«Το Ερπετό», στη σειρά του Netflix που σαρώνει, είχε δράσει και στη Ρόδο!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 8911 ΦΟΡΕΣ
Ο ευφυής τυχοδιώκτης και δολοφόνος έβαζε στο στόχαστρο ανυποψίαστους τουρίστες τη δεκαετία του ‘70
«Το Ερπετό» (“The Serpent”) είναι μία από τις νέες σειρές του Netflix που τις τελευταίες ημέρες βρίσκεται στο νούμερο 1 του top 10 με τις δημοφιλέστερες σειρές της διάσημης πλατφόρμας στη χώρα μας. Η σειρά, βασισμένη στο βιβλίο των Αυστραλών δημοσιογράφων Ρίτσαρντ Νέβιλ και Τζούλι Κλαρκ βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και αφηγείται τη ζωή του ευφυή τυχοδιώκτη και κατά συρροή δολοφόνου Σαρλ Σομπράζ, επικεντρώνοντας στη δράση του στην Ταϊλάνδη. Τι σχέση όμως μπορεί να έχει η Ρόδος;
Το Netflix στην περίληψη που δίνει για το στόρι της σειράς, η οποία αυτό τον μήνα σαρώνει στην Ελλάδα, αναφέρει τα εξής: «Το ’70, ο αδίστακτος δολοφόνος Σαρλ Σομπράζ βάζει στο στόχαστρό του ταξιδιώτες εναλλακτικού τουρισμού στη Νότια Ασία. Βασισμένο σε σοκαριστικά αληθινά γεγονότα».
H σειρά «Το Ερπετό» είναι συμπαραγωγή του Netflix και του BBC, σε σκηνοθεσία Τομ Σάκλαντ και Χανς Χέρμποτς. Ασχολείται με την εγκληματική δράση του δολοφόνου μετά το 1975, οπότε δεν περιλαμβάνονται οι περιπέτειες του στην Αθήνα. Η ζωή του στον Κορυδαλλό, οι απόπειρες δραπέτευσης και η μυθιστορηματική απόδραση από το λιμάνι του Πειραιά περιγράφονται μόνο στο βιβλίο του Νέβιλ.
Την ιστορία, που προσθέτει νέα κατορθώματα στο μύθο του «Ερπετού» μπορεί βέβαια να την επαληθεύσει ο ίδιος ο Σομπράζ, που ζει στις φυλακές του Κατμαντού καταδικασμένος σε ισόβια κάθειρξη για δύο δολοφονίες. Όμως πλέον ισχυρίζεται ότι δεν μίλησε ποτέ στον Νέβιλ. Όπως άλλωστε λέει, όλες οι κατηγορίες εναντίον του είναι στημένες αφού δεν υπήρξαν και δεν υπάρχουν «ούτε αποδείξεις, ούτε μάρτυρες». Στον πρωταγωνιστικό ρόλο βρίσκουμε τον ταχύτατα ανερχόμενο γαλλο-αλγερινό ηθοποιό Ταχάρ Ραχίμ.
Όπως αναφέρει, όμως, σε ένα εκτενές άρθρο του για το βιβλίο και τη δράση του Σαρλ Σομπράζ, ο Δημήτρης Αναστασόπουλος στο www.insidestory.gr, λίγο πριν από τη φάση της ζωής του που εστιάζει η σειρά του Netflix, ο ευφυής αυτός ψυχοπαθής, είχε περάσει από την Αθήνα των ημερών του Πολυτεχνείου, είχε συλληφθεί για κλοπές και είχε φυλακιστεί στον Κορυδαλλό και την Αίγινα, από όπου δραπέτευσε με μυθιστορηματικό τρόπο.
Και κατά την παραμονή και τη δράση του στη χώρα μας, το διαβόητο «ερπετό», πέρασε και από τη Ρόδο όπου και έκανε…αισθητή την παρουσία του καθώς συνελήφθη για κλοπές, μεταφέρθηκε στα κρατητήρια του Αστυνομικού Τμήματος και από εκεί…απέδρασε και πάλι με κινηματογραφικό τρόπο! Αρχές της δεκαετίας του ’70 και το τουριστικό θαύμα της Ρόδου είναι στα σπάργανα. Τότε είναι που αρχίζει να δημιουργεί τον μύθο του το νησί και αποτελεί κοσμοπολίτικο θέρετρο που προσελκύει επισκέπτες υψηλού στάτους και εισοδημάτων από όλο τον κόσμο. Προφανώς, γι’ αυτό τράβηξε την προσοχή και του «ερπετού» που, απ’ ό,τι φαίνεται, είχε δράση και εδώ.
