«Όλα στο σύμπαν έχουν ένα ρυθμό, όλα χορεύουν»

«Όλα στο σύμπαν έχουν  ένα ρυθμό, όλα χορεύουν»

«Όλα στο σύμπαν έχουν ένα ρυθμό, όλα χορεύουν»

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1002 ΦΟΡΕΣ

Maya Angelou (1928-2014), Αφροαμερικανίδα ποιήτρια και συγγραφέας

Όλες οι εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα αυτή την περίοδο στη Ρόδο (σχολικές και των συλλόγων) θα μπορούσαν να εδραιώσουν και να θεσπίσουν ένα Πολιτισμικό Φεστιβάλ Ρόδου.

Θα περιοριστώ μόνο στην παρουσία του συλλόγου Κρητών Ρόδου «Ο Ψηλορείτης». Μόνο για το λόγο της σημαντικής και αδιαμφισβήτητης συμβολής του στα πολιτισμικά πράγματα της Ρόδου, καθώς η πολύμορφη και ποικίλη παρουσία του προσδίδει μια άλλη διάσταση και μια διαφορετική υφή στην πόλη της Ρόδου και έρχεται να προστεθεί σε δραστηριότητες άλλων συλλόγων (λ.χ. Μεσαιωνικό Φεστιβάλ Ρόδου, που οσονούπω θα κάνει αισθητή την παρουσία του).

Η πιο πρόσφατη εμφάνιση του συλλόγου των Κρητών (8-6-2014) διαφοροποιήθηκε από τις μέχρι τώρα εμφανίσεις του (όχι μόνο θεατρικές, αλλά και μουσικές και περιβαλλοντικές κ.ά.) και εστιάζεται στο ρυθμό και στην κίνηση με περιφερειακά κινούμενα παρελθόντα θεατρικά δρώμενα (Καζαντζάκης «Αλέξης Ζορμπάς»). Έτσι, από το λόγο (θεατρικό και μουσικό) εκφράστηκε αυτή τη φορά με ρυθμό και κίνηση, συνδυασμένο με τον ερμηνευτικό λόγο του προέδρου του συλλόγου Γιάννη Νιωτάκη και χαρακτηριστικά ριζίτικα, καθώς η χορευτική ομάδα «οι Σταυραετοί» με υπεύθυνο το Γιώργο Σακκομήτρο παρουσίασε στο Θέατρο Ρόδον ένα χορευτικό σύνολο από 22 χορούς, ας μιλήσουμε λίγο «δημοσιογραφικά» αλλά και πατροπαράδοτα, της «λεβεντογέννας Κρήτης», με τον ποιητικό τίτλο «Στ’ ώριο περβόλι…».

Η υιοθέτηση του χαρακτηρισμού δεν είναι τυχαία, καθώς φαίνεται ότι οι χοροί της (όπως και άλλων υποθέτω περιοχών, σίγουρα πάντως του Πόντου) έχουν πολεμικό χαρακτήρα με μια υποδηλούμενη ή εμφανέστατα αποτυπωνόμενη ερωτική υφή.
Και εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς «είναι τόσο σημαντικό που παρουσιάστηκαν σε μια παράσταση οι χοροί της Κρήτης;» και μάλιστα όταν πολλοί απ’ αυτούς είναι «ξεχασμένοι» ή χορεύονται σε τοπικό επίπεδο; Επειδή μια απάντησή μου ίσως θα προκαλούσε μια εύλογη κατηγορία για υποκειμενισμό, θα αναθέσω σε αναμφισβήτητου κύρους παγκόσμια πνεύματα να μιλήσουν, για να αντιληφθεί κανείς την αξία, γενικά, του χορού. Αν παρακάμψουμε ως λογοτεχνικό τέχνασμα τη φράση του γνωστότατου Ιρλανδού νομπελίστα (1925) συγγραφέα Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω: «Χορός είναι η κάθετη έκφραση οριζόντιων επιθυμιών», δεν μπορούμε να μη σταθούμε στο Γερμανό φιλόσοφο Φρήντριχ Νίτσε, που με μια μόνο φράση του θεσπίζει το δικό του «πιστεύω», όταν γράφει «Θα πίστευα μόνο σε ένα Θεό που θα ήξερε να χορεύει». Κι ο δικός μας Θεός γνωρίζει να χορεύει με πάθος μέσα στην αξιοθαύμαστη αρμονία του κόσμου, όπου όλα είναι δημιουργημένα για να χορεύουν το δικό τους χορό μέσα στη γενικότερη κοσμική μελωδία.

Εξάλλου, όλοι οι χοροί είναι μια μυσταγωγία θεϊκή. Αλλά και κατά την Αμερικανίδα χορογράφο Martha Graham «Οι μεγάλοι χορευτές δεν είναι μεγάλοι εξαιτίας της τεχνικής τους. Είναι μεγάλοι εξαιτίας του πάθους τους», καθώς είναι «η κρυμμένη γλώσσα της ψυχής», όπως τον βλέπει και πάλι η Martha Graham. Με βάση τους αφορισμούς αυτούς, η παρουσίαση των χορών της Κρήτης από μια πλειάδα χορευτών, μέλη της χορευτικής ομάδας του συλλόγου Κρητών «οι Σταυραετοί» που ζουν και κινούνται ανάμεσά μας αποτελεί ξεχωριστό γεγονός για την τοπική κοινωνία και όχι μόνο, αφού με την ιδιαίτερη αυτή γλώσσα των κινήσεων σώματος και ψυχής, οι Κρητικοί κατάφεραν να εξωτερικεύσουν την κρητική ψυχή και να αιχμαλωτίσουν το κοινό που παρακολουθούσε καθηλωμένο τα ορχηστρικά δρώμενα, τα οποία ως «θεατρικά» εκτεινόταν σε τρεις γενιές, καθώς ο δάσκαλος παρέδιδε στον μαθητή τη λύρα του για να συνοδεύσει το ρυθμό και την κίνηση των χορευτών και τη νέα γενιά, στο τέλος, να ολοκληρώνει τον κύκλο ο οποίος σφαιρώθηκε οριστικά με τη χορευτική παρουσία των «γερόντων».

Θυμάμαι, όταν ως φοιτητής της Φιλοσοφικής στη σχετική εργασία μου στο μάθημα της Λαογραφίας, ότι προσπάθησα, άπειρος ων, να ερμηνεύσω την κινητική αυτή έκφραση του κρητικού λαού, αναφερόμενος σε χορούς πολύ περιορισμένους σε αριθμό, και μέσα στην απειρία μου διέκρινα ένα πολεμικό, αλλά και κάποτε ερωτικό, περιεχόμενο. Η παράσταση όμως αυτή αποτέλεσε ένα χορευτικό «υπερθέαμα (ξέρω πως με την λέξη «υπερθέαμα» υπερβάλλω και ότι παραπέμπω σε χουλιγουντιανά περιβάλλοντα, αλλά είναι η μόνη λέξη που ταιριάζει στην αντιμετώπιση της εκδήλωσης με κριτική – θετική-ματιά) που ξανάφερε στη μνήμη μου πάλι την κριτική αυτή ματιά με την οποία είδα τους λίγους χορούς που περιέγραφα ως «πολεμικούς». Και αυτό αποτελεί μια επαναβεβαίωση της τότε κριτικής ματιάς μου, αλλά και δικαιολογεί και ορχηστρικά το χαρακτηρισμό της Κρήτης ως λεβεντογέννας.

Οι χορευτές που ορχούνταν πάνω στη σκηνή δεν υστερούσαν σε τίποτε από όσους έχουν σπουδάσει χορό, καθώς δεν χόρευαν για επαγγελματικούς λόγους, αλλά για να αφήσουν τον εαυτό τους να αυτοεκφραστεί. Και η αυτοέκφραση αυτή δεν ήταν μόνο ζήτημα κινητικής αλλά και μια ποιητική απόδοση της ψυχής του κρητικού λαού που φέρνει στο μυαλό μας την αντίληψη του Σιμωνίδη του Κείου (556-468 π.Χ.), ποιητή και συγγραφέα επιγραμμάτων, ότι «Ο χορός είναι σιωπηλή ποίηση». Και όντως κάθε χορός είχε μια ποιητική διάσταση, ήταν καθένας τους κι από ένα ποίημα, άλλοτε με πλήρη αυτοτέλεια, άλλοτε με αναμφισβήτητη συγγένεια και συνέπεια. Και στο σύνολό τους αποτελούσαν μια ιδιότυπη ορατή, όχι γραπτή, «ποιητική» συλλογή, «ορχηστρική ποιητική», θα την ονόμαζα.

Και ως τέτοια έχει και τη δική της ερμηνεία, κινητική αυτή τη φορά. Ερμηνεία που καθήλωνε, καθώς μέσα σε κάθε χορό αποτυπωνόταν και μια διάσταση της ιστορικής πορείας της Κρήτης (Πεντοζάλι, Κουτσαμπαδιανός ή χορός του Σηφοδασκαλάκη, Στειακός, Τριζάλης, Λαζότης, Εθιανός Πηδηχτός κ.ά.) που οι θεατές προσλάμβαναν πιο πολύ με απόλαυση παρά με συνειδητή γνώση της επαναστατικής διάθεσης που διέπνεε τους χορούς, που εμφανέστατα για ένα που είχε καλύτερη γνώση για την ιστορία της Κρήτης, αναδυόταν σφριγηλότερη, ενώ το ερωτικό στοιχείο προσλαμβανόταν αβίαστα όπου αυτό μπορούσε να το εντοπίσει κανείς –και το εντόπιζε συχνά, ιδιαίτερα στους τοπικούς χορούς (Ρουματιανή Σούστα, Απανωμερίτης, Φτερωτός συρτός ή Πάσο ή Ντάμα, Πρινιώτης, Ζερβόδεξος κ.ά.).

Ερμηνεία που έφραινε την όραση και αιχμαλώτιζε όραση και ακοή με τη μουσική που συνόδευε τους χορούς. Κι εδώ ανακαλύπτει κανείς μια πρωτοτυπία της παράστασης, καθώς όσοι χόρεψαν δεν χόρεψαν απλώς για να χορέψουν και να δείξουν τους χορούς της Κρήτης, αλλά αναβίωναν με τις ορχηστρικές τους κινήσεις ολόκληρη την ταυτότητα της Μεγαλονήσου με μοναδικά μαγευτικό και πρωτότυπο τρόπο. Να απαριθμήσουμε αριθμητικά και ονομαστικά τους χορούς δεν θα είχε σημασία, καθώς πολλοί απ’ αυτούς σε πολλούς από μας, Κρητικούς ή φίλους της Κρήτης, είναι γνωστοί και οικείοι. Ωστόσο, αρκετοί απ’ αυτούς δεν είναι ιδιαίτερα γνωστοί ή διαδεδομένοι, καθώς διέπονται από ένα ιδιαίτερα περιορισμένο τοπικά χαρακτήρα, εφόσον χορεύονται σε συγκεκριμένες περιοχές ή χωριά της Κρήτης.

Σημασία έχει το ορχηστρικό σύνολο που από πλευράς απόδοσής τους ήταν άψογο. Δεν κούραζε, αλλά αιχμαλώτιζε με τη συνθετική πολυμορφία και την αυθεντική ερμηνεία τους. Οι ερμηνευτές-χορευτές δεν ανήκουν σε κανένα χορευτικό συγκρότημα, αλλά είναι άνθρωποι που κινούνται ανάμεσά μας, λέμε μια «καλημέρα», συνομιλούμε μαζί τους, κάποτε διασκεδάζουμε και πίνουμε μαζί ένα ποτήρι κρασί. Κι αυτοί οι απλοί άνθρωποι απέδωσαν με αυθεντικό τρόπο μέσα από τους χορούς την ποιητική ψυχή και την επαναστατική διάθεση του κρητικού λαού σε μια κοινωνία που έχει πια συνηθίσει να αιχμαλωτίζεται από την εκάστοτε παρουσία του συλλόγου των Κρητών Ρόδου «Ο Ψηλορείτης». Ψηλορείτης σε θεατρικές παραστάσεις, Ψηλορείτης και σε ορχηστρικές κινήσεις μέσα από τους καθημερινούς χορούς και τη μυθική προέλευσή τους αλλά και στο ριζίτικο που μελωδικά έφραινε την ακοή των θεατών.

Χορός και χώρος. Αλληλένδετα και τα δύο, καθώς ο χορός αναπτύσσεται σε ένα χώρο σε συγκεκριμένο χρόνο, όπως ως θεατές αποκτούσαμε τις σχετικές πληροφορίες, ιστορικού αλλά και κοινωνικού περιεχομένου, εφόσον ο χορός είναι σύμφυτος και με το ερωτικό στοιχείο. Άλλωστε, και ο έρωτας είναι ένας τύπος επανάστασης, μια μορφή ανάγκης. Και από την άποψη αυτή ο χορός είναι σημείο συνάντησης της επαναστατικής και ερωτικής διάθεσης. Άλλωστε, και η επανάσταση υποκρύπτει τον έρωτα. Τον έρωτα προς την ελευθερία και προς τον ίδιο τον έρωτα. Και τα δύο οι χορευτές φρόντιζαν να διαφαίνονται και να μετακενώνονται στους θεατές που φαινόταν να απολαμβάνουν με ιδιαίτερο παλμό την παράσταση. Και καθένας προχωρούσε στη δική του οπτική και ακουστική πρόσληψη χορού, μουσικής, ριζίτικου.

Αυτό που μας μένει είναι ένα μεγάλο «Εύγε» στους συντελεστές όλους, ορατούς τε και μη. Φανερούς που χόρεψαν ή ενημέρωναν για κάθε χορό και «αόρατους» που σιωπηλά και με μεράκι φρόντιζαν να δοθεί μια συγκινητικά αξιοθαύμαστη αναβίωση της χορευτικής ψυχής των Κρητών. Αλλά «Εύγε» και στο σύλλογο των Κρητών για την έμπνευση και υλοποίηση της παράστασης και αποφάσισε να μας ξεναγήσει «Στ¨’ ώριο περβόλι…». Έτσι, αυτό που μας μένει είναι, μακριά από ηθικολογικά κηρύγματα, να επαναλάβουμε εκ βάθους ψυχής αυτό που λέει ο Mark Twain: «Χόρεψε σαν να μην σε βλέπει κανείς, αγάπησε σαν να μην έχεις πληγωθεί ποτέ, τραγούδα σαν να μην ακούει κανείς, ζήσε σαν να είναι ο παράδεισος στη γη». Αυτή ακριβώς η τριαδικότητα δόμησε την παράσταση του συλλόγου Κρητών Ρόδου, την οποία σκηνοθέτησε ο Γιάννης Φλώρος, ενώ για την ομάδα ριζίτικου τραγουδιού υπεύθυνος ήταν ο π. Εμμ. Σκλιβάκης, για το χορό οι Γιώργος Σακκομήτρος και Μαρία Κουφού ενώ για τη μουσική ο δάσκαλος Γιώργος Παραγυιός και ο νεαρός λυράρης Στράτος Τσιρακάκης με τους συνεργάτες τους.
Γ.Π.

Διαβάστε ακόμη

Βίντεο: Σήμερα η φαντασμαγορική εναέρια συναυλία στην Πλατεία Δημαρχείου για την ολοκλήρωση του 8ου Διεθνούς Φεστιβάλ «Ευρωπαϊκή Πολυφωνία»

Σήμερα στην Παστίδα η 1η Γιορτή Παραδοσιακού Μπακαλιάρου

Η Ρόδος αποχαιρετά το 8ο Διεθνές Φεστιβάλ «Ευρωπαϊκή Πολυφωνία» με μια φαντασμαγορική εναέρια μουσική συναυλία

HIC RHODES – Όταν η τέχνη συναντά την ιστορία και την παράδοση της Ρόδου

Ξεκίνησε το 19o Μεσαιωνικό Φεστιβάλ Ρόδου

Ο λαϊκός πολιτισμός συναντά την Τεχνητή Νοημοσύνη στη Ρόδο

«Η Γιουσούφαινα» ζωντανεύει στο Δημοτικό Θέατρο Ρόδου – Ένα ταξίδι στην Κρήτη των θρύλων

Παρουσίαση στη Λέρο του βιβλίου «8 νουβέλες γυναικών»