Μαρία Καρίκη: Γιατί κάποιοι άνθρωποι υποχωρούν συνεχώς…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 117 ΦΟΡΕΣ
Γράφει η
Μαρία Καρίκη
Ψυχολόγος, Msc
Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι αρκετά περίπλοκες και πολυσύνθετες. Η συμπεριφορά του ενός προς τον άλλο καθορίζει την ποιότητα της σχέσης και τη βιωσιμότητά της.
Η δυναμική που αναπτύσσεται ανάμεσα στα δυο μέλη της σχέσης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.
Από την προσωπικότητά τους, από τα βιώματα της παιδικής ηλικίας, από τα πρότυπα σχέσεων που είχαν, από τις εμπειρίες με προηγούμενους συντρόφους ή φίλους και πολλά άλλα. Συχνά παρατηρούμε ότι κάποιες σχέσεις δεν είναι ισότιμες. Υπάρχουν, για παράδειγμα, κάποιοι σύντροφοι που είναι πιο κυριαρχικοί από άλλους, πιο δυναμικοί, ενώ απέναντί τους βρίσκονται εκείνοι που φαίνονται πιο υποχωρητικοί και πιο συγκαταβατικοί.
Γιατί, άραγε, κάποιοι άνθρωποι υποχωρούν πιο εύκολα και πιο συχνά μέσα στις σχέσεις τους; Σχετίζεται αυτό με κάτι δικό τους; Πολλά άτομα που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία αναπτύσσουν έναν φόβο σύγκρουσης. Η διαφωνία και η αντιπαράθεση για αυτούς βιώνεται ως κάτι δυσάρεστο, επίπονο ή επικίνδυνο. Αυτό σημαίνει ότι προσπαθούν διακαώς να αποφύγουν τις εν δυνάμει συγκρούσεις με τους άλλους. Αν δεν μπορούν να την αποφύγουν και προκύπτει η διαφωνία, τότε συνήθως τείνουν να υποχωρούν για να αποκατασταθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται η ηρεμία.
Πίσω από τη συνεχή υποχώρηση μπορεί να κρύβεται και ο φόβος της απόρριψης ή της εγκατάλειψης. Υπάρχει η περιοριστική πεποίθηση ότι αν αντιδράσουν ή επιμείνουν σε αυτό που θέλουν οι ίδιοι, οι άλλοι ίσως θυμώσουν, απομακρυνθούν ή πάψουν να τους αγαπούν. Αυτή η σκέψη τους σταματά κάθε φορά που επιθυμούν να εκφραστούν ειλικρινά και αυθεντικά. Έτσι, φαίνονται στους συντρόφους ή τους φίλους τους ότι είναι «εύκολοι» άνθρωποι και δεν έχουν κανένα πρόβλημα ποτέ με ό,τι γίνεται ή προτείνεται.
Σε πολλά άτομα που έχουν την τάση να υποχωρούν διαρκώς είναι εμφανές και το γεγονός ότι έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση. Δεν πιστεύουν στον εαυτό τους, δεν πιστεύουν ότι έχουν κάτι ιδιαίτερο, ώστε να αξίζουν να αγαπηθούν. Θεωρούν για κάποιο λόγο ότι οι άλλοι είναι πάντα πιο σημαντικοί από εκείνους, ότι οι ανάγκες των άλλων προηγούνται των δικών τους. Έχουν μάθει να συνδέουν την αξία τους με βάση το πόσο ευχαριστημένοι είναι οι άλλοι μαζί τους. Η ανάγκη για αποδοχή είναι μεγαλύτερη από την ανάγκη για αυτοσεβασμό και αυτοπροστασία.
Ένας σημαντικός παράγοντας πίσω από τη στάση συνεχούς υποχώρησης είναι και η ενοχική προδιάθεση. Οι άνθρωποι αυτοί ομολογούν ότι νιώθουν τύψεις όταν λένε «όχι» στους άλλους. Αισθάνονται ότι με αυτό τον τρόπο γίνονται «εγωιστές» ή «κακοί» και δεν το θέλουν αυτό. Μια τέτοια πεποίθηση τους δυσκολεύει πάρα πολύ να θέσουν τα προσωπικά τους όρια, με αποτέλεσμα να μην μπορούν τα διεκδικούν αυτά που πραγματικά επιθυμούν και οι άλλοι να παραβιάζουν συνεχώς τα όριά της ανοχής τους.
Πολλά από τα παραπάνω συνδέονται άρρηκτα με το σύνδρομο του «καλού παιδιού» που καλλιεργείται στην παιδική ηλικία από τους ενήλικες και είναι μια μαθημένη συμπεριφορά. Από πολύ μικρή ηλικία το παιδί μαθαίνει ότι «πρέπει» να είναι καλό, να μην αντιμιλά, να μη θυμώνει και να προσαρμόζεται σε αυτά που του λένε οι άλλοι. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το συγκεκριμένο μοτίβο να μεταφέρεται αργότερα και στις ενήλικες σχέσεις του.
Γενικότερα, η συνειδητή ή μη επιλογή της συνεχόμενης υποχώρησης μέσα στις σχέσεις συνδέεται με την υπερβολική ψυχική ανάγκη του ατόμου να ικανοποιεί τους άλλους γύρω του. Πρόκειται για τους λεγόμενους «people-pleasers». Αυτό έχει προέλθει από διάφορα «κενά» που κουβαλά το άτομο από την παιδική του ηλικία (όπως αναφέραμε), από τραυματικές εμπειρίες απόρριψης και εγκατάλειψης, αλλά και από την αίσθηση ότι οι αντιδράσεις και οι συγκρούσεις είναι απειλητικές για την ψυχική του ηρεμία και δεν μπορεί να τις διαχειριστεί.
Αν ένας άνθρωπος, όμως, υποχωρεί συνέχεια, κάποια στιγμή θα έχει συσσωρεύσει τόσα πολλά συναισθήματα μέσα του που η χρόνια καταπίεσή τους θα είναι επικίνδυνη για τον ίδιο! Όλες οι ανάγκες και οι επιθυμίες που δεν εκφράζονται μπορούν με τον καιρό να μετατραπούν σε ματαίωση, συσσωρευμένο θυμό, συναισθηματική αποστασιοποίηση ή ανηδονία.
Δεν είναι λύση η σιωπή και η μόνιμη συγκατάβαση. Το άτομο οφείλει να ενθαρρύνει τον εαυτό του να μη φοβάται να μιλήσει, να εκφραστεί και να επικοινωνήσει στον άλλο απέναντί του τις αυθεντικές σκέψεις, επιθυμίες και απόψεις του. Να μάθουμε, δηλαδή, να υπερασπιζόμαστε την «αλήθειά» μας ως αναφαίρετο ισότιμο δικαίωμα μέσα σε μια σχέση! Διαφορετικά η σχέση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε υγιής, ούτε ισορροπημένη!

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News