Αναφέρει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο του το insidestory.gr για τη ζωή και τη δράση του Σομπράζ η οποία πράγματι είναι σαν βγαλμένη από μυθιστόρημα:
Η ζωή και τα εγκλήματα του Σαρλ Σομπράζ
Στο βιβλίο τους, το οποίο εκδόθηκε το 1979, οι Ρίτσαρντ Νέβιλ και Τζούλι Κλαρκ διηγούνται με αρκετή γλαφυρότητα το πέρασμα από την Αθήνα του πολυτάλαντου Γάλλου τυχοδιώκτη. Βασίστηκαν στις συνεντεύξεις που ο Σομπράζ παραχώρησε στον Νέβιλ για τέσσερις μήνες το 1977, ενώ βρισκόταν έγκλειστος στις φυλακές του Τιχάρ στο Νέο Δελχί, υπόδικος για απόπειρα ληστείας σε βάρος Γάλλων τουριστών, αλλά και στη βοήθεια των αστυνομικών αρχών πολλών χωρών.
Γιος της εκτός γάμου σχέσης ενός Ινδού επιχειρηματία που διατηρούσε ραφεία στην Γαλλική Ινδοκίνα και μιας όμορφης Βιετναμέζας υπαλλήλου του, ο μετέπειτα κατά συρροή δολοφόνος των χίπις γεννήθηκε το 1944 στη Σαϊγκόν του Βιετναμέζικου Πολέμου Ανεξαρτησίας από τη Γαλλία. Όταν η μητέρα του παντρεύτηκε έναν Γάλλο στρατιώτη, η νέα οικογένεια μετακόμισε στο Παρίσι. Ο θετός του πατέρας, που υπέφερε από Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες, έδινε λίγη σημασία στον υιοθετημένο του γιο, και πολύ μεγαλύτερη στα νέα παιδιά που απέκτησε. Ο μικρός Σαρλ νοσταλγούσε την Ασία του και δύο φορές μπήκε κρυφά σε πλοία, τη μία φορά φτάνοντας έως το Τζιμπουτί.
Είχε ροπή στις κλοπές και πέρασε την εφηβεία μπαινοβγαίνοντας σε ιδρύματα και φυλακές. Kανείς δεν μπορεί να εξηγήσει με σιγουριά πως εξελίχθηκε από μικροκλέφτης και ντίλερ ναρκωτικών σε κατά συρροή δολοφόνο τουλάχιστον δώδεκα ανθρώπων, κυρίως χίπις που διέσχιζαν τα χρόνια του ’70 την Ασία. Αν και κάποιοι επιμένουν ότι δεν είναι παράλογο ένας μιγάς γεννημένος στην κατεστραμμένη από τον πόλεμο Σαϊγκόν να μισεί τους καλοζωισμένους Δυτικούς – και ειδικά τους γόνους των μεσοαστών που παρίσταναν τους επαναστάτες.
Αθήνα, 29 Νοεμβρίου 1973
Τον Νοέμβριο του 1973, ο Σομπράζ έχει περιφερθεί για κάποια χρόνια στις μητροπόλεις της Ευρώπης και της Ασίας ως κοσμοπολίτης κλέφτης και πλέον βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον 21χρονο ετεροθαλή αδελφό του, Αντρέ Γκι Νταρό. Στο Χίλτον γνωρίζουν ένα πλούσιο ζευγάρι τουριστών. Τους ναρκώνουν και τους κλέβουν 30.000 δολάρια και πλέον πρέπει να εξαφανιστούν.
Ο Σαρλ προσγειώνεται στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου του 1973. Γνωρίζει την πόλη από προηγούμενα ταξίδια του και επιλέγει να μείνει στο Χίλτον, ενώ έχει στείλει τον Γκι στο ξενοδοχείο Alfa. Η επιλογή διαφορετικών ξενοδοχείων είναι απαραίτητη. Ο μεγάλος αδερφός θέλει να μυήσει τον μικρότερο στο έγκλημα. «Το όπλο μας είναι η ψυχολογία», έλεγε στον αδερφό του, και ο στόχος του παρέμεναν οι χίπις ενώ για τους επιχειρηματίες είχε διαφορετική στρατηγική.
Από το Πολυτεχνείο στον Κορυδαλλό
Στην Αθήνα επικρατεί χάος. Λίγες μέρες πριν έχει ξεσπάει η εξέγερση του Πολυτεχνείου και η χουντική κυβέρνηση του Παπαδόπουλου βρίσκεται σε δεινή θέση. Τη νύχτα έχει επιβληθεί απαγόρευση κυκλοφορίας.
