Τριτικόν το δίκοκκον (Triticum dicoccum), κοινώς σίτος, σιτάρι, στάρι

Τριτικόν το δίκοκκον (Triticum dicoccum), κοινώς σίτος, σιτάρι, στάρι

Τριτικόν το δίκοκκον (Triticum dicoccum), κοινώς σίτος, σιτάρι, στάρι

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 981 ΦΟΡΕΣ

Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Ελλάδας

Γράφει ο
Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων

Πρόκειται για γένος μονοκοτυλήδονων φυτών, το οποίο ανήκει στην οικογένεια Αγρωστίδες (Grammineae), στην οποίαν ανήκουν επίσης και πολλά άλλα δημητριακά, όπως: το κριθάρι, η βρόμη, η σίκαλη κλπ. Είναι χειμερινό σιτηρό μεγάλης καλλιέργειας. Το γένος Τριτικόν (Triticum) περιλαμβάνει περίπου δεκαπέντε (15) είδη, από τα οποία σημαντικότερα είναι τα επόμενα:


1) Τριτικόν το σκληρόν (Triticum durum), κοινώς σιτάρι, στάρι σκληρό, με καρπό σκληρό, υαλώδη.
2) Τριτικόν το θερινόν (Triticum aestivum) ή Τριτικόν το κοινόν (Triticum vulgare), κοινώς σιτάρι, στάρι μαλακό, με καρπό αλευρώδη.
3) Τριτικόν το βοιώτιον (Triticum boeotium), το οποίο απαντά στην Ελλάδα υπό άγρια μoρφή.
4) Τριτικόν το μονόκοκκον (Triticum monococcum).


5) Τριτικόν το δίκοκκον (Triticum dicoccum).
6) Τριτικόν το οιδάλειον (Triticum turgidum).
7) Τριτικόν το πολωνικόν (Triticum polonicum).


Το σιτάρι είναι από τα πρώτα φυτά, τα οποία εκαλλιέργησε ο άνθρωπος. Σε αρχαιολογικές ανασκαφές στις χώρες της Μέσης Ανατολής (Αφγανιστάν, Ιράκ, Παλαιστίνη, Αίγυπτο κ.λπ..) ανεκαλύφθησαν απανθρακωμένοι σπόροι σιταριού ηλικίας περίπου 8.000- 9.000 ετών.


΄Εχει διαπιστωθεί, ότι στην Κίνα το σιτάρι εκαλλιεργείτο τουλάχιστον από τις αρχές της τρίτης π. Χ. χιλιετηρίδας (2.700 π. Χ.). Επίσης, οι κάτοικοι των λιμναίων οικισμών της Ελβετίας κατά τη Νεολιθική Εποχή εκαλλιεργούσαν ένα μικρόκοκκο είδος σιταριού.


Σύμφωνα με την αρχαία Ελληνική Μυθολογία, η καταγωγή του σιταριού απεδίδετο στη θεά Δήμητρα, την προστάτιδα της γεωργίας, ένεκα τούτου και ονομάζονται «Δημητριακά», τόσο το σιτάρι, όσο και το κριθάρι, η βρόμη κ.λπ. Η Δήμητρα έδωσε το σιτάρι στον Τριπτόλεμο και εκείνος στη συνέχεια το εμοίρασε στους ανθρώπους. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Διόδωρος ο Σικελιώτης (*περίπου 70 π. Χ. – περίπου 20 μ. Χ.), οι αρχαίοι Αιγύπτιοι επίστευαν, ότι η θεά ΄Ισις, σύζυγος του θεού Οσίριδος, ανεκάλυψε το σιτάρι στις όχθες του ποταμού Νείλου, από όπου το έλαβε και ακολούθως το έδωσε στους ανθρώπους, οι οποίοι το εκαλλιέργησαν.


