Οι Ιταλοί εξοπλίζουν την Κάρπαθο στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 790 ΦΟΡΕΣ
Στρατηγικό Τόξο
Το γεωγραφικό τόξο που αρχίζει από το ακρωτήριο Μαλέας της Πελοποννήσου, περνά από τα Κύθηρα και Αντικύθηρα, διασχίζει την Κρήτη και δια μέσου της Κάσου, Καρπάθου και Ρόδου καταλήγει στα μικρασιατικά παράλια, υπήρξε μια από τις πιο στρατηγικές περιοχές του Βου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο κάτοχος του τόξου εξουσίαζε τις θαλάσσιες προσβάσεις προς το Αιγαίο, τα Δαρδανέλια, τη Μαύρη Θάλασσα, τα νότια παράλια της Ρωσίας και τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας. Επίσης έλεγχε τις συγκοινωνιακές γραμμές προς την Ανατολική Μεσόγειο και τη διώρυγα του Σουέζ.
Η Ιταλία που εξουσίαζε το ανατολικό τμήμα του στρατηγικού τόξου εκτίμησε και έδωσε ιδιαίτερη σημασία στη στρατηγική αξία της Καρπάθου, που απείχε 250 μίλια από τη Βόρειο Αφρική, και απ’ όλα τα Δωδεκάνησα ήταν το πιο κοντινό νησί στη διώρυγα του Σουέζ. Με τη δημιουργία στρατιωτικού αεροδρομίου στην Κάρπαθο, οι Ιταλοί μπορούσαν να ελέγχουν το «Στενό της Κάσου», τον μεταξύ Κρήτης και Κάσου δίαυλο, που είναι και το μεγαλύτερο πέρασμα του στρατηγικού τόξου. Τα στρατιωτικά σχέδια των Ιταλών περιλάμβαναν την κατασκευή αεροδρομίου στον Αφιάρτη, την προστασία των λιμενικών εγκαταστάσεων στα Πηγάδια και τη δημιουργία ναυτικής βάσης στον Τρίστομο.
Προτού αρχίσει ο εξοπλισμός της Καρπάθου οι Ιταλοί έφτιαξαν ορισμένα έργα υποδομής αναγκαία για τη στρατιωτική αξιοποίηση του νησιού. Σύνδεσαν όλα τα χωριά της νότιας Καρπάθου με αυτοκινητόδρομο, τον οποίο επέκτειναν μέχρι τον Αφιάρτη όταν έφτιαχναν το αεροδρόμιο. Αναβάθμισαν τις λιμενικές εγκαταστάσεις στα Πηγάδια, για να πλευρίζουν μεγάλα καΐκια και πλοία που είχαν μέχρι 5 μέτρα βύθισμα. Οι Ιταλοί σύνδεσαν την Κάρπαθο με τη Ρόδο και με τ’ άλλα Δωδεκάνησα με υποθαλάσσιο καλώδιο, που άρχιζε στη μέση της παραλίας του Βρόντη. Πάνω στην άμμο κοντά στο δρόμο έκτισαν Καλωδιακό Κέντρο. Σκέπασαν τη σκεπή και τους τοίχους του με άμμο και φύτεψαν θάμνους, με αποτέλεσμα να γίνεται αθέατο από τα αεροπλάνα. Το κτίσμα έγινε γνωστό ως «ο Τηλέγραφος», από το οποίο πήρε το όνομα της η γύρω περιοχή.
Στα Πηγάδια
Η οχύρωση του λιμανιού άρχιζε από την Ακρόπολη, πάνω στην οποία τοποθέτησαν οκτώ αντιαεροπορικά των 20 χιλιοστών και μέσα σε τσιμεντένια βάση εγκατέστησαν άλλα δύο των 37 χιλιοστών. Για την άμυνα του λιμανιού εγκατέστησαν ένα κανόνι των 75 χιλιοστών μέσα σε μια σπηλιά ακριβώς κάτω από την είσοδο του νεκροταφείου, και 100 μέτρα δυτικότερα προς τη μεριά του λιμανιού έφτιαξαν δύο οχυρωματικά έργα εφοδιασμένα με οπλοπολυβόλα, και πυροβόλα των 37 χιλιοστών. Και στην κορυφή του υψώματος της Αγίας Κυριακής άνοιξαν χαρακώματα και τοποθέτησαν ένα κανόνι των 75 χιλιοστών.
Η παραθαλάσσια άμυνα του λιμανιού συνεχιζόταν με οχύρωση στου Παντελή το Στέμμα όπου, μεταξύ του Διοικητηρίου και του Ταχυδρομείου, τοποθέτησαν ένα κανόνι των 75 χιλιοστών και από τη μεριά της θάλασσας, μέσα στους γκρεμνούς που υπήρχαν από τη Γλυφά μέχρι το Διοικητήριο, τοποθέτησαν συρματοπλέγματα με πλάτος γύρω στα δέκα μέτρα.
Η αντιαεροπορική άμυνα συνεχιζόταν με τις οχυρώσεις στη Φανερωμένη. Δέκα περίπου μέτρα από την ανατολική και βόρεια πλευρά της εκκλησίας έσπασαν την πέτρα και έφτιαξαν χαράκωμα σε σχήμα «Γ». Το σκέπασαν με σανίδια, έβαλαν από πάνω χώμα, όπου φύτεψαν θάμνους και χόρτα. Η βόρεια πλευρά του χαρακώματος κατέληγε σε ένα αντιαεροπορικό πυροβολείο των 37 χιλιοστών δίπλα σε μια χαρουπιά, που το καμουφλάριζε από τα αεροπλάνα, αλλά περιόριζε το πεδίο βολής του. Στα Βρουλίδια, στην θέση του σημερινού Δημαρχείου, έστησαν αντιαεροπορικό πυροβόλο των 20 χιλιοστών και στις ταράτσες του Διοικητηρίου τοποθέτησαν οπλοπολυβόλα.
Η οχύρωση της παραλίας άρχιζε από την Σκόπη και τελείωνε στο Βρόντη με κύριο έρεισμα το Λοθικό. Οι Ιταλοί οχύρωσαν την Σκόπη με χαρακώματα, οπλοπολυβόλα και όλμους των 45 χιλιοστών. Το Λοθικό, που βρίσκεται ένα περίπου χιλιόμετρο από την παραλία της Άφωτης, οχύρωσαν με χαρακώματα και υπόγειες στοές, οπλοπολυβόλα, όλμους των 45 και 60 χιλιοστών και δυο πυροβόλα των 37 χιλιοστών, και ένα γύρω το περιέβαλαν με συρματοπλέγματα δυο μέτρα ύψος και δέκα μέτρα πλάτος. Το οχυρωματικό συγκρότημα του Λοθικού ενισχυόταν με οπλοπολυβόλα στην παραλία της Άφωτης.
Η επόμενη οχύρωση βρισκόταν στον «Τηλέγραφο». Απέναντι από τον καλωδιακό σταθμό και μέσα στο πευκόδασο που υπήρχε, οι Ιταλοί άνοιξαν χαρακώματα και τοποθέτησαν ένα αντιαεροπορικό πυροβόλο των 75 χιλιοστών που χρησιμοποιούσαν ως επίγειο για την απόκρουση θαλάσσιας απόβασης. Η επόμενη οχύρωση βρισκόταν στο ύψωμα Κεφάλι που οχύρωσαν με χαρακώματα, οπλοπολυβόλα και συρματοπλέγματα, και έκτισαν καταλύματα για τη φρουρά. Πιο πέρα, στην πλαγιά του Βρόντη, λίγο δυτικότερα από το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, άνοιξαν χαρακώματα που οχύρωσαν με οπλοπολυβόλα.
Το Αεροδρόμιο
Το σπουδαιότερο στρατιωτικό έργο από στρατηγικής σημασίας ήταν το αεροδρόμιο στον Αφιάρτη. Σύμφωνα με τα στρατηγικά σχέδια του Άξονα, η Μεσόγειος θεωρούνταν ιταλική στρατηγική περιοχή και προέβλεπαν την κατάληψη της Κρήτης με τη βοήθεια των Γερμανών, που συνέστησαν στους Ιταλούς τη δημιουργία στρατιωτικού αεροδρομίου στην Κάρπαθο. Έτσι, το 1939 που άρχισε ο πόλεμος, οι Ιταλοί μαζί με τον αμαξωτό δρόμο προς τον Αφιάρτη άρχισαν την κατασκευή του αεροδρομίου, χρησιμοποιώντας εκατοντάδες ντόπιους εργάτες απ’ όλα τα χωριά της Καρπάθου με φτηνά μεροκάματα.