Ο Γκι απεχθάνεται αυτή την κρύα, ζοφερή κι αστυνομοκρατούμενη πόλη και βιάζεται να δείξει στον αδελφό του ότι είναι εξαιρετικός μαθητής. Πρώτα αγοράζει δύο ακριβά κουστούμια για να δείχνει ευκατάστατος ταξιδιώτης. Ύστερα επιλέγει ως στόχο του έναν Λιβανέζο επιχειρηματία τον οποίο ναρκώνει και του παίρνει το παχύ πορτοφόλι. Επιστρέφει στο ξενοδοχείο, τηλεφωνεί στον αδελφό του και συναντιούνται στο δωμάτιο του για να του διηγηθεί την επιτυχία του.
Ο Σαρλ είναι περήφανος. Ο μικρός Γκι αποδείχθηκε καλός «σύντροφος στην παρανομία». Αλλά του έχει μία ακόμα αποστολή, εξαιρετικά αλλόκοτη. Ο Γκι πρέπει να ταξιδέψει στη Βηρυτό και κλείνει την ίδια μέρα εισιτήριο. Όμως στο αεροδρόμιο του Ελληνικού κι ενώ οι επιβάτες ανεβαίνουν στο λεωφορείο που θα τους μεταφέρει στο αεροπλάνο, ο Λιβανέζος θύμα του Γκι βρίσκεται στην ίδια πτήση και αναγνωρίζει τον κλέφτη.
Ξεκινάει καυγά και ο οδηγός του λεωφορείου καλεί την αστυνομία. Ο εφιάλτης για τον Γκι ξεκινάει. Μια σακούλα διαβατήρια και τα χρήματα, όπως και ένα γουόκι τόκι που του έδωσε ο Σαρλ, πολύ καλύτερο τεχνολογικά από εκείνα που είχε τότε ελληνικός στρατός, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για δικαιολογίες. Αλλά ο Γάλλος είναι μόνο 21 ετών, οπότε οι αστυνομικοί πρέπει να βρουν τον μέντορα του.
Τον οδηγούν σε ένα αστυνομικό τμήμα, τον ρίχνουν στο υπόγειο και αρχίζουν τα κλασικά για την εποχή βασανιστήρια. Κάποια στιγμή ο Γκι ομολογεί ότι όλα τα ευρήματα είναι του αδερφού του, που διαμένει στο Χίλτον. Οι αστυνομικοί συλλαμβάνουν τον Σαρλ και τον κλείνουν στο ίδιο κελί με τον αδερφό του. Το «Ερπετό» αισθάνεται εγκλωβισμένος. Δεν τον απασχολεί τόσο ο Γκι που λουφάζει στη γωνία αιμόφυρτος με πρησμένα πόδια, αλλά μία παλιά ιστορία.
Ως Σαρλ Σομπράζ είχε συλληφθεί τον Ιούνιο του 1971 στη Ρόδο για κλοπές σε βάρος τουριστών. Τότε δραπέτευσε πηδώντας από το παράθυρο του αστυνομικού τμήματος αλλά καταδικάστηκε ερήμην σε φυλάκιση 13 μηνών. Είναι σίγουρος ότι η αστυνομία θα ανακαλύψει την παλιά καταδίκη και με τη νέα υπόθεση η πολύχρονη φυλάκιση είναι βέβαιη. Η ποινή θα ήταν πολύ μικρότερη αν είχε λευκό ποινικό μητρώο. Πείθει τον αδερφό του να ανταλλάξουν ταυτότητα.
Ο Γκι θα γίνει ο Σαρλ και ο Σαρλ ο μικρός αδερφός. Το κόλπο πετυχαίνει καθώς η ελληνική αστυνομία ασχολείται με τους αντιφρονούντες, η κατάσταση στη χώρα είναι έκρυθμη, οι εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό είναι ραγδαίες και κανείς δεν μπορεί να ασχοληθεί ενδελεχώς με δύο ξένους απατεώνες. «Θα ξεμπλέξω εύκολα» υπόσχεται ο Σαρλ στον Γκι. «Μετά θα γυρίσω να σε πάρω».