Είναι αξιοσημείωτο, ότι τόσο οι αρχαίοι ΄Ελληνες, όσο και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι - δημιουργοί και φορείς δύο από τους αρχαιότερους και υψηλότερους πολιτισμούς - απέδιδαν την ανακάλυψη και την καλλιέργεια του σιταριού και των άλλων δημητριακών, στους θεούς. Προφανώς, αυτό φανερώνει μεταξύ άλλων, το πόσο σπουδαία εθεωρούσαν την ανακάλυψη και την καλλιέργεια του φυτού αυτού.


Η ύπαρξη και η καλλιέργεια τριών φυτών, ήτοι: της ελιάς, της αμπέλου και του σίτου απετέλεσε θεμελιώδη προϋπόθεση για την ύπαρξη της ζωής και την ανάπτυξη των αρχαίων υψηλών πολιτισμών, στις παρά τη Μεσόγειο Θάλασσα χώρες. Χωρίς τα φυτά αυτά και τα προϊόντα των, όχι μόνο δεν θα ανεπτύσσοντο οι πολιτισμοί αυτοί, αλλά πιθανώς να ήταν δύσκολη ή και αδύνατη η ύπαρξη της ζωής του ανθρώπου σε αυτές τις περιοχές.


Το σιτάρι καταλαμβάνει σήμερα τη μεγαλύτερη σε έκταση καλλιέργεια από οποιοδήποτε άλλο φυτό, σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό απετέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί τη βάση της διατροφής των ανθρώπων σε ολόκληρη τη γη, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.


Το σιτάρι είναι φυτό ποώδες, μονοετές, με βλαστό όρθιο και ριζικό σύστημα θυσσανώδες και νηματώδες. Ο βλαστός είναι κάλαμος, δηλ. κοίλος και κυλινδρικός. Αποτελείται από γόνατα (κόμβους) και μεσογονάτια διαστήματα, το μήκος των οποίων αυξάνει βαθμιαίως από τη ρίζα προς την κορυφή. Το ύψος των βλαστών κυμαίνεται από 0,50 – 1,50 μ., ανάλογα με την ποικιλία και τις συνθήκες καλλιέργειας και περιβάλλοντος. Από τα γόνατα (κόμβους) φύονται τα φύλλα. Από καταβολές οφθαλμών στους κόμβους του στελέχους, που ευρίσκονται πλησίον ή κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, βγαίνουν δευτερεύοντα στελέχη, τα οποία ονομάζονται «αδελφοί». Όσο περισσότερους αδελφούς έχει το σιτάρι, τόσο αυξάνεται και η παραγωγικότητά του.


Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (*Gaius Plinius Secundus 23 μ. Χ. - + 79 μ. Χ.) στο έργο του «Φυσική Ιστορία» αναφέρει, ότι ο Ρωμαίος Διοικητής της Αλγερίας επαρουσίασε στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Οκταβιανό Αύγουστο (* 63 π. Χ. - + 14 μ. Χ., διετέλεσε Αυτοκράτορας κατά την περίοδο 27 π. Χ. -14 μ. Χ.) ένα φυτό σιταριού με τετρακοσίους (400) αδελφούς, ενώ αργότερα επαρουσίασε στον Αυτοκράτορα Νέρωνα (* 37 – + 68 μ.Χ., Αυτοκράτορας 54-68 μ. Χ.) ένα άλλο φυτό σιταριού με τριακοσίους εξήκοντα (360) αδελφούς.


Τα φύλλα του σιταριού είναι γραμμοειδή, δηλ. στενά και επιμήκη, παραλληλόνευρα, χρώματος βαθυπράσινου. Είναι άμισχα και έχουν ανεπτυγμένο κολεό. Η ταξιανθία του σιταριού είναι στάχυς σύνθετος, ο οποίος αποτελείται από πολυάριθμα σταχύδια, τοποθετημένα εναλλάξ επάνω σε αρθρωτό άξονα, και τα οποία μπορεί να έχουν ή όχι άγανα. Το άνθος του σιταριού είναι ατελές και αποτελείται από τις λεπίδες, οι οποίες περικλείουν τα όργανα της αναπαραγωγής, ήτοι : τρεις στήμονες και έναν ύπερο, με μονόχωρη ωοθήκη, στύλο βραχύ και στίγμα διχαλωτό, θυσσανωτό.


Ο καρπός είναι «καρύοψις», με μικρές τρίχες στην κορυφή, ωοειδής, με επιμήκη αυλάκωση στην πλευρά. Ο «κόκκος» του σιταριού αποτελείται από το σπέρμα, το οποίο περιβάλλεται από το συνήθως ξανθό ή καστανό και λεπτό περικάρπιο (φλοιό).

Χημική σύσταση του κόκκου του σιταριού
Η χημική σύσταση του κόκκου του σιταριού ποικίλλει, ανάλογα με το είδος και το κλίμα της περιοχής, όπου καλλιεργείται το σιτάρι. Συνήθως αυτή έχει ως εξής: Υδατάνθρακες 70 %, νερό 12 %, πρωτεΐνες 12 %, λιπαρές ουσίες 2 %, ανόργανα συστατικά 1,8 % και κυτταρίνη 2,2 %. Περιέχει ακόμη βιταμίνες Β (θειαμίνη, ριβοφλαβίνη) και βιταμίνη Α σε μικρές ποσότητες. Σε εκατό (100) γραμμάρια σιταριού περιέχονται περίπου 330 θερμίδες.

Αρχαία Γραμματεία
Α) Παλαιά Διαθήκη
1)« Και δώη σοι ο Θεός από της δρόσου του ουρανού και από της πιότητος της γης και πλήθος σίτου και οίνου». (Γέν. 27, 28).
2) «Εστί σίτος εν Αιγύπτω». (Γέν. 42, 2).
3) «Ευλογήσει (ο Θεός) τον σίτον σου». (Δευτ. 7, 13).
4) «Ήξουσιν επί γην σίτου και οίνου». (Ιερεμ. 38 (31), 12).

Β) Καινή Διαθήκη
1)«συνάξει τον σίτον αυτού». (Ματθ. 3, 12).
2)« τον δε σίτον συναγάγετε εις την αποθήκην». (Ματθ. 29, 30).
3) «συνάξω εκεί πάντα τον σίτον». (Λουκ. 12, 18).
4) « εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνον μένει, …». (Ιω. 12, 14).


Γ)΄Ομηρος (περίπου 8ος αι. π. Χ.)
Ο ΄Ομηρος κάνει λόγο για το σιτάρι και χρησιμοποιεί μεταξύ άλλων και τα επίθετα : «γλυκερός» (= γλυκύς), «μελίφρων» (= ευχάριστος), «επητεανός» (= λεπτός και ευγενής ) κ.λπ.


Δ) Θεόφραστος ο Ερέσιος (* 371 - + 287 π. Χ.)
1) «΄Εστι δε και των μεν σαρκώδης ο φλοιός, οίον…, των δε ινώδης και άσαρκος ομοίως δένδρων και θάμνων και επετείων, οίον αμπέλου, καλάμου, πυρού». (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 5, 2).


2) «Φέρει δε και σπέρματα ίδια, τα μεν τοις χεδροποίς όμοια, τα δε τοις πυροίς και ταις κριθαίς…κριθαί δε και πυροί και άλλο τι γένος αγρίων κριθών, εξ ων άρτοι ηδείς και χόνδρος καλός (γίνονται)». (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 4, 4, 9).
3) «Των μεν άλλων σπερμάτων ουδέν εις άλλο πέφυκε μεταβαλείν φθειρόμενον, πυρόν δε και κριθήν εις αίράν φασι και μάλλον τον πυρόν». (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 8, 7, 1).
Ε) Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος ή Αναζαρβεύς (περίπου 10 μ. Χ. – 90 μ.Χ.)