Τρία χρόνια (1939-42) πήρε να τελειώσει το αεροδρόμιο και όταν τελειοποιήθηκε ήταν ένας τεράστιος ισοπεδωμένος κάμπος χωρίς διαδρόμους. Αρκετά αεροπλάνα μπορούσαν να απογειωθούν συγχρόνως, που ξεκινούσαν αντίθετα στον άνεμο για να παίρνουν μεγαλύτερη ανυψωτική ώθηση. Το ίδιο και στην προσγείωση πετούσαν αντίθετα στον άνεμο, που τη στιγμή που άγγιζαν οι ρόδες τους το έδαφος, ενεργούσε σαν φρένο και σταματούσαν πιο γρήγορα. Τα αεροπλάνα ήταν ένα γύρω σταθμευμένα και όσο πιο μακριά από τη θάλασσα, για να μη βομβαρδίζονται από τα συμμαχικά πολεμικά πλοία.
Οι οχυρώσεις για την προστασία του αεροδρομίου και γενικά του Αφιάρτη άρχιζαν από το Αρδάνι μέχρι τον Κάστελλο, όπου οχύρωσαν με χαρακώματα και οπλοπολυβόλα τα ακρωτήρια και τις παραλίες Σκρόφα, Βουνό, Χριστού το Πηγάδι, Κάτω Αγρός και Πούντα. Από τον Κάστελλο η παραλιακή αμυντική γραμμή συνεχιζόταν δυτικά προς την Αρκάσα στο Μίντι, και στους Αγίους Θεοδώρους. Δεύτερη αμυντική γραμμή άρχιζε από του Σκαλή, περνούσε από τον Κήπο, συνέχιζε στον Αγριοπηλά και τελείωνε στην Σιτάρενα, που οχύρωσαν με κινητά πυροβόλα, οπλοπολυβόλα, όλμους, χαρακώματα, συρματοπλέγματα και αντιαρματικά όπλα που εγκατέστησαν στην περιοχή Κήπος.
Επί πλέον στον Κάστελλο, οι Ιταλοί εγκατέστησαν μια πυροβολαρχία τεσσάρων αντιαεροπορικών πυροβόλων των 75 χιλιοστών, και δυο-τρία χιλιόμετρα βόρεια και βορειοδυτικά του αεροδρομίου δυο αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες. Περιφερειακά του αεροδρομίου οι Ιταλοί εγκατέστησαν 10 αντιαεροπορικά πυροβόλα των 20 χιλιοστών. Στον Κάστελλο έφτιαξαν γαλαρίες για τα πολεμοφόδια και καταλύματα για τους στρατιώτες.
Στον Προφήτη Ηλία των Μενετών που δεσπόζει του νοτιότερου μέρους της Καρπάθου, οι Ιταλοί εγκατέστησαν πυροβολαρχία τεσσάρων κανονιών των 75 χιλιοστών και δύο οπλοπολυβόλα. Για να μεταφέρουν τα κανόνια και τα άλλα εφόδια, έφτιαξαν πρόχειρο αυτοκινητόδρομο, άνοιξαν χαρακώματα και γαλαρίες για να αποθηκεύσουν τα πολεμοφόδια. Επίσης εγκατέστησαν παρατηρητήριο με ασύρματο και είχαν τηλεφωνική σύνδεση με τα Πηγάδια και με το υποβρύχιο τηλεγραφικό καλώδιο στον «Τηλέγραφο».
Η πυροβολαρχία μπορούσε να εμποδίσει Συμμαχική απόβαση από το Αρδάνι μέχρι την Αρκάσα, αλλά λόγω του περιορισμένου βεληνεκούς, δεν μπορούσε να προστατεύσει το αεροδρόμιο από εχθρικά πολεμικά πλοία, που από απόσταση μπορούσαν να βομβαρδίζουν το αεροδρόμιο χωρίς να κινδυνεύουν από τα κανόνια του Προφήτη Ηλία.
Από την Αρκάσα η αμυντική γραμμή συνεχιζόταν στην Άδεια. Οι Ιταλοί οχύρωσαν τον κάβο του Φοινικιού, του Σικέλαου και της Άδειας με χαρακώματα και οπλοπολυβόλα.
Επάνδρωση
Η Ιταλική φρουρά της Καρπάθου αποτελείτο από ένα σύνταγμα πεζικού με διοικητή τον συνταγματάρχη Francesco Imbriani και με διοικητή της Compagnia Commando (λόχο διοίκησης) τον ταγματάρχη Camarda. Το σύνταγμα διέθετε δύο τάγματα, το Regina, με διοικητή τον λοχαγό E. Giordano, και το Siena, με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη A. Agnesi. Διοικητής των όλμων ήταν ο λοχαγό Armando Amenduni και της πυροβολαρχία στον Προφήτη Ηλία ο ταγματάρχης V. Comarini.
Δυστυχήματα
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών και την άφιξη των Άγγλων υπήρχαν διάσπαρτα χιλιάδες πολεμοφόδια που οι Καρπάθιοι προσπαθούσαν να αφοπλίσουν για τον δυναμίτη και τα καψούλια που χρησιμοποιούσαν για ψάρεμα, με αποτέλεσμα θανάτους και ακρωτηριασμούς. Υπήρχαν και θύματα μεταξύ των παιδιών που «έπαιξαν» με τα πολεμοφόδια. Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί, ένας Βωλαδιώτης κατέβηκε στα Πηγάδια και στην προσπάθεια του να αποχωρίσει το βλήμα από τον κάλυκα, το βλήμα κτύπησε στο σκαλοπάτι του λιμανιού και έχασε την ζωή του. Ένα κοριτσάκι από την Αρκάσα που έπαιξε με τα πυρομαχικά έχασε την όραση του.
Ανακύκλωση
Μετά τον πόλεμο υπήρχε ζήτηση μετάλλων και άρχισε η ανακύκλωση πολεμικού υλικού. Όταν η Ελλάδα ανέλαβε την διοίκηση της Δωδεκανήσου, άρχισε και στην Κάρπαθο η συγκέντρωση καλύκων από ορείχαλκο που υπήρχαν άφθονοι. Ορισμένοι προσπαθούσαν να αποχωρήσουν τους κάλυκες από το βλήμα τους με κίνδυνο της ζωής τους. Σε μια τέτοια προσπάθεια ενός συμπατριώτη μας στου Παντελή το Στέμμα, μαζευτήκαμε αρκετοί πιτσιρίκοι και παρακολουθούσαμε, αλλά επενέβη η αστυνομία και τον ανάγκασε να ρίξει τους κάλυκες και τις οβίδες στην θάλασσα που ακόμα βρίσκονται θαμμένες κάτω από τον δρόμο που περνά ένα γύρω από του Παντελή το Στέμμα.
Τον Μάη του 1940, οι Ιταλοί δημιούργησαν μια μικρή ναυτική βάση στον Τρίστομο, όπου ναυλοχούσαν 4-5 MAS, τα οποία ανέπτυσσαν ταχύτητα πάνω από 30 μίλια την ώρα και ήταν οπλισμένα με τορπίλες και οπλοπολυβόλα. Στον Τρίστομο ναυλοχούσαν και δύο μικρά φορτηγά πλοία, το Camolia και το Orsini, οπλισμένα με οπλοπολυβόλα και από ένα πυροβόλο των 37 χιλιοστών. Το ένα ήταν κινητό εργαστήριο γεμάτο εξαρτήματα και εργαλεία και το άλλο έκανε μεταφορές από Ρόδο και Λέρο. Για τον εφοδιασμό με τρόφιμα και άλλα εφόδια από τα Πηγάδια, οι Ιταλοί είχαν επιτάξει το καΐκι του Γιώργη Κ. Πρωτόπαπα από το Διαφάνι.
Στο Ορκίλι, υψόμετρο 711 μέτρα, οι Ιταλικοί τοποθέτησαν παρατηρητήριο με οπλοπολυβόλα και ασύρματο εκστρατείας, που επικοινωνούσε με τα Πηγάδια, τη Ρόδο, την Τήλο, τη Λέρο και το Καστελόριζο, και είχε τηλεφωνική σύνδεση με το Τρίστομο. Οι Ιταλοί εγκατέστησαν φυλάκια στης Χάρκης το βουνό, στο Αχλάι, στον Παχύ Βουνό και στην Κουτσούρα, όπου υπήρχε και αερόφωνο. Οι Ιταλοί έσκαψαν έναν μεγάλο αβαθή λάκκο σε σχήμα κοίλου κατόπτρου, που επένδυσαν με πέτρες και τσιμέντο, και στην εστία του κατόπτρου τοποθέτησαν το αερόφωνο. Το κάτοπτρο έπιανε από πολύ μακριά τον βουητό του αεροπλάνου και τον συγκέντρωνε στην εστία του, απ’ όπου το αερόφωνο τον αναμετέδιδε ενισχυμένο. Με αυτό το τρόπο οι Ιταλοί μάθαιναν έγκαιρα όταν πλησίαζαν Συμμαχικά αεροπλάνα από τη Μέση Ανατολή.
