Ρόδος: Ερασιτέχνες και επαγγελματίες ψαράδες μιλούν στο ΑΠΕ – ΜΠΕ για το παρόν και το μέλλον της θάλασσας
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 222 ΦΟΡΕΣ
Η θάλασσα υπήρξε πάντοτε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των Ροδιτών. Για δεκαετίες αποτέλεσε πηγή βιοπορισμού, τόπο συνάντησης, οικογενειακής παράδοσης και καθημερινής επαφής με τη φύση. Σήμερα, όμως, όσοι συνεχίζουν να ζουν κοντά της – είτε ως ερασιτέχνες είτε ως επαγγελματίες ψαράδες – περιγράφουν μια πραγματικότητα που αλλάζει δραματικά.
Μέσα από τη συνέντευξη του προέδρου του Συλλόγου Ερασιτεχνών Αλιέων Ρόδου Παναγιώτη Λαμπριανού, του γενικού γραμματέα των ερασιτεχνών Θαρρενού Θαρρενού και του γενικού γραμματέα των επαγγελματιών αλιέων Ρόδου Γρηγόρη Βαΐτση στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, αποτυπώνεται μια εικόνα βαθιάς ανησυχίας για το μέλλον της αλιείας, αλλά και μια έντονη συναισθηματική σύνδεση με τη θάλασσα που εξακολουθεί να κρατά ζωντανή μια ολόκληρη κουλτούρα.
Ο Παναγιώτης Λαμπριανός με καταγωγή από τη Χάλκη, περιγράφει πως η σχέση του με τη θάλασσα ξεκίνησε από την παιδική του ηλικία. Μεγαλωμένος δίπλα στο νερό, ακολουθούσε από μικρός τον πατέρα του στις θαλασσινές δραστηριότητες και, όπως λέει, «όσο με θυμάμαι, ασχολούμαι με το ψάρεμα». Για εκείνον, αλλά και για πολλούς άλλους Ροδίτες της γενιάς του, η θάλασσα δεν ήταν μια περιστασιακή ενασχόληση, αλλά τρόπος ζωής.
Αναφερόμενος στον Σύλλογο Ερασιτεχνών Αλιέων, εξηγεί ότι δημιουργήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 από ανθρώπους που αγαπούσαν πραγματικά τη θάλασσα και το ψάρεμα. Εκείνη την εποχή, όπως θυμάται, οι συνθήκες ζωής ήταν πιο δύσκολες και ο ερασιτέχνης ψαράς μπορούσε πολλές φορές να ενισχύσει ουσιαστικά το τραπέζι της οικογένειάς του μέσα από την ψαριά του. Ο σύλλογος αποτέλεσε τότε μια δεμένη κοινότητα ανθρώπων με κοινές εμπειρίες, κοινό μεράκι και κοινή ανάγκη για επαφή με τη θάλασσα.
Σήμερα ο σύλλογος αριθμεί περίπου 100 μέλη, ανάμεσά τους ιδιοκτήτες σκαφών, ψαροκυνηγοί, άνθρωποι που ψαρεύουν με καλάμι από τη στεριά αλλά και φίλοι της θάλασσας που συμμετέχουν στις δράσεις και τα σεμινάρια του συλλόγου. Παράλληλα, διατηρεί επαφή και συνεργασία με μικρότερους συλλόγους από χωριά της Ρόδου.
Ωστόσο, η εικόνα της θάλασσας δεν είναι πλέον ίδια. Τα αλιευτικά αποθέματα έχουν μειωθεί αισθητά και οι παλιές εποχές αφθονίας μοιάζουν μακρινές. Παρ’ όλα αυτά, οι ερασιτέχνες συνεχίζουν να βγαίνουν στο πέλαγος όχι αποκλειστικά για την ψαριά αλλά για όσα τους προσφέρει ψυχικά αυτή η εμπειρία.
«Ακόμα και να μην πιάσουμε ψάρια, δεν μας πειράζει», λέει ο κ. Λαμπριανός. «Το σημαντικό είναι να βγούμε στη θάλασσα». Περιγράφει το αίσθημα της ελευθερίας που νιώθει όταν βρίσκεται στο σκάφος, μακριά από τον συνωστισμό και την πίεση της στεριάς. Για εκείνον, η θάλασσα είναι ένας τόπος ανεξαρτησίας, ηρεμίας και εσωτερικής ισορροπίας.
Στο ίδιο κλίμα κινείται και ο Θαρρενός Θαρρενού, ο οποίος χαρακτηρίζει το ψάρεμα «ψυχοθεραπεία». Όπως εξηγεί, η έξοδος στη θάλασσα λειτουργεί ως ένας τρόπος αποφόρτισης από την καθημερινότητα. Ο ίδιος παίρνει συχνά μαζί του τα παιδιά του στο σκάφος, θέλοντας να τους μεταδώσει αυτή τη σχέση με τη θάλασσα, αλλά και να τους μάθει να τη σέβονται.
«Δεν βγαίνουμε με άσχημους καιρούς. Δεν ρισκάρουμε. Δεν είναι βιοπορισμός για εμάς, είναι απόλαυση», σημειώνει, τονίζοντας ότι η ασφάλεια αποτελεί βασική προτεραιότητα για κάθε ερασιτέχνη ψαρά.
Παράλληλα, ο κ. Θαρρενού εκφράζει έναν έντονο προβληματισμό για τη σταδιακή αποξένωση των κατοίκων της Ρόδου από τη θάλασσα. Όπως αναφέρει, πολλά σημεία του νησιού όπου παλαιότερα οι πολίτες μπορούσαν να περπατήσουν, να καθίσουν ή να ψαρέψουν ελεύθερα, σήμερα έχουν περιοριστεί ή κλείσει. Αναφέρει χαρακτηριστικά τον φάρο του Αγίου Νικολάου και τις περιοχές γύρω από τα λιμάνια, όπου πλέον υπάρχουν απαγορεύσεις πρόσβασης.
«Τα παιδιά δεν μπορούν να πάνε να ψαρέψουν. Ζούμε σε ένα νησί και διώχνουμε τον κόσμο από τη θάλασσα», λέει χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ρόδος μετατρέπεται σταδιακά «από τη Ρόδο των πολλών στη Ρόδο των λίγων», με τους κατοίκους να χάνουν ολοένα και περισσότερο την επαφή τους με το θαλάσσιο στοιχείο που χαρακτήριζε πάντα την ταυτότητα του νησιού.
Οι ερασιτέχνες ψαράδες επιμένουν, ωστόσο, ότι το ψάρεμα μπορεί να γίνεται με σεβασμό προς το περιβάλλον και τα ψάρια. Όπως εξηγούν, στόχος τους δεν είναι οι υπερβολικές ψαριές αλλά η εμπειρία και ο «μεζές». Για αυτό και απελευθερώνουν συστηματικά μικρά ψάρια πίσω στη θάλασσα, ώστε να μεγαλώσουν και να αναπαραχθούν.
«Πρέπει να αφήσουμε τον γόνο να γίνει γονιός», αναφέρουν χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας πως πολλές φορές στην αγορά μπορεί να βρει κανείς ψάρια μικρότερα από εκείνα που οι ίδιοι επιστρέφουν ζωντανά στη θάλασσα.
Αν για τους ερασιτέχνες η θάλασσα εξακολουθεί να αποτελεί χώρο ελευθερίας και προσωπικής ισορροπίας, για τους επαγγελματίες η κατάσταση εμφανίζεται πολύ πιο σκληρή και αβέβαιη.
Ο γενικός γραμματέας των επαγγελματιών αλιέων Γρηγόρης Βαΐτσης περιγράφει με δραματικούς τόνους την εικόνα της σημερινής αλιείας στη Ρόδο. «Η θάλασσα αργοπεθαίνει», δηλώνει, εξηγώντας ότι πλέον ελάχιστοι μπορούν να επιβιώσουν αποκλειστικά από το ψάρεμα.
Όπως αναφέρει, αρκετά επαγγελματικά καΐκια έχουν στραφεί στον αλιευτικό τουρισμό προκειμένου να εξασφαλίσουν εισόδημα. Οι ψαράδες παίρνουν επισκέπτες μαζί τους στη θάλασσα και τους δίνουν τη δυνατότητα να ψαρέψουν, καθώς τα έσοδα από τα ψάρια δεν αρκούν πλέον για να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι οι νέοι άνθρωποι εγκαταλείπουν οριστικά το επάγγελμα. «Κανένα νέο παιδί δεν ακολουθεί πλέον τον πατέρα του», σημειώνει, προβλέποντας ότι σε λίγα χρόνια ίσως να μην υπάρχουν επαγγελματίες ψαράδες στο νησί.
Ο κ. Βαΐτσης αναφέρεται και στη δραματική μείωση των αλιευμάτων. Θυμάται εποχές κατά τις οποίες τα καΐκια έβγαζαν δεκάδες ή και εκατοντάδες κιλά παλαμίδας πολύ κοντά στο λιμάνι της Ρόδου, ενώ σήμερα το είδος σχεδόν έχει εξαφανιστεί. Το ίδιο συμβαίνει και με τα μπαρμπούνια, που παλαιότερα αφθονούσαν στα νερά του νησιού.
Παράλληλα, τονίζει ότι η κρίση της θάλασσας δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην υπεραλίευση, υπονοώντας ότι πρόκειται για ένα πολύ πιο σύνθετο πρόβλημα που σχετίζεται με περιβαλλοντικές αλλαγές, κανονισμούς αλλά και τη συνολική υποβάθμιση του θαλάσσιου οικοσυστήματος.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στα εισβολικά είδη που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια στη Μεσόγειο, όπως ο λαγοκέφαλος, το λεοντόψαρο και η τρομπέτα. Ο λαγοκέφαλος, όπως εξηγεί, αποτελεί τεράστια απειλή για τα τοπικά είδη, ενώ η διαχείρισή του είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς πρόκειται για τοξικό ψάρι που απαιτεί ειδικές διαδικασίες καταστροφής.
Το λεοντόψαρο χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα επιθετικό, καθώς μπορεί να «ερημώσει» μια ολόκληρη ξέρα μέσα σε λίγες ημέρες, ενώ η τρομπέτα τρέφεται με τον γόνο και τα αυγά των ψαριών, επηρεάζοντας άμεσα την αναπαραγωγή των θαλάσσιων ειδών.
Την ίδια στιγμή, οι επαγγελματίες ψαράδες καλούνται να αντιμετωπίσουν και σοβαρά ζητήματα ασφάλειας. Ο κ. Βαΐτσης χαρακτηρίζει παράλογη την απαγόρευση τοποθέτησης δεύτερης βοηθητικής μηχανής στα επαγγελματικά σκάφη, τονίζοντας ότι πρόκειται για ζήτημα που μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο σε περίπτωση βλάβης στο πέλαγος.
Παρά τις δυσκολίες, όλοι όσοι συμμετείχαν στη συζήτηση συμφωνούν σε ένα πράγμα: η σχέση με τη θάλασσα παραμένει βαθιά και ουσιαστική. Για τους ανθρώπους αυτούς, η θάλασσα δεν είναι απλώς ένας φυσικός χώρος ή μια επαγγελματική δραστηριότητα. Είναι τρόπος ζωής, κομμάτι της ιστορίας της Ρόδου και στοιχείο της συλλογικής μνήμης του νησιού.
Και ίσως αυτή ακριβώς η αγάπη να είναι που κρατά ακόμη ζωντανή την ελπίδα ότι η σχέση των Ροδιτών με τη θάλασσα δεν θα χαθεί οριστικά.







Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News