός της ισόβιας κάθειρξης: Με 17 φορές ισόβια συν 25 χρόνια, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος αφήνεται ελεύθερος πριν καν συμπληρώσει στη φυλακή τη συμπληρωματική ποινή του, όχι την κύρια. Και ενώ ο ίδιος δεν έπαψε ποτέ να αρνείται οποιαδήποτε σχέση του με την τρομοκρατική οργάνωση 17 Νοέμβρη και τις δολοφονίες που διέπραξε εν ονόματι της «επανάστασης», όσοι θρήνησαν θύματα και εξακολουθούν να πενθούν για εκείνους που καταδίκαζε σε θάνατο ο ηγέτης της 17Ν, δεν μπορούν παρά να απορούν και να οργίζονται για τη λογική της ισόβιας κάθειρξης: Εκείνοι έχασαν για πάντα τους ανθρώπους τους, επειδή τους ξέγραψε, απλώς, ένας αυτόκλητος απελευθερωτής των μαζών από τα δεσμά της αστικής εξουσίας κ.λπ. Αλλά η τιμωρία του γι' αυτό είναι σκάρτα 25 χρόνια στέρησης της ελευθερίας του.

Θα έλεγε κάποιος ότι, όσοι επιζούν μιας δολοφονίας και ζουν εφεξής με την οριστική και ανεπίστρεπτη απώλεια ενός οικείου, δεν θα κατανοήσουν ποτέ το βαθύτερο θεωρητικό υπόβαθρο του νόμου που αναγνωρίζει, ακόμη και σε έναν κατά συρροήν δολοφόνο, το δικαίωμα της αναμόρφωσης, της επανένταξης στο κοινωνικό σύνολο. Αλλά ακόμη και όσοι δεν υπέστησαν τις ολέθριες συνέπειες οποιουδήποτε από τα πλήγματα που κατέφερε η 17Ν στην έννομη τάξη, αδυνατούν εξίσου να παρακολουθήσουν τη φιλοσοφία, τη θεωρία αλλά και την πράξη καθαυτήν, ενός ανθρώπου όπως ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος.
Ο ίδιος υπήρξε ο μόνος που παρέμεινε πιστός στον επαναστατικό ηθικό κώδικα, με την άρνηση κάθε κατηγορίας. Παρόλο ότι οι συνεργοί του στην 17Ν δεν άφησαν κανένα περιθώριο αμφιβολίας, τουλάχιστον στις αρχικές ομολογίες τους και προτού αρχίσουν να αναθεωρούν τις καταθέσεις τους, ότι ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, περιφερόμενος επί χρόνια με την ψευδή ταυτότητα του Μιχάλη Οικονόμου, ο «Λάμπρος» για όσα από τα μέλη της 17Ν τον γνώριζαν, ήταν ο πραγματικός αρχηγός της οργάνωσης. Ο ιδρυτής της, επίσης, αλλά και ο συντάκτης των χειμαρρωδών απεραντολογιών που περιλαμβάνονταν στις προκηρύξεις, οι οποίες δακτυλογραφούνταν στην περιβόητη γραφομηχανή της 17Ν.

Εν αντιθέσει με τον Δημήτρη Κουφοντίνα, ο οποίος ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τη δράση της 17Ν, ο Γιωτόπουλος παρέμεινε ακλόνητος στον ισχυρισμό του ότι είναι παντελώς αθώος, ότι είναι πολιτικός κρατούμενος και θύμα μιας γιγαντιαίας δικαστικής πλάνης. Και, προκειμένου να μείνει συνεπής στην προσωπική κοσμοθεωρία και τον κώδικα ηθικής του επαναστάτη, αμέσως μετά από τη σύλληψή του και την εξεπίτηδες αντιπαράσταση με τον Χριστόδουλο Ξηρό, τον απαρνήθηκε ακόμη και κατά πρόσωπο: Τον Ιούλιο του 2002, στη ΓΑΔΑ, όταν η Αντιτρομοκρατική κανόνισε ένα «ραντεβού» του «Λάμπρου» με τον «Μανώλη» της 17Ν, ο Χριστόδουλος Ξηρός θέλησε να χαιρετίσει τον φερόμενο ως αρχηγό του, λέγοντας «Γεια σου, Λάμπρο». Εκείνος όμως τον απέκρουσε, με τη φράση «ποιος είστε, κύριε; Δεν σας γνωρίζω!» Οπότε ο Ξηρός εξερράγη, ουρλιάζοντας «τι λες, ρε παλιοκάθαρμα, που πήγες να φας τον αδερφό μου!»
