ΗΠΑ και Ιράν «κομματιάζουν» το μνημόνιο κατανόησης: Η ένταση επιστρέφει και η παγκόσμια οικονομία μετρά ξανά τις αντοχές της

ΗΠΑ και Ιράν «κομματιάζουν» το μνημόνιο κατανόησης: Η ένταση επιστρέφει και η παγκόσμια οικονομία μετρά ξανά τις αντοχές της

ΗΠΑ και Ιράν «κομματιάζουν» το μνημόνιο κατανόησης: Η ένταση επιστρέφει και η παγκόσμια οικονομία μετρά ξανά τις αντοχές της

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 120 ΦΟΡΕΣ

Η επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν διαλύει τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει το μνημόνιο κατανόησης για τον τερματισμό των εχθροπραξιών και φέρνει ξανά τη διεθνή κοινότητα αντιμέτωπη με τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης.

Οι επιθέσεις επεκτείνονται σε ξηρά, αέρα και θάλασσα, ενώ η αντιπαράθεση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ εξελίσσεται σε ένα από τα πιο επικίνδυνα σημεία της κρίσης, με συνέπειες που ξεπερνούν τα σύνορα της Μέσης Ανατολής και αγγίζουν άμεσα την παγκόσμια οικονομία.

Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι το μνημόνιο, το οποίο προέβλεπε τον τερματισμό των στρατιωτικών ενεργειών, την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και την έναρξη συνομιλιών για τα πυρηνικά, δεν κατάφερε να αποκτήσει σταθερά θεμέλια. Οι δύο πλευρές αλληλοκατηγορούνται για παραβιάσεις, ενώ οι αμερικανικές επιχειρήσεις επεκτάθηκαν σε στόχους στο βόρειο Ιράν και σε εγκαταστάσεις που συνδέονται με το πυραυλικό και διαστημικό πρόγραμμα της χώρας. Την ίδια ώρα, αμερικανικό πλήγμα ακινητοποίησε πετρελαιοφόρο το οποίο φέρεται να επιχείρησε να παραβιάσει τον ναυτικό αποκλεισμό, ενώ η Τεχεράνη απάντησε με πυραυλικές επιθέσεις και επιθέσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών στην ευρύτερη περιοχή.

Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι η συμφωνία δεν αποτέλεσε πραγματική ειρήνευση, αλλά μια εύθραυστη και προσωρινή ανάπαυλα. Οι βασικές αιτίες της σύγκρουσης παρέμειναν ενεργές: το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, οι αμερικανικές κυρώσεις, η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στον Κόλπο, οι περιφερειακές συμμαχίες της Τεχεράνης και ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο κρίσιμων θαλάσσιων και ενεργειακών διαδρόμων.

Καμία από αυτές τις εκκρεμότητες δεν επιλύθηκε ουσιαστικά. Αντίθετα, μεταφέρθηκαν κάτω από την επιφάνεια, για να επανεμφανιστούν με ακόμη μεγαλύτερη ένταση όταν κατέρρευσε η περιορισμένη εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών. Για τον λόγο αυτό, η σημερινή ανάφλεξη δεν αντιμετωπίζεται από τις αγορές ως ένα μεμονωμένο στρατιωτικό επεισόδιο, αλλά ως ένδειξη ότι ο πόλεμος μπορεί να αποκτήσει διάρκεια, να μεταβάλει τις ενεργειακές ισορροπίες και να επηρεάσει τις οικονομικές προοπτικές πολλών χωρών.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ξανά το πετρέλαιο. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη. Κάθε περιορισμός της ναυσιπλοΐας, κάθε επίθεση σε δεξαμενόπλοιο και κάθε απειλή για το κλείσιμο της θαλάσσιας διόδου μεταφράζεται σχεδόν αμέσως σε άνοδο των τιμών, αύξηση του κόστους ασφάλισης και μεγαλύτερη επιβάρυνση των μεταφορών.

Η νέα κλιμάκωση είχε ήδη άμεσο αντίκτυπο στις διεθνείς αγορές. Η τιμή του πετρελαίου Brent κινήθηκε κοντά στα 85 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό WTI πλησίασε τα 80 δολάρια. Το Brent κατέγραψε μέσα σε μία ημέρα άνοδο 9,6%, τη μεγαλύτερη ημερήσια αύξησή του από το 2020, καθώς η εμπορική κίνηση στα Στενά του Ορμούζ περιορίστηκε δραστικά και οι επενδυτές άρχισαν να τιμολογούν τον κίνδυνο νέων διαταραχών στην προσφορά.

