Ο Ταρσανάς του Καστελλορίζου

Ο Ταρσανάς του Καστελλορίζου

Ο Ταρσανάς του Καστελλορίζου

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 2164 ΦΟΡΕΣ

Ψήγματα της πρόσφατης ιστορίας μας

Ο μεγάλος μας ποιητής και λογοτέχνης Μιχαήλ Γ. Πετρίδης, Καστελλορίζιος την καταγωγή, εκτός από την πλούσιά του δράση κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως στο Καστελλόριζο το 1913, μας άφησε πλούτο κειμένων που ως γυμνασιάρχης σε διάφορα σχολεία της Ελεύθερης Ελλάδος, έγραφε. Σε ένα απ’ αυτά, μας γυρίζει πολλά χρόνια πίσω, στα τέλη του 19ου αιώνα και μας φέρνει στα φανταστικά παιδικά του χρόνια, στη μικρή του πατρίδα το Καστελλόριζο: «Το δεύτερο λιμάνι του νησιού, το Μανδράκι, είχε λίγα σπίτια, κι εκείνα χτισμένα στα υψώματα. Το κάτω μέρος του Μαντρακιού, προς τά πευκάκια και την Αγία Παρασκευή καθώς και προς τη φάμπρικα του Καραβία (αλευρόμυλος), ήταν ανοιχτο καί στην ξαπλωσιά του «εναυπηγούντο» τα καράβια μας, που ανάλογα με το μέγεθος και τήν αρματωσιά τους είχαν διαφορετικά ονόματα: μπάρκα-μπέστια, μπρίκια, βουλέττες, σκούνες, τρεχαντήρια, πουμπάρδες, μπρατσιέρες, ψαροπούλες, λατίνια, βάρκες κ.τ.λ. Οι Καστελλοριζιοί πήγαιναν κι’ αγόραζαν συχνά ιστιοφόρα από διάφορα λιμάνια, ελληνικά καί ξένα: απ0 τον Πειραιά, τη Σύρα, τη Χίο, το Γαλαξίδι, τη Σμύρνη, τη Μαρσίλια, το Τριέστι κ.λπ. Μα συχνότερα έφτιαναν καινούρια, «του σκαριού», στον ταρσανά του νησιού τους. Περίφημος ναυπηγός στην τελευταία περίοδο της ακμής της ναυτιλίας μας ήταν ο θείος μου (σύζυγος της αδελφής του πατέρα μου) Νικολέττος Καράλης, Συριανός. Ήταν σπουδαίος πραχτικός τεχνίτης κι όλα τα καράβια, που βγήκαν απ’' αυτον, φημιζόντουσαν για την αντοχή, τήν ομορφιά και τη γληγοράδα τους. Θυμάμαι πως εμείς τα μικρά μαθητούδια μετά το σκόλασμά μας, αν δεν πηγαίναμε για κολύμπι ή γιά ψάρεμα ή για βολτατζάρισμα με καμιά βάρκα ή σκαμπαβία, τους καλοκαιρινούς προπαντός μήνες, τραβούσαμε προς το Μαντράκι, για να παρακολουθήσουμε με μεγάλη περιέργεια κι’ ανεκλάλητη χαρά το κατασκεύασμα των καραβιών. Συνεργεία καραβομαραγκών δούλευαν με προθυμία και κέφι· όλοι τους είχαν, δουλεύοντας, στα χείλη το χαμόγελο ή το τραγούδι. Πλοίαρχοι και ναυτικοί άλλοι, εξόν από τους ενδιαφερομένους, περνούσαν από κοντά και συζητούσαν για τους σκαρμούς, και τα μαδέρια, για το σχέδιο και την επιτυχία του κάθε «υπό κατασκευήν» πλοίου. Οι γυναίκες τών ιδιοκτητών των καραβιών, οι καπιτάνισσες, κατέβαιναν συχνά στο Μαντράκι και για να καμαρώσουν το πλοίο τους και γιά να μοιράσουν στους τεχνίτες γλυκά και φρούτα και να τους κεράσουν κατοπι μαστίχα ή κρασί. Ο πρώτος που έπρεπε να κερασθή ήταν ο μαστρο-Νικολέττος, που ψηλός κι’ όμορφος καθώς ήταν, προκαλούσε το σεβασμόν όλων όχι μόνο για την τέχνη του μα και για το λεβέντικο παράστημά του. Με το μπαστούνι πάντα στο χέρι πότε καθόταν σε καμιά καρέκλα κι από εκεί έδινε τις οδηγίες και διαταγές του στους αρχιτεχνίτες, που τον περικύκλωναν ή πηγαινοέρχονταν απ’ το ατελείωτο ακόμη καράβι, καί πότε ανέβαινε απάνω στις σκαλωσιές του κ’ επιθεωρούσε με προσοχή κάθε εργασία, που γινόταν, κάνοντας τις παρατηρήσεις του και δίνοντας τις συμβουλές του μ’ έντονο μα κ’ ευγενικό τρόπο. Εμείς τα παιδιά, μα κ’ οι μεγάλοι ακόμη, τον εθεωρούσαμε σαν ημίθεο το θείο μου Νικολέττο, αφού βλέπαμε πώς από κάτι σωρούς πευκόξυλα κατώρθωνε να φτιάνη τα πανώρια εκείνα καράβια, που στόλιζαν το λιμάνι μας αραγμένα ή ξεκινούσαν για το ταξίδι κ’ εγύριζαν από τά ξένα μέ τόσην υπερηφάνεια». Ντοκουμέντο για το Παρθεναγωγείο Το υπογράφει μια Δωδεκανήσια. Προφανώς πρόκειται για μαρασιