Οι παρατεταμένες συγκρούσεις φέρνουν νέο κύμα αβεβαιότητας – Πίεση σε καύσιμα, τρόφιμα και οικογενειακούς προϋπολογισμούς
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 139 ΦΟΡΕΣ
Ένας κόσμος που μοιάζει να συνηθίζει πλέον να ζει σε συνθήκες μόνιμης γεωπολιτικής έντασης διαμορφώνεται τους τελευταίους μήνες, με τις νέες επιθέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν να επαναφέρουν στο προσκήνιο τον κίνδυνο μιας ακόμη μεγαλύτερης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη να βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο, ιδιαίτερα ανησυχητικό κεφάλαιο στην αντιπαράθεση με τη Ρωσία.
Οι εξελίξεις της 1ης και 2ας Σεπτεμβρίου επιβεβαίωσαν ότι η περίοδος σχετικής ύφεσης στις συγκρούσεις ΗΠΑ και Ιράν ήταν εύθραυστη. Οι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν νέα σειρά πληγμάτων εναντίον στόχων των Φρουρών της Επανάστασης, μεταξύ των οποίων εγκαταστάσεις αεράμυνας, συστήματα ραντάρ, ναυτικές υποδομές και δυνατότητες ναρκοθέτησης. Η Τεχεράνη απάντησε με πυραυλικές επιθέσεις και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον αμερικανικών στόχων στην Ιορδανία, το Ιράκ και το Μπαχρέιν. Η νέα ανταλλαγή πυρών ήταν η σοβαρότερη των τελευταίων εβδομάδων, μετά από μια περίοδο κατά την οποία οι δύο πλευρές είχαν περιορίσει τις μεταξύ τους επιθέσεις.
Η σημασία αυτών των γεγονότων ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της Μέσης Ανατολής. Στην πραγματικότητα, η πολεμική σύγκρουση που ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου έχει ήδη αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στην παγκόσμια οικονομία και κυρίως στην αγορά ενέργειας. Το Στενό του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς πετρελαίου στον κόσμο, βρίσκεται εδώ και μήνες στο επίκεντρο της κρίσης. Πριν από τη σύγκρουση από εκεί περνούσε περίπου το ένα πέμπτο του πετρελαίου που καταναλώνεται παγκοσμίως. Η περιορισμένη διέλευση πλοίων και ο διαρκής κίνδυνος νέων επιθέσεων έχουν μετατρέψει κάθε στρατιωτική εξέλιξη σε άμεσο παράγοντα διαμόρφωσης των διεθνών τιμών.
Η αντίδραση των αγορών στις τελευταίες επιθέσεις ήταν χαρακτηριστική. Το Brent εκτινάχθηκε την Τρίτη κατά περισσότερο από τέσσερα δολάρια το βαρέλι και το πρωί της Τετάρτης, 2 Σεπτεμβρίου, κινήθηκε στα 95,40 δολάρια, ενώ το αμερικανικό WTI ξεπέρασε τα 90 δολάρια. Πρόκειται για επίπεδα τα οποία μεταφέρονται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομική αλυσίδα, από τα πρατήρια καυσίμων μέχρι το κόστος μεταφοράς των προϊόντων, τις αεροπορικές μετακινήσεις και τη λειτουργία των επιχειρήσεων.
Η εικόνα δεν αποτελεί ένα στιγμιαίο φαινόμενο. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε το Reuters στα τέλη Αυγούστου, το Brent έχει κινηθεί κατά μέσο όρο κοντά στα 90 δολάρια το βαρέλι μέσα στο 2026, έναντι περίπου 70 δολαρίων το 2025, ενώ κατά τη διάρκεια της κρίσης είχε ξεπεράσει προσωρινά ακόμη και τα 120 δολάρια. Ιδιαίτερα έντονες είναι οι πιέσεις στο ντίζελ και στα αεροπορικά καύσιμα, καθώς οι διαταραχές στη Μέση Ανατολή συμπίπτουν με προβλήματα στις ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας καταγράφει το μέγεθος της αναστάτωσης. Η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου τον Ιούλιο βρισκόταν κατά 6,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως χαμηλότερα σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ περίπου 8,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερήσιας παραγωγής στον Κόλπο παρέμεναν εκτός αγοράς. Τα παγκόσμια αποθέματα έχουν επίσης υποχωρήσει σημαντικά από την έναρξη του πολέμου, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια απορρόφησης μιας νέας μεγάλης διαταραχής.
Για τον απλό πολίτη όλα αυτά μεταφράζονται σε πολύ πιο καθημερινά προβλήματα. Η αύξηση του πετρελαίου ανεβάζει το κόστος της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το κόστος μεταφοράς σχεδόν κάθε προϊόντος. Ακριβότερο ντίζελ σημαίνει ακριβότερες οδικές μεταφορές, μεγαλύτερο κόστος για τη γεωργική παραγωγή και υψηλότερα λειτουργικά έξοδα για τις επιχειρήσεις. Σε νησιωτικές περιοχές, όπου ένα μεγάλο μέρος των αγαθών φθάνει μέσω θαλάσσιων ή αεροπορικών μεταφορών, οι επιπτώσεις μπορούν να γίνουν ακόμη περισσότερο αισθητές.
