Ανησυχία για νέο κύμα ανατιμήσεων στα καύσιμα – Φόβοι για έναν δύσκολο χειμώνα
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 136 ΦΟΡΕΣ
Έντονη ανησυχία και αγωνία προκαλούν οι τελευταίες διεθνείς εξελίξεις και η νέα άνοδος των τιμών του πετρελαίου, καθώς ενισχύονται οι φόβοι ότι νοικοκυριά και επιχειρήσεις μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπα με ένα ακόμη κύμα ανατιμήσεων τους επόμενους μήνες. Η αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή, οι διαταραχές στην τροφοδοσία πετρελαίου και τα συνεχιζόμενα πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας δημιουργούν ένα ιδιαίτερα εύθραυστο σκηνικό για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Οι επιπτώσεις έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται αισθητές στις διεθνείς αγορές. Παρά τις επιμέρους διακυμάνσεις, το Brent εξακολουθεί να κινείται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ενώ τα προβλήματα στις εξαγωγές πετρελαίου και οι φόβοι για την επάρκεια της προσφοράς διατηρούν έντονη τη νευρικότητα στην αγορά.
Το κλίμα αυτό έχει μεταφερθεί και στην Ελλάδα, με την κυβέρνηση να εξετάζει τις πιθανές επιπτώσεις που μπορεί να έχει η διεθνής ενεργειακή αναταραχή στην ελληνική οικονομία και, κυρίως, στην τσέπη των πολιτών.
Χθες πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου η πρώτη σύσκεψη για τις εξελίξεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και τα περιθώρια που υπάρχουν για παρεμβάσεις, με το βλέμμα στραμμένο στον χειμώνα που έρχεται. Στη συζήτηση με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη συμμετείχαν οι συναρμόδιοι υπουργοί, με βασικό αντικείμενο την αποτίμηση της κατάστασης και τις διαθέσιμες επιλογές σε περίπτωση που οι υψηλές τιμές διατηρηθούν.
Το βασικό ερώτημα που απασχολεί πλέον κυβέρνηση, αγορά αλλά και καταναλωτές είναι πόσο θα διαρκέσει η νέα ενεργειακή αναταραχή και σε ποιο βαθμό οι υψηλές διεθνείς τιμές θα περάσουν στην ελληνική αγορά.
Η ανησυχία δεν αφορά μόνο τη βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης. Ιδιαίτερα κρίσιμο θεωρείται το ζήτημα του πετρελαίου θέρμανσης, καθώς μέσα στις επόμενες εβδομάδες θα αρχίσει σταδιακά να διαμορφώνεται η τιμή με την οποία θα διατεθεί στην αγορά για τη χειμερινή περίοδο.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, εφόσον οι πιέσεις στις διεθνείς αγορές διατηρηθούν και δεν υπάρξει κάποια νέα παρέμβαση, η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης θα μπορούσε να κινηθεί ακόμη και μεταξύ 1,80 και 1,90 ευρώ το λίτρο. Πρόκειται, πάντως, για εκτίμηση και όχι για οριστική τιμή, καθώς μέχρι την έναρξη της περιόδου διάθεσης μπορούν να μεσολαβήσουν σημαντικές μεταβολές τόσο στη διεθνή τιμή του αργού όσο και στην ισοτιμία ευρώ-δολαρίου.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ισχυρή επιβάρυνση για χιλιάδες οικογένειες που χρησιμοποιούν πετρέλαιο για τη θέρμανση των κατοικιών τους. Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί εξακολουθούν να πιέζονται από το αυξημένο κόστος σε βασικά αγαθά, υπηρεσίες και ενέργεια.
Οι ανατιμήσεις στα καύσιμα, άλλωστε, δεν περιορίζονται μόνο στο κόστος μετακίνησης ενός νοικοκυριού. Έχουν πολύ ευρύτερη επίδραση στην οικονομία, καθώς το πετρέλαιο κίνησης αποτελεί βασικό κόστος για τις μεταφορές, τις εμπορευματικές δραστηριότητες, την αγροτική παραγωγή, τον τουρισμό και σειρά επαγγελματικών κλάδων.
Όσο ακριβότερη γίνεται η μεταφορά προϊόντων, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος το πρόσθετο κόστος να μετακυλιστεί σταδιακά στην τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής. Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών στο πετρέλαιο μπορεί να δημιουργήσει νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Ιδιαίτερα ευάλωτες σε μια τέτοια εξέλιξη είναι οι νησιωτικές περιοχές, όπου το κόστος μεταφοράς αποτελεί ούτως ή άλλως σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση των τιμών. Η αύξηση των καυσίμων μπορεί να επιβαρύνει τόσο τις μετακινήσεις όσο και την τροφοδοσία των νησιών, ενώ πρόσθετες πιέσεις είναι πιθανό να δεχθούν επαγγελματίες που εξαρτώνται άμεσα από το πετρέλαιο κίνησης.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή είναι η αβεβαιότητα. Οι διεθνείς αγορές αντιδρούν σχεδόν καθημερινά στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, στις επιθέσεις σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, στη διαθεσιμότητα εναλλακτικών οδών μεταφοράς και στις εξελίξεις στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας.
Χαρακτηριστικό της νευρικότητας που επικρατεί είναι ότι φυσικά φορτία πετρελαίου στην ευρωπαϊκή αγορά έχουν κινηθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα, καθώς Ευρωπαίοι αγοραστές αναζητούν εναλλακτικές πηγές μετά τις διαταραχές στις διεθνείς αποστολές.
Ταυτόχρονα, οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές Ρωσίας και Ουκρανίας έχουν επηρεάσει ιδιαίτερα την αγορά των διυλισμένων καυσίμων και ειδικά του ντίζελ. Η εξέλιξη αυτή προσθέτει ακόμη έναν παράγοντα πίεσης σε μια ήδη επιβαρυμένη διεθνή αγορά.
Στην Αθήνα εξετάζονται πλέον οι διαθέσιμες επιλογές για την περίπτωση που οι υψηλές τιμές διατηρηθούν. Κυβερνητικά στελέχη έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων μέτρων στήριξης εφόσον οι συνθήκες το απαιτήσουν, τονίζοντας παράλληλα ότι οι δυνατότητες του προϋπολογισμού δεν είναι απεριόριστες.
Η χθεσινή σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου δεν οδήγησε, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, σε άμεσες αποφάσεις, αποτέλεσε όμως μια πρώτη αποτίμηση των δεδομένων και των περιθωρίων αντίδρασης για τους επόμενους μήνες.
Ένα ακόμη στοιχείο που αυξάνει τον προβληματισμό είναι ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν διαφαίνεται μια ενιαία ευρωπαϊκή παρέμβαση ανάλογη με εκείνες που είχαν εξεταστεί σε προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις. Αυτό σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις καλούνται να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και να προετοιμάζουν τα δικά τους εργαλεία προστασίας, μέσα στα δημοσιονομικά περιθώρια κάθε χώρας.
Για τους πολίτες, πάντως, εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η τιμή που τελικά θα εμφανιστεί στην αντλία και στους λογαριασμούς του χειμώνα. Και όσο η διεθνής κατάσταση παραμένει ρευστή, τόσο μεγαλώνει η αγωνία για το πόσο ακριβές θα γίνουν οι καθημερινές μετακινήσεις, η θέρμανση των νοικοκυριών και συνολικά το κόστος ζωής τους επόμενους μήνες.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News