Το πρόβλημα, όμως, δεν περιορίζεται στην τιμή του αργού πετρελαίου. Οι επιβαρύνσεις περνούν σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομική δραστηριότητα. Τα ακριβότερα καύσιμα αυξάνουν το κόστος των οδικών, θαλάσσιων και αεροπορικών μεταφορών. Οι επιχειρήσεις πληρώνουν περισσότερα για να μεταφέρουν πρώτες ύλες και προϊόντα, οι αεροπορικές εταιρείες αντιμετωπίζουν υψηλότερες δαπάνες καυσίμων και τα νοικοκυριά βλέπουν νέες πιέσεις στις τιμές της βενζίνης, του πετρελαίου θέρμανσης και της ηλεκτρικής ενέργειας.

Ακόμη και προϊόντα που δεν έχουν άμεση σχέση με την ενέργεια μπορεί να γίνουν ακριβότερα. Το πετρέλαιο συνδέεται με την παραγωγή πλαστικών, λιπασμάτων, χημικών και πολλών βιομηχανικών αγαθών. Παράλληλα, η αύξηση του μεταφορικού κόστους επιβαρύνει τα τρόφιμα, τον μηχανολογικό εξοπλισμό, τα ηλεκτρονικά είδη και το διεθνές εμπόριο στο σύνολό του. Μια σύγκρουση που ξεκινά στον Περσικό Κόλπο μπορεί, επομένως, να φτάσει γρήγορα στο καλάθι του καταναλωτή στην Ευρώπη, στην Ασία και στην Αμερική.

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η κατάσταση στις θαλάσσιες μεταφορές. Οι πλοιοκτήτες και οι ασφαλιστικές εταιρείες υπολογίζουν πλέον αυξημένο πολεμικό κίνδυνο για κάθε διέλευση από την περιοχή. Τα ασφάλιστρα ανεβαίνουν, ορισμένα πλοία επιλέγουν να περιμένουν μέχρι να αποσαφηνιστεί η κατάσταση και οι εταιρείες εξετάζουν εναλλακτικές διαδρομές, οι οποίες είναι συχνά μεγαλύτερες και ακριβότερες.

Η μείωση της κίνησης στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί ένδειξη της ανησυχίας που επικρατεί. Σύμφωνα με διαθέσιμες αναλύσεις της ναυτιλιακής αγοράς, η διέλευση πλοίων υποχώρησε σε χαμηλό ενός μήνα, ενώ σε ορισμένες ημέρες οι εμπορικές διελεύσεις μειώθηκαν περισσότερο από 50% σε σύγκριση με τα προηγούμενα επίπεδα.

Όσο περισσότερο διαρκεί αυτή η κατάσταση, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος δημιουργίας νέων καθυστερήσεων στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι επιχειρήσεις, έχοντας ακόμη νωπές τις εμπειρίες από την πανδημία, τον πόλεμο στην Ουκρανία και την ανασφάλεια στην Ερυθρά Θάλασσα, γνωρίζουν ότι μία παρατεταμένη διαταραχή σε έναν κρίσιμο θαλάσσιο διάδρομο μπορεί να οδηγήσει σε ελλείψεις, καθυστερήσεις παραδόσεων και σημαντικές ανατιμήσεις.

Η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται έτσι σε μία ακόμη περίοδο έντονης αβεβαιότητας. Οι αγορές μετοχών και ομολόγων παρακολουθούν κάθε στρατιωτική ανακοίνωση, κάθε διπλωματική δήλωση και κάθε μεταβολή στην κίνηση των δεξαμενόπλοιων. Μια πληροφορία περί συνομιλιών μπορεί να μειώσει προσωρινά τις τιμές του πετρελαίου, ενώ μία επίθεση σε εμπορικό πλοίο μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να αντιστρέψει το κλίμα.