1) «Πυροί δε προς υγιείας χρήσιν άριστοι οι πρόσφατοι και τελείως ηδρηκότες τη τε χρόα μηλίζοντες. Είτα μετά τούτους οι τριμηνιαίοι, λεγόμενοι δε υπό τινων σητάνιοι. Ωομί δε βρωθέντες έλμινθας στρογγύλας γεννώσι, μασηθέντες δε και καταπλασθέντες ωφελούσι κυνοδήκτοις.

Ο δε εκ της σεμιδάλεως αυτών άρτος γινόμενος ευτροφώτερός εστι του συγκομιστού, ο δ΄ εκ των σητανίων αλεύρων κουφότερος και ευανάδοτος. Το δε εξ αυτών άλευρον συν υοσκυάμου χυλώ καταπλάσσεται προς νεύρων ρευματισμούς και προς εμπνευματώσεις εντέρων, συν οξυμέλιτι δε φακούς αίρει.
Το δε πίτυρον συν όξει δριμεί εψηθέν λέπρας αφίστησι καταπλασσόμενον, θερμόν και πάσης φλεγμονής εν αρχή κατάπλασμα σύμφορον, με τα δε πηγάνου αποζέματος εψηθέν μαστούς χονδριώντες παύει και εχεοδήκτοις αρμόζει και στροφουμένοις. Η δε εκ των αλεύρων ζύμη, θερμαντική ούσα και επισπαστική, ιδίως τα εν πέλμασι λεπτύνει και τα άλλα φύματα και δοθιήνας συν αλσίν εκπέσσει και αναστομεί.


Το δ΄ εκ των σιτανίων πυρών άλευρον ιοβόλοις αρμόζει καταπλασσόμενον συν όξει ή οίνω, εψηθέν δε κόλλης τρόπον και εκλειχόμενον αιμοπτυτικοίς ωφελεί και προς βήχας και αρτηρίας τροχυσμούς συν ηδυόσμω και βουτύρω εψηθέν ποιεί. Και η εξ αυτών δε των πυρών γύρις εψηθείσα συν μελικράτω ή υδρελαίω πάσαν διαφορεί φλεγμονήν.


Και ο άρτος συν μελικράτω εφθός τε και ωμός καταπλασσόμενος πάσαν φλεγμονήν παραμυθείται, μαλακτικώτατος υπάρχων και παρυποψύχων, μιγείς πόαις ή χυλοίς τισιν. Ο δε παλαιός και ξηρός καθ΄ εαυτόν και μιγείς τισιν ίστησι κοιλίαν ρέουσαν, άλμη δε βραχείς ο πρόσφατος και καταπλασθείς παλαιούς λειχήνας ιάται. Κόλλα δε η γινομένη εκ της σεμιδάλεως και γύρεως προς την των βιβλίων κόλλησιν αρμόζει επί αιμοπτυτικών, υγροτέρα και χλιαρά καταρροφουμένη κοχλιαρίου πλήθος».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής ΙΙ, 85).


2)«΄Αμυλον ωνόμασται διά το χωρίς μύλου κατασκευάζεσθαι. ΄Αριστον δέ εστι το σκευαζόμενον εκ πυρού σιτανίου, Κρητικόν δε ή Αιγύπτιον… Ποιεί δε προς οφθαλμών ρεύματα και κοιλότητας και φλύκτεις. Στέλλει δε και αίματος αναγωγάς πινόμενον και τας περί αρτηρίαν τραχύτητας πραύνει. Μείγνυται δε και γάλακτι και προσοψήμασι. Σκευάζεται δε και εκ ζεάς βραχείσης και πλυθείσης διά των χειρών και ξηρανθείσης εν οξυτάτω ηλίω, ως προείρηται. Το δε τοιούτον άθετον προς την εν ιατρική χρήσιν, προς δε τα λοιπά εύθετον». (Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής ΙΙ, 101).

Λαϊκή Ιατρική
1) « Εάν δε και τρέχει αίμα
Κηραντικόν αίματι γάλα βόϊον μετά καθαρού αλεύρου εψήσας, φάγε και πήγε αιμάτον ξυράνης». (Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα, Ρέθυμνο 2001, σ. 100).


2) «Περί πρίσματος κορμίου
Φλόμον κόψε και μάζοξε το λάδι του, έως μίαν κουταλιάν και βάλε αλεύρι και ζύμοσέ το με γάλα, κάμε ωσάν πύρολες και δίδον τους του ασθενεί, ταις καταπήνη αμάσητες και ας φάγι 6 ή 7 και ευγάζουν την ύλην και τα κακά εκείνα του πρίσματος». (Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ. α., σ. 139-140).


3) Παλαιότερα στα χωριά της Κρήτης, συνηθίζετο σε περιπτώσεις κρυολογήματος, να ζεσταίνονται πίτυρα σιταριού και να προσδένονται με μία υφασμάτινη ζώνη γύρω από τον λαιμό του ασθενούς και αυτό επίστευαν ότι ωφελούσε (διαθερμία).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Εγκυκλοπαιδεία ΝΕΑ ΔΟΜΗ, τ. 25 (Αθήνα αν. χρ. εκδ.), σ. 390-392.
Δ. Σ. Καββάδας, Εικονογραφημένον Βοτανικόν-Φυτολογικόν Λεξικόν (Αθήνα αν. χρ. εκδ.), Εκδόσεις ΠΗΓΑΣΟΣ.
Μυρσ. Λαμπράκη, Τα Χόρτα (Αθήνα 2000).
Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα (Ρέθυμνο 2001).
Ευ. Κ. Φραγκάκι, Η Δημώδης Ιατρική της Κρήτης (Αθήναι 1978).


Γ. Χριστόπουλος (Επιμέλεια), Φυτολογία, Εκδοτική Αθηνών (Αθήνα 1990), σ. 279-281.
Η. Baumannn, Die Griechische Pflanzenwelt (Muenchen 1999).
Koenemann, Botanica. Das Abc der Pflanzen. 10.000 Arten in Text und Bild (Koeln 1997).


R. Scheppelmann, Flora Graeca. Sibthorpiana, Volksausgabe, Edition Kentavros, (Hamburg 2017).
Fr. W. Sieber, Ταξίδι στη νήσο Κρήτη του Ελληνικού Αρχιπελάγους κατά το έτος 1817, Λειψία 1823. Μετάφραση από τα Γερμανικά στα Ελληνικά υπό Δρ. Ιω. Ηλ. Βολανάκη, Αρχαιολόγου, (Αθήναι 2022).-
J. Pitton de Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700-1702, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (Ηράκλειο 2003).

Διαβάστε ακόμη

Ηλίας Καραβόλιας: Η απόλυτη προσομοίωση

Αργύρης Αργυριάδης: «Δώσε και σε εμένα μπάρμπα»

Κοσμάς Σφυρίου: Ο «κατήφορος» της Δημοκρατίας μας χειροτερεύει!

Γιάννης Παρασκευάς: Βιβλιοθήκη Ρόδιων συγγραφέων και λογοτεχνών

Δημήτρης Προκοπίου: Διαχειριστής νέων τουριστικών προορισμών

Πρωτοπρεσβύτερος Π. Κυριάκος Αναστ. Μανέττας: 38 χρόνια από την κοίμηση του Αξέχαστου Μητροπολίτη Ρόδου, κυρού Σπυρίδωνα Συνοδινού

Ηλίας Καραβόλιας: Το βάθος του αρχείου σε μια χώρα «κέλυφος»

Τρύφωνας Δάρας: Η δημοσιότητα των πλειστηριασμών ως εγγύηση δικαιοσύνης