Και κάπως έτσι συνεχίστηκε η παράλληλη πορεία του Γιωτόπουλου με τους πάλαι ποτέ εν 17Ν συντρόφους του και συγκρατούμενούς του πλέον. Εκείνος προσεταιρίστηκε τον Βασίλη Τζωρτζάτο, τον οποίον φέρεται να χρησιμοποιούσε σαν αγγελιαφόρο και ενδιάμεσο, στην προσπάθειά του να πείσει τους συγκατηγορουμένους του να τον απαλλάξουν από τις κατηγορίες στην τότε εν εξελίξει δίκη.
Η στάση του Γιωτόπουλου αποτέλεσε, διαχρονικά, πηγή ατέλειωτων ρήξεων, ακόμη και βίας ανάμεσα στα φυλακισμένα μέλη της 17Ν. Το 2009, φερ' ειπείν, ο αρχηγός και ο «φαρμακοχέρης» Κουφοντίνας πιάστηκαν στα χέρια, ενώ ο Χριστόδουλος Ξηρός βρήκε την ευκαιρία και, πάνω στη συμπλοκή, άρπαξε το πόδι του Γιωτόπουλου και το δάγκωσε.
Πέραν αυτών των επεισοδίων στη διάρκεια του εγκλεισμού του, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος αρθρογραφούσε από καιρού εις καιρόν, αποστέλλοντας επιστολές και κείμενα γνώμης σε διάφορα ΜΜΕ. Οι συνθήκες κράτησης και οι ατέλειες -οι «αδικίες» κατά τον ίδιον- του σωφρονιστικού συστήματος ήταν, προφανώς, το αγαπημένο θέμα του. Χωρίς όμως να παραλείπει τις επιθέσεις στις φράξιες Κουφοντίνα-Ξηρών, με τους οποίους τον χώριζε πλέον μια άβυσσος αμοιβαίου μίσους -ή, αν μη τι άλλο, αυτή την εντύπωση έδιναν.
Για παράδειγμα, σε μία επιστολή του προς τον Τύπο, τον Απρίλιο του 2017, ο Γιωτόπουλος αποκαλούσε υποτιμητικά τον Χριστόδουλο Ξηρό σαν «επαναστάτη βαψομαλλιά» και τον Κουφοντίνα σαν «δήθεν Ντένις Ντόναλντσον της 17Ν», περιπαίζοντας το ηρωικό και «αντρίκιο» αφήγημα που ανέκαθεν προέβαλλε ο Δημήτρης Κουφοντίνας.
Στην ίδια επιστολή, μακροσκελή κατά την πάγια συνήθεια που είχε υιοθετήσει σαν συγγραφέας επαναστατικών μανιφέστων ύστερα από κάθε δολοφονία που διέπραττε, κατά κανόνα σαν ηθικός (συν)αυτουργός, ενίοτε όμως και ως καθαυτό εκτελεστής, ο Γιωτόπουλος προβαίνει σε υποδείξεις προς την ελληνική δικαιοσύνη, ζητώντας... μεταρρυθμίσεις, αλλαγή του Ποινικού Κώδικα κ.α., ως εξής:
«Πλήρης χρεοκοπία κι αποτυχία του σωφρονιστικού συστήματος. Βέβαια αυτή την κόπρο του Αυγείου της διαφθοράς που έχει πάρει δυσθεώρητες διαστάσεις, την έχουν δημιουργήσει επί δεκαετίες η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως, αντί να την αντιμετωπίσει τολμηρά κι αποφασιστικά, ακολούθησε την πεπατημένη. Ο νόμος που ψήφισε [σσ: νόμος Παρασκευόπουλου για την αποσυμφόρηση των φυλακών] δεν είναι αρκετός. Ο εξανθρωπισμός του χρεοκοπημένου συστήματος που ανακυκλώνει κι αναπαράγει το έγκλημα είναι επείγουσα ανάγκη. Χρειάζονται τολμηρές ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις σε πολλά επίπεδα. Θα αναφέρω μια σειρά από μέτρα που θεωρώ απαραίτητα χωρίς να είναι αρκετά.