Αυτή η συνεχής εναλλαγή προσδοκιών αποθαρρύνει τις επενδύσεις και καθιστά δυσκολότερο τον προγραμματισμό επιχειρήσεων και κυβερνήσεων. Οι εταιρείες δεν γνωρίζουν ποιο θα είναι το ενεργειακό κόστος τους τους επόμενους μήνες, οι μεταφορείς δυσκολεύονται να καθορίσουν σταθερές τιμές και οι επενδυτές στρέφονται συχνά σε ασφαλέστερα περιουσιακά στοιχεία, αποφεύγοντας κινήσεις που συνεπάγονται μεγαλύτερο ρίσκο.

Οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται επίσης μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Ενώ πολλές οικονομίες προσπαθούν να επιστρέψουν σε χαμηλότερα επίπεδα πληθωρισμού, μία νέα ενεργειακή κρίση μπορεί να προκαλέσει ξανά γενικευμένες ανατιμήσεις. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι κεντρικές τράπεζες μπορεί να καθυστερήσουν τη μείωση των επιτοκίων ή ακόμη και να διατηρήσουν αυστηρότερη νομισματική πολιτική για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Αυτό θα σήμαινε ακριβότερο δανεισμό για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, μεγαλύτερες δόσεις δανείων, περιορισμό της κατανάλωσης και επιβράδυνση της ανάπτυξης. Δημιουργείται έτσι ο κίνδυνος ενός δυσμενούς συνδυασμού: υψηλότερες τιμές, ασθενέστερη οικονομική δραστηριότητα και μειωμένες δυνατότητες παρέμβασης από τις κυβερνήσεις.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει ήδη προειδοποιήσει ότι τα περιθώρια ασφαλείας της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου έχουν περιοριστεί. Τα διαθέσιμα αποθέματα και η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα δεν είναι απεριόριστα, με αποτέλεσμα ένα νέο σοβαρό πλήγμα στην προσφορά να έχει μεγαλύτερες συνέπειες σε σχέση με το παρελθόν. Η ανάκαμψη της ροής πετρελαίου, ακόμη και μετά από μία πιθανή επαναλειτουργία της θαλάσσιας διόδου, δεν θεωρείται ότι θα είναι άμεση.

Οι επιπτώσεις είναι πιθανό να γίνουν ιδιαίτερα αισθητές στην Ευρώπη, η οποία παραμένει ευάλωτη στις διεθνείς ενεργειακές μεταβολές. Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη αντιμετωπίσει ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις από προηγούμενες κρίσεις και δεν διαθέτουν όλες το ίδιο δημοσιονομικό περιθώριο για νέες επιδοτήσεις ή μέτρα στήριξης.

Για την Ελλάδα, η άνοδος του ενεργειακού κόστους μπορεί να επηρεάσει την ακρίβεια, τις μεταφορές, τη ναυτιλία και τον τουρισμό. Η χώρα βρίσκεται σχετικά κοντά στη ζώνη των στρατιωτικών επιχειρήσεων και αποτελεί σημαντικό κόμβο θαλάσσιων και αεροπορικών μεταφορών. Μία παρατεταμένη κρίση μπορεί να αυξήσει τα έξοδα των ακτοπλοϊκών και αεροπορικών εταιρειών, να επηρεάσει τα εισιτήρια και να προκαλέσει αλλαγές σε αεροπορικές διαδρομές προς την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το θέμα για τα ελληνικά νησιά, όπου το κόστος μεταφοράς αγαθών και καυσίμων είναι ήδη υψηλότερο. Κάθε διεθνής ανατίμηση περνά με μεγαλύτερη ένταση στις τοπικές οικονομίες, στις επιχειρήσεις εστίασης και φιλοξενίας, στις μεταφορές και στην καθημερινότητα των κατοίκων. Ο τουρισμός μπορεί επίσης να δεχθεί έμμεσες πιέσεις από την αύξηση του κόστους των πτήσεων και από τη γενικότερη ανησυχία για την ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Η μεγαλύτερη απειλή, πάντως, είναι η αδυναμία διαμόρφωσης μιας αξιόπιστης πολιτικής εξόδου από τη σύγκρουση. Το μνημόνιο κατανόησης είχε δημιουργήσει την εντύπωση ότι οι δύο πλευρές μπορούσαν να συμφωνήσουν τουλάχιστον σε έναν βασικό μηχανισμό αποκλιμάκωσης. Η ταχύτητα με την οποία επανήλθαν οι εχθροπραξίες αποδεικνύει πόσο περιορισμένη ήταν η εμπιστοσύνη και πόσο εύκολα μία νέα επίθεση μπορούσε να ανατρέψει ολόκληρη τη διαδικασία.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει τις στρατιωτικές και πυρηνικές δυνατότητες της Τεχεράνης και να προστατεύσει τη ναυσιπλοΐα στον Κόλπο. Το Ιράν, από την πλευρά του, θεωρεί ότι ο αποκλεισμός των λιμανιών και οι αμερικανικές επιθέσεις απειλούν την κυριαρχία και την οικονομική του επιβίωση. Καμία πλευρά δεν θέλει να εμφανιστεί ότι υποχωρεί υπό πίεση, γεγονός που περιορίζει τις πιθανότητες άμεσου συμβιβασμού.

