Θάνος Ζέλκας: Τα σημάδια στην πόρτα
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 94 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Θάνος Ζέλκας
Κάποτε υπήρχε ένα χωριό χτισμένο στην άκρη ενός μεγάλου δάσους. Ένα χωριό συνηθισμένο σαν όλα τ' άλλα. Δεν είχε κάτι το ξεχωριστό. Χαμηλά σπίτια, στενούς δρόμους, μια πλατεία, ένα καφενείο και παλιές ξύλινες πόρτες που έτριζαν όταν φυσούσε. Σχεδόν όλες είχαν πάνω τους βαθιές χαρακιές. Τα παιδιά τις άγγιζαν με τα δάχτυλά τους και ρωτούσαν τι ήταν. Οι μεγαλύτεροι απαντούσαν πάντα το ίδιο: «Από τον λύκο». Ύστερα άλλαζαν κουβέντα.
Για χρόνια ένας μεγάλος γκρίζος λύκος κατέβαινε από το δάσος όταν νύχτωνε. Στην αρχή έπαιρνε κότες. Ύστερα πρόβατα. Αργότερα άρχισε να πλησιάζει τα σπίτια. Οι χωριανοί έβαλαν σύρτες στις πόρτες, άναψαν φανάρια στους δρόμους και έμαθαν στα παιδιά τους να γυρίζουν πριν πέσει ο ήλιος. Κάποιοι τον είχαν δει από κοντά. Κάποιοι είχαν ακούσει μόνο ιστορίες. Υπήρχαν όμως και εκείνοι που είχαν μείνει πίσω από μια πόρτα ακούγοντας τα νύχια του να ξύνουν το ξύλο. Αυτοί δεν μιλούσαν πολύ.
Ώσπου μια μέρα του έστησαν καρτέρι, τον έπιασαν και τον πήραν μακριά. Το χωριό ησύχασε. Στην αρχή οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να κλειδώνουν νωρίς. Με τον καιρό, οι νύχτες έγιναν ξανά συνηθισμένες. Τα παιδιά μεγάλωσαν, οι παλιοί λιγόστεψαν και το δάσος έπαψε να μοιάζει απειλητικό. Έγινε τόπος που προσέλκυε επισκέπτες για περίπατο, για φωτογραφίες, για εκδρομές τα Σαββατοκύριακα.
Κάπως έτσι, οι σύρτες άρχισαν να ενοχλούν. Ήταν βαριοί, σκουριασμένοι και χαλούσαν την όψη των παλιών σπιτιών. Τα φανάρια θεωρήθηκαν ξεπερασμένα. Οι ιστορίες για τον λύκο έγιναν θρύλος της παράδοσης. Και όπως όλοι οι θρύλοι, οι ιστορίες αυτές άγγιζαν την υπερβολή. Κάποιος εξέφρασε την άποψή του στην εφημερίδα αν όντως τελικά υπήρξε λύκος κι αν ήταν τόσο φοβερός όπως τον περιέγραφαν. Μπορεί να είχαν συμβεί κάποια μεμονωμένα περιστατικά, αλλά πόσο μπορούσαν αυτά να δικαιολογήσουν τον φόβο που έμενε πάνω από το χωριό για τόσα χρόνια.
Μετά απ' αυτό, στο καφενείο η κουβέντα άναψε. «Εγώ δεν τον είδα ποτέ», είπε ένας νεαρός. «Ούτε εγώ», συμφώνησε ένας άλλος. «Κι εμένα ο παππούς μου έλεγε διάφορα». Ένας ηλικιωμένος στο διπλανό τραπέζι σήκωσε τα μάτια του. «Εγώ τον είδα», είπε. Για λίγο έγινε ησυχία. Ύστερα κάποιος χαμογέλασε. «Άλλες εποχές τότε, παππού». Ο γέρος χαμήλωσε ξανά το βλέμμα. Σαν να παραιτήθηκε από την ευθύνη να δείξει ότι η μνήμη δεν είναι υπερβολή.
Κάποιο χειμωνιάτικο πρωινό, ένας ξυλοκόπος είδε έναν μεγάλο γκρίζο λύκο στην άκρη του δάσους. Η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία. Σε λίγα λεπτά μαζεύτηκε κόσμος. Ο λύκος δεν γρύλιζε, δεν έδειχνε τα δόντια του, δεν πλησίαζε. Απλώς στεκόταν και κοίταζε το χωριό. Κάποιοι έβγαλαν τα κινητά τους και άρχισαν να τον φωτογραφίζουν. Τα παιδιά τον πλησίασαν περισσότερο. «Δεν φαίνεται επικίνδυνος», είπε κάποιος. «Ίσως να τον είχαμε παρεξηγήσει», είπε ένας άλλος. Κάποιος άλλος γέλασε. «Τόσα χρόνια μάς φόβιζαν άδικα». Κάποιος μάλιστα είπε πως δεν ήταν δίκαιο να κρίνουν ένα ζώο για όσα θυμούνταν οι άλλοι. Οι περισσότεροι συμφώνησαν πως ακουγόταν λογικό. Η λογική, άλλωστε, είναι πολύ πιο άνετη όταν δεν χρειάζεται να κουβαλά μαζί της τη μνήμη, ούτε και τις πληγές της.
Ο γέρος από το καφενείο δεν πήγε να τον δει. Γύρισε σπίτι και στάθηκε μπροστά στην πόρτα του. Είχε βαφτεί πολλές φορές, όμως οι παλιές χαρακιές φαίνονταν ακόμη κάτω από το χρώμα. Τις άγγιξε με τα δάχτυλά του, έκλεισε την πόρτα και έσπρωξε τον σιδερένιο σύρτη που δεν είχε βγάλει ποτέ.
Το επόμενο πρωί ο λύκος είχε φύγει. Δεν πείραξε κανέναν. Αυτό ήταν αρκετό για να θεωρηθεί, από πολλούς, απόδειξη ότι οι παλιοί φόβοι ήταν υπερβολικοί. Λίγους μήνες αργότερα ο Δήμος αποφάσισε να ανακαινίσει τις προσόψεις του χωριού.
Οι πόρτες των σπιτιών τρίφτηκαν, στοκαρίστηκαν και βάφτηκαν από την αρχή. Έγιναν όμορφες και καθαρές, όπως θα ταίριαζε σε ένα χωριό που κοιτά μπροστά και δεν μένει στο παρελθόν του. Τα παιδικά χέρια δεν έβρισκαν πια χαρακιές πάνω στο λείο ξύλο.
Ύστερα από λίγο καιρό, κανείς δεν θυμόταν γιατί υπήρχαν κάποτε σημάδια στις πόρτες.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News