Οπλισμός
Ο οπλισμός των ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Κάρπαθο, υστερούσε σημαντικά των άλλων μεγάλων δυνάμεων. Τα πυροβόλα τους, όπως αναφέρεται στην βιβλιογραφία, ήταν κυρίως των 75 χιλιοστών με ανώτερο βεληνεκές 12.500 μέτρα, οι οβίδες τους ζύγιζαν 6,5 χιλιόγραμμα, όμως μετά τον πόλεμο είδα στα Βρουλίδια και σε άλλα μέρη κάλυκες των 102 χιλιοστών. Ήταν τεχνολογίας Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καλής κατασκευής, αλλά το σύστημα σκόπευσης ήταν απαρχαιωμένο και αστοχούσαν. Για αντιαεροπορικά πυροβόλα χρησιμοποιούσαν των 37 και 20 χιλιοστών.
Οι όλμοι που διέθεταν ήταν ιταλικής κατασκευής αλλά γαλλικής τεχνολογίας, ήταν κυρίως των 45 και 60 χιλιοστών, αλλά υπήρχαν και λίγοι των 81 χιλιοστών. Οι οβίδες των 45 χιλιοστών μόλις ζύγιζαν 1,5 χιλιόγραμμα με καταστροφική ακτίνα 10,5 μέτρα, ενώ των 81 χιλιοστών που ζύγιζαν περισσότερο είχαν καταστροφική ακτίνα 15 μέτρα. Οι ιταλικές χειροβομβίδες ήταν κατασκευασμένες από αλουμίνιο και είχαν περιορισμένη ακτίνα δράσης.
Τα οπλοπολυβόλα ήταν τεχνολογίας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η κάννη τους περνούσε μέσα από ένα κυλινδρικό ντεπόζιτο νερού για να μη ζεσταίνεται. Τα ατομικά όπλα πεζικού ήταν κατώτερα των άλλων αναπτυγμένων χωρών, χρησιμοποιούσαν 5σφαιρες δεσμίδες, και μετά από κάθε πυροβολισμό περνούσαν πέντε δευτερόλεπτα μέχρι να ετοιμαστούν για τον επόμενο. Ενώ τα αμερικάνικα (Μ-1) χρησιμοποιούσαν 8σφαίρες δεσμίδες, ήταν ημιαυτόματα και μετά από κάθε πυροβολισμό ήταν και πάλι έτοιμα σε ένα δευτερόλεπτο.
Τα MAS που διέθεταν οι Ιταλοί στον Τρίστομο ήταν εφάμιλλα αυτών που διέθεταν οι άλλες ναυτικές δυνάμεις, ανέπτυσσαν μεγάλη ταχύτητα και όπως ήταν οπλισμένα με τορπίλες μπορούσαν να βυθίσουν πολύ μεγαλύτερά τους πλοία.
Το αεροδρόμιο του Αφιάρτη δεν το αξιοποίησαν οι Ιταλοί όσο θα έπρεπε. Βρισκόταν κοντά στη θάλασσα και προσβαλλόταν από τα Συμμαχικά πολεμικά πλοία, που κρατούσαν απόσταση από την ακτή. Στο αεροδρόμιο της Καρπάθου οι Ιταλοί εγκατέστησαν την Squadrilia (σμήνος-squadron) 162a, από αεροπλάνα Fiat CR-42, αλλά, για ασφάλεια, πετούσαν σε μεγάλο ύψος και αστοχούσαν. Αντίθετα οι Γερμανοί, που στη Μάχη της Κρήτης χρησιμοποίησαν το αεροδρόμιο του Αφιάρτη, με την ανώτερη πολεμική τακτική και τα μοντέρνα αεροπλάνα που διέθεταν εξουδετέρωσαν τα Συμμαχικά πλοία προξενώντας τους μεγάλες απώλειες.
πηγή: anamniseis.net

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News