Την ίδια στιγμή, οι περιφερειακές δυνάμεις παραμένουν εκτεθειμένες. Οι επιθέσεις και οι αντεπιθέσεις μπορούν να συμπαρασύρουν χώρες του Κόλπου, να επηρεάσουν το Ιράκ, τον Λίβανο και την Ιορδανία και να ενεργοποιήσουν ένοπλες οργανώσεις που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την Τεχεράνη. Όσο διευρύνεται το μέτωπο, τόσο δυσκολότερη γίνεται η επαναφορά της σύγκρουσης σε διπλωματικό πλαίσιο.

Το γεγονός ότι συνεχίζονται ταυτόχρονα οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι απειλές για τη ναυσιπλοΐα και οι αλληλοκατηγορίες για παραβίαση της συμφωνίας δείχνει ότι ο κύκλος του πολέμου δεν βρίσκεται κοντά στο τέλος του. Ακόμη και αν επιτευχθεί νέα προσωρινή παύση, οι αγορές δύσκολα θα πειστούν ότι ο κίνδυνος έχει απομακρυνθεί χωρίς συγκεκριμένες εγγυήσεις για τα Στενά του Ορμούζ, τα πυρηνικά και τον τερματισμό των αποκλεισμών.

Η παγκόσμια οικονομία καλείται, λοιπόν, να λειτουργήσει ξανά μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η γεωπολιτική αβεβαιότητα μετατρέπεται σε καθημερινό οικονομικό κόστος. Το πετρέλαιο, οι μεταφορές, τα επιτόκια, οι επενδύσεις και ο πληθωρισμός εξαρτώνται πλέον σε μεγάλο βαθμό από μία σύγκρουση που δεν δείχνει να διαθέτει σαφή ημερομηνία λήξης.

Η κατάρρευση του μνημονίου κατανόησης δεν σημαίνει μόνο την αποτυχία μιας διπλωματικής προσπάθειας. Σηματοδοτεί την επιστροφή σε μια πραγματικότητα όπου ένα στρατιωτικό περιστατικό στον Περσικό Κόλπο μπορεί να επηρεάσει μέσα σε λίγες ώρες τις τιμές στα πρατήρια καυσίμων, το κόστος των εισαγωγών, τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών και τον οικογενειακό προϋπολογισμό εκατομμυρίων πολιτών.

Διαβάστε ακόμη

Πένθος στον Ιατρικό Σύλλογο Ρόδου και την τοπική μας κοινωνία για την απώλεια της αιματολόγου Πολυξένης Τσολερίδη

Δημοκρατική Πανεπιστημονική Κίνηση Μηχανικών Δωδεκανήσου: «Παραλύει η έκδοση οικοδομικών αδειών στη Ρόδο – Άμεσες λύσεις για το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής»

Ρόδος: Συνελήφθη άνδρας μετά από επίθεση με μαχαίρι σε ιδιοκτήτη καταστήματος στην Κρεμαστή

Σωματείο Ξενοδοχοϋπαλλήλων Ρόδου: «Οι εργαζόμενοι δεν είναι το ντεκόρ στα πάνελ των υπερκερδών»

Σοβαρό τροχαίο ατύχημα επί της Ρόδου-Καλλιθέας

Με αγώνα δρόμου και ποδηλατικό γύρο ανοίγει το πρόγραμμα του πανηγυριού στη Σορωνή

Διεθνείς Κατατάξεις Πανεπιστημίων: Νέες Διακρίσεις για το Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Δωδεκανησιακή Μέλισσα: Σχεδόν έναν αιώνα προσφοράς στην παιδεία και τη στήριξη των νέων της Δωδεκανήσου