Το ίδιο ισχύει και για τα τρόφιμα. Οι συγκρούσεις επηρεάζουν τις τιμές όχι μόνο μέσω του ενεργειακού κόστους αλλά και μέσω των λιπασμάτων και των διεθνών μεταφορών. Οι περιορισμοί στο Στενό του Ορμούζ έχουν δημιουργήσει προβλήματα στις αποστολές λιπασμάτων, ενώ την ίδια στιγμή συνεχίζονται οι διαταραχές στις μεταφορές σιτηρών που συνδέονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Οι διεθνείς τιμές τροφίμων είχαν ήδη φθάσει τον Ιούλιο στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών και πλέον ετών, με αναλυτές να εκτιμούν ότι μέρος των επιπτώσεων δεν έχει ακόμη περάσει στις τελικές τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι μπροστά στον κίνδυνο ενός νέου κύματος πληθωριστικών πιέσεων, τη στιγμή που τα νοικοκυριά δεν έχουν ακόμη ξεπεράσει πλήρως τις συνέπειες των προηγούμενων ανατιμήσεων. Η Eurostat ανακοίνωσε ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη εκτιμάται πως αυξήθηκε στο 3,3% τον Αύγουστο από 2,9% τον Ιούλιο. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο πληθωρισμός στην ενέργεια έφθασε στο 14,3%, έναντι 10,3% έναν μήνα νωρίτερα. Για την Ελλάδα η πρώτη εκτίμηση της Eurostat τοποθετεί τον ετήσιο πληθωρισμό στο 3,7% τον Αύγουστο.
Την ίδια ώρα, ένα δεύτερο μέτωπο αβεβαιότητας δημιουργείται στην καρδιά της Ευρώπης. Η Γερμανία ανακοίνωσε την 1η Σεπτεμβρίου ότι θεωρεί τη Ρωσία υπεύθυνη για την απόπειρα επίθεσης με drone στο αεροδρόμιο Λειψίας/Χάλε τον Αύγουστο. Το Βερολίνο υποστηρίζει ότι τα στοιχεία των αστυνομικών και των υπηρεσιών πληροφοριών παραπέμπουν σε πρόσωπα που ενεργούσαν για λογαριασμό ρωσικών κρατικών υπηρεσιών, χαρακτηρίζοντας το περιστατικό μέρος ενός ευρύτερου μοτίβου «υβριδικών επιχειρήσεων» στην Ευρώπη. Η Μόσχα απορρίπτει τις κατηγορίες και προειδοποιεί ότι θα απαντήσει στα γερμανικά μέτρα.
Η Γερμανία αποφάσισε μεταξύ άλλων το κλείσιμο του ρωσικού γενικού προξενείου στη Βόννη και τον τερματισμό της συμφωνίας για το ρωσικό πολιτιστικό κέντρο στο Βερολίνο, ενώ προαναγγέλλει νέα πίεση για ευρωπαϊκές κυρώσεις. Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: Γερμανία και Ρωσία δεν βρίσκονται σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση. Ωστόσο, η μετάβαση της αντιπαράθεσης σε ζητήματα σαμποτάζ, drones, κυβερνοεπιθέσεων και προστασίας κρίσιμων υποδομών ανεβάζει σημαντικά το επίπεδο ανησυχίας στην Ευρώπη.
Αυτό είναι ίσως και το πιο ανησυχητικό στοιχείο της σημερινής κατάστασης. Οι κοινωνίες δεν καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν μία μεμονωμένη κρίση, αλλά μια διαδοχή κρίσεων που αλληλοτροφοδοτούνται. Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, η σύγκρουση με το Ιράν διαρκεί ήδη έξι μήνες, οι σημαντικότερες ενεργειακές και εμπορικές οδοί βρίσκονται υπό διαρκή πίεση και στην Ευρώπη ενισχύεται η συζήτηση για υβριδικό πόλεμο και προστασία κρίσιμων υποδομών.
Το κόστος δεν καταγράφεται μόνο στους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς ή στους χρηματιστηριακούς δείκτες. Φαίνεται στην τιμή της βενζίνης, στον λογαριασμό της ενέργειας, στα μεταφορικά, στα προϊόντα του σούπερ μάρκετ και στις αποφάσεις μιας οικογένειας για το πόσα μπορεί να ξοδέψει. Φαίνεται επίσης στην αβεβαιότητα των επιχειρήσεων, οι οποίες δυσκολεύονται να προβλέψουν το ενεργειακό και μεταφορικό τους κόστος, αλλά και στις κυβερνήσεις που καλούνται ταυτόχρονα να χρηματοδοτούν την άμυνα, να στηρίζουν τα νοικοκυριά και να συγκρατούν τα δημόσια οικονομικά.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αλλαγή που προκαλούν οι παρατεταμένες συγκρούσεις: η αβεβαιότητα παύει να αποτελεί μια προσωρινή παρένθεση και μετατρέπεται σε μόνιμη παράμετρο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Όσο οι βασικές εστίες έντασης παραμένουν ανοιχτές και οι διεθνείς αγορές ενέργειας και μεταφορών εξαρτώνται από την επόμενη στρατιωτική ή διπλωματική κίνηση, οι πολίτες θα συνεχίσουν να πληρώνουν ένα μέρος του κόστους ενός πολέμου που μπορεί να βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, αλλά φθάνει καθημερινά μέχρι το οικογενειακό τους ταμείο.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News