» Πρέπει ν’ αλλάξει ο Ποινικός Κώδικας, η νομοθεσία για τις ποινές. Ωστε να γίνουν αισθητά μικρότερες. Δεν είναι δυνατόν να έχει η μικρή Ελλάδα όσους ισοβίτες έχει και η Ευρώπη ολόκληρη. Δεν είναι δυνατόν ο γνωστός Νορβηγός Νεοναζί που δολοφόνησε σε μερικές ώρες 87 ανθρώπους να καταδικάζεται σε 20 έτη κάθειρξη ενώ στη χώρα μας θα είχε καταδικαστεί σε 87 φορές ισόβια συν 25 έτη κάθειρξης. Δεν είναι δυνατόν να καταδικάζονται 20χρονα παιδιά σε 25 έτη κάθειρξη για μια μικρή βόμβα με πυρίτιδα, που η Δικτατορία αποκαλούσε κροτίδα. Αποδείχτηκε ότι οι βαριές πολύχρονες ποινές όχι μόνο δεν σωφρονίζουν, δεν καταπολεμούν το έγκλημα, αλλά το αναπαράγουν σε μεγαλύτερη κλίμακα. Πρέπει να οικοδομηθεί ένας τοίχος για τις ποινές, ώστε αυτές που απαιτούν έκτιση ποινής άνω των 10 χρόνων να είναι σπάνιες».
Σε άλλες επιστολές του, ο Γιωτόπουλος διαμαρτυρόταν έντονα για το σύστημα στελέχωσης του διδακτικού προσωπικού στα ελληνικά ΑΕΙ. Έχοντας κάνει μεταπτυχιακές σπουδές, φτάνοντας, μάλιστα, ως την επιτυχή υποστήριξη διδακτορικής διατριβής σε γαλλικό πανεπιστήμιο ενώ παρέμενε εγκάθειρκτος, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος εξέφραζε την απογοήτευση και την πικρία του επειδή ο νόμος στην Ελλάδα δεν επιτρέπει σε έναν κατάδικο να μοιραστεί τις γνώσεις του με τους φοιτητές από καθέδρας, ως διδάσκων σε κάποιο ελληνικό πανεπιστήμιο.
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος συνελήφθη στις 17 Ιουλίου του 2002 στους Λειψούς, μερικά λεπτά πριν επιβιβαστεί σε ιπτάμενο δελφίνι, πιθανότατα για να ξεφύγει από τους διώκτες του, οι οποίοι τον είχαν εντοπίσει και τον παρακολουθούσαν τις προηγούμενες ημέρες.
Από το πρώτο λεπτό της κράτησής του, ο Γιωτόπουλος επέμενε ότι υπάρχει πλεκτάνη εις βάρος του, ότι δεν είχε την παραμικρή σχέση με παράνομες και πολλώ δε μάλλον τρομοκρατικές ενέργειες, ότι ήταν ένας φιλήσυχος μαθηματικός, που βιοποριζόταν παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά.

Βεβαίως, το σπίτι του στους Λειψούς είχε επιλέξει να το βάψει ροζ, κάτι που αποτελούσε κατάφωρη παραφωνία και τον είχε φέρει σε σύγκρουση με τις τοπικές αρχές. Και μπορεί το γεγονός αυτό να ερχόταν σε κατάφωρη αντίφαση με το «λάθε βιώσας» που είχε φανατικά υιοθετήσει, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν ούτε έγκλημα ούτε τρομοκρατική πράξη. Ήταν απλώς μια εκκεντρικότητα.
Στη δε ακροαματική διαδικασία, όταν ξεκίνησε η πολύκροτη δίκη της 17Ν, ο Γιωτόπουλος δήλωσε στην απολογία του ότι «δεν συμφωνώ με τις ενέργειες της 17 Νοέμβρη, αλλά και δεν τις καταδικάζω. Η δράση της οργάνωσης αποτελεί ένοπλη πολιτική πάλη, που είχε στόχο την ανατροπή του συστήματος. Μία τέτοια δράση που δεν αναπτύχθηκε σε αγγελική κοινωνία, δεν μπορεί να κρίνεται με βάση τον ποινικό κώδικα».
Εκ των υστέρων, σύμφωνα με μια ορισμένη οπτική, η πορεία του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου ήταν προδιαγεγραμμένη: Ως γιος ενός ανθρώπου που διετέλεσε μέλος του στενού κύκλου συντρόφων του Λέοντος Τρότσκι, ο οποίος, εκτός της μάχιμης δράσης του επί Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία το 1917 στις τάξεις των Μπολσεβίκων, έγινε ο κορυφαίος θεωρητικός της διαρκούς επανάστασης. Ο Δημήτρης «Μήτσος» Γιωτόπουλος, ή Witte ή «Βήτας» -όπως αυτάρεσκα προέβαλε τη θέση του, ως Νο.2, στην οργάνωση του Τρότσκι- περιγράφεται σε σωζόμενες αναφορές σαν «φιλόδοξος και αυταρχικός». Μοιραία, λοιπόν, ο γιος ενός πρωταγωνιστή της άκρας, κομμουνιστικής και δη επαναστατικής αριστεράς, ενδεχομένως πιο σκληρού ακόμη και από τον ίδιο τον Τρότσκι, μυήθηκε παιδιόθεν στην ενεργό πολιτική -αλλά όπως την αντιλαμβάνεται ένας εξεγερμένος κατά του αστικού δημοκρατικού πολιτεύματος.

Το παράδοξο είναι, βέβαια, ότι ο πατήρ Γιωτόπουλος δεν δίστασε να συνταχθεί με τον Εθνικό Στρατό κατά τη διάρκεια του ελληνικού Εμφυλίου, λόγω των αβυσσαλέων διαφορών του με το σταλινικό ΚΚΕ του Νίκου Ζαχαριάδη. Ο Δημήτρης Γιωτόπουλος, μάλιστα, έφτασε να κατηγορηθεί από το ΚΚΕ σαν προδότης και όργανο του συστήματος, προσφέροντας τις υπηρεσίες του στον αντικομμουνισμό.
Γεννημένος το 1944 στο Παρίσι, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος μεγάλωσε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου τα πολιτικά πάθη και το όραμα της ανατροπής του status quo ήταν κομμάτι της καθημερινότητας. Ακολουθώντας τις περιπλανήσεις του πατέρα του, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος πέρασε τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του στην Αθήνα, στο Χαλάνδρι, και στην αρχή της δεκαετίας του '60 επέστρεψε στο Παρίσι για σπουδές μαθηματικών.
Ταυτόχρονα, ήρθε σε επαφή με κύκλους της άκρας αριστεράς, ανέπτυξε αντιδικτατορική δράση, ως μέλος της οργάνωσης «29 Μάη» και φέρεται να εκπαιδεύτηκε στο αντάρτικο πόλης, σε ειδικό πολεμικό σχολείο, στην Κούβα. Μετά από τη διάλυση της 29 Μάη, ο Γιωτόπουλος εντάχθηκε, από τους πρώτους, στη ΛΕΑ (Λαϊκή Επαναστατική Αντίσταση). Η εν λόγω οργάνωση πραγματοποίησε, το 1972, βομβιστική επίθεση στην Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα.

Από τη μεταπολίτευση και εξής, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος ανέλαβε ρόλο ιεραπόστολου της φονικής βίας, επιλέγοντας τους στόχους και οργανώνοντας τις επιθέσεις της 17Ν, την οποίαν φέρεται να ήλεγχε πλήρως, τηρώντας απαρέγκλιτα τους κανόνες μιας μυστικής, παράνομης οργάνωσης. Το πρώτο χτύπημα, με το οποίο ο Γιωτόπουλος φέρεται να έκανε το ντεμπούτο του ως αρχηγός και καθοδηγητής της 17Ν, εκδηλώθηκε το Δεκέμβριο του 1975, με τη σοκαριστική δολοφονία του Ρίτσαρντ Γουέλς, σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα.
Πολλά χρόνια και πολλές δολοφονίας αργότερα, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος θα βομβάρδιζε τις αρχές με αιτήσεις αποφυλάκισης. Εν τέλει, στις 21 Μαΐου του 2026 το Συμβούλιο Εφετών, παρά την αντίθετη εισήγηση του Εισαγγελέα Εφετών, έκανε δεκτό το αίτημα του να απολυθεί από τις φυλακές. Του επιβλήθηκαν, βέβαια, περιοριστικοί όροι, δηλαδή να μην φύγει από τη χώρα, να παρουσιάζεται μια φορά τον μήνα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του και να έχει μόνιμη κατοικία.
Στα 82 του χρόνια, πλέον, ο Γιωτόπουλος καλείται να μάθει να ζει σαν νομοταγής, ακίνδυνος πολίτης, και για το υπόλοιπο του βίου του.
πηγή: protothema.gr

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News