Τα δύο αδέρφια προφυλακίζονται στο Κορυδαλλό. Εκεί ο Σαρλ επιδεικνύει την ικανότητα του να κινείται σαν φίδι. Όλοι οι ξένοι κρατούμενοι μοιάζουν με χίπις, καπνίζουν τσιγαριλίκια και αράζουν στο προαύλιο γρατζουνώντας κιθάρες. Ο Σαρλ είναι διαφορετικός. Κάθε μέρα κάνει εκατό κάμψεις και συνεχίζει με ασκήσεις καράτε και κουνγκ φου. Είναι πάντα κοντοκουρεμένος και ξυρισμένος και φοράει ένα ακριβό μπλε κουστούμι και διαβάζει φανατικά Γιούνγκ και Νίτσε.
Η πρώτη απόπειρα
Όμως το σχέδιό του είναι να δραπετεύσει. Δεν ξέρει πότε ακριβώς η αστυνομία θα ανακαλύψει την αληθινή του ταυτότητα. Οι δύο απόπειρές του να αποδράσει κατά τη μεταφορά του από και προς τα δικαστήρια είναι καταδικασμένες σε αποτυχία: Οι φύλακες είναι πολλοί και αυτός πάντα δεμένος με αλυσίδες.
Μία καλή ευκαιρία του δίνεται τον Φεβρουάριο του 1974. Στο διπλανό κελί καταφθάνουν δύο Αμερικανοί που έχουν συλληφθεί για κατοχή μαριχουάνας. Ο ένας είναι ο Τζέρι από τη Νέα Υόρκη, πρώην προγραμματιστής για την ΙΒΜ, σοβαρός, θαρραλέος και πρόθυμος να πάρει το ρίσκο μιας απόδρασης. Μαζί με τον Σαρλ καταστρώνουν ένα σχέδιο. Στο επισκεπτήριο η κοπέλα του Τζέρι καταφέρνει να του περάσει μία λίμα, σχοινί και μεγάλες σιδερένιες σφήνες. Ο Σαρλ ξεκινάει να σκάβει ένα τούνελ από το κελί του με σκοπό να βγουν νύχτα στο προαύλιο και από εκεί να αναρριχηθούν στον εξωτερικό τοίχο.
Το τούνελ προχωράει, όμως το πρόβλημα είναι πως να ξεφορτωθούν το χώμα. Ένα μέρος του το σκορπίζουν στο προαύλιο με σακούλες που κρύβουν κάτω από τα παντελόνια τους. Το χώμα όμως είναι πολύ και αρχίζουν να το πετάνε στις λεκάνες των κελιών. Ενώ το τούνελ είναι κοντά στην ολοκλήρωσή του, η αποχέτευση ξεχειλίζει, οι δεσμοφύλακες ανακαλύπτουν το τούνελ και ξεκινάνε ανακρίσεις. Ο Τζέρι παίρνει την ευθύνη, τον ξυλοκοπούν και τον πηγαίνουν σε άλλη φυλακή.
Ο Τζέρι επιστρέφει οκτώ μήνες μετά, τον Σεπτέμβριο, και διαπιστώνει ότι η θυσία του δεν πήγε χαμένη. Ο Σαρλ, συνεπικουρούμενος από μία ομάδα αλλοδαπών κρατουμένων διαφόρων εθνικοτήτων, έχει φτιάξει ένα τούνελ που εκτείνεται από το κελί του έως τα ντουζ των γυναικείων φυλακών. Από εκεί είναι πανεύκολο να κόψουν τα κάγκελα ενός παράθυρου και να βρεθούν στον δρόμο... Λίγο μετά την Πρωτοχρονιά του 1975 όλοι είναι έτοιμοι αλλά και αυτή η απόπειρα αποτυγχάνει.
Ο μοναδικός συλληφθείς υποβάλλεται σε βασανιστήρια και υποδεικνύει ως οργανωτή της απόδρασης τον Τζέρι – ο Σαρλ παραμένει στο απυρόβλητο.
Οι δεσμοφύλακες ξυλοκοπούν καθημερινά τον Τζέρι για να προδώσει τους συνεργούς του. Ο Αμερικανός είναι σκληρό καρύδι και εμμένει στη σιωπή του. Όμως οι άνθρωποι στη φυλακή μιλάνε πολύ. Η διοίκηση ακούει από παντού φήμες που εμπλέκουν το όνομα του Σαρλ κι αποφασίζει τη μεταγωγή του στις υψηλής ασφαλείας φυλακές της Αίγινας από όπου δεν δραπέτευσε ποτέ κανείς. Τα δύο αδέρφια αποχαιρετιούνται.
Αίγινα, Απρίλιος 1975
Δεν χρειάστηκαν παρά ελάχιστες μέρες για να καταλάβει ο Σαρλ πως οι φυλακές της Αίγινας δεν προσφέρονταν για κλασικές αποδράσεις. Επιλέγει άλλη μέθοδο, την ίδια που είχε εφαρμόσει για να αποδράσει από τις φυλακές της Καμπούλ στο Αφγανιστάν. Οι καινούργιοι του φίλοι είναι ένας Κορσικανός, ο Κριστιάν, και ένας Αυστραλός ονόματι Πίτερ. Το σχέδιο τους είναι να βρεθούν σε νοσοκομείο του Πειραιά και να αποδράσουν από εκεί. Είναι πρόθυμη να τους βοηθήσει η κοπέλα του Κορσικανού, μια Αυστραλέζα νοσοκόμα. Ο Κριστιάν προσποιείται συμπτώματα σκωληκοειδίτιδας και μεταφέρεται στο νοσοκομείο, ο Πίτερ προσποιείται κολικό εντέρου και φτάνει κι αυτός στον θάλαμο.
Τώρα πια και οι τρεις βρίσκονται στο νοσοκομείο. Μόνο που ο Κριστιάν ήταν τόσο πειστικός που τον εγχείρισαν επειγόντως. Η κοπέλα του έχει φέρει τα απαραίτητα εφόδια κρυμμένα σε φαγητά: σε ένα μεγάλο κομμάτι βούτυρο βρίσκεται ένα μικρό πιστόλι, σε ένα καρβέλι ψωμί ένα σύρμα κοπής μετάλλων και ένα κουτί χυμού είναι στην πραγματικότητα γεμάτο βενζίνη. Οι επίδοξοι δραπέτες είναι έτοιμοι. μεταγωγή.
Το πρωί της 26ης Απριλίου η κλούβα είναι έτοιμη. Οι τρεις ξένοι κρατούμενοι αλυσοδένονται, οι υπόλοιποι τρεις, Έλληνες, κρίνονται ακίνδυνοι. Μπροστά κάθονται τρεις φύλακες. Πίσω μαζί με τους κρατούμενους, άλλοι πέντε. Ο Σαρλ τους μοιράζει σοκολάτες που έχει γεμίσει με τριμμένα υπνωτικά χάπια. Οι φύλακες όμως δεν τις τρώνε, τέτοιες σπάνιες λιχουδιές τις φυλάνε για τα παιδιά τους.
Η κλούβα φτάνει στο λιμάνι. Μπροστά στο αδιέξοδο, ο φρεσκοεγχειρισμένος Κριστιάν αποφασίζει να δώσει μία ευκαιρία στους άλλους. Τραβάει τα ράμματα από την τομή του κι αρχίζει να ουρλιάζει. Οι φύλακες αντικρίζουν το αίμα, σταματάνε την κλούβα και καλούν ασθενοφόρο. Ενώ ο Κριστιάν δίνει την παράσταση του, οι άλλοι δύο κόβουν τις αλυσίδες τους. Όταν το ασθενοφόρο παίρνει τον σύντροφό τους είναι σε ετοιμότητα.
Περιμένοντας το φέριμποτ στο λιμάνι, ο Σαρλ παίζει το δικό του τελευταίο χαρτί. Βγάζει ένα μπουκάλι σαμπουάν το οποίο έχει γεμίσει βενζίνη από τον χυμό, το ρίχνει σε μία εφημερίδα και με ένα σπίρτο της βάζει φωτιά. Η κλούβα γεμίζει καπνό και φλόγες. Οι Έλληνες κρατούμενοι τα χάνουν, φωνάζουν πανικόβλητοι, οι φύλακες ανοίγουν την πόρτα και οι δύο σύντροφοι τρέχουν προς την ελευθερία.
Ο Σαρλ κάτω από τη στολή του φυλακισμένου φοράει τζιν και μπλουζάκι. Κρύβεται στα στενά του Πειραιά. Περιμένει να πέσει η νύχτα, κλέβει το διαβατήριο ενός Γάλλου φοιτητή και μέσω Θεσσαλονίκης ταξιδεύει στην Άγκυρα. Η περιπέτειά του στην Ελλάδα έχει αίσιο τέλος. Όμως το τίμημα της απόδρασης του θα το πληρώσει ο μικρός του αδελφός.
Οι διωκτικές αρχές εξαγριωμένες παραδίδουν τον Γκι στην Τουρκία, όπου εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης του για κλοπές. Ο Γκι καταδικάζεται σε κάθειρξη 18 ετών. Ο Σαρλ με κλεμμένο διαβατήριο θα ταξιδέψει στην Ινδία, ένα μέρος που θεωρούσε πνευματική του πατρίδα και όπου οι πιθανότητες ήταν με το μέρος του.
Πηγή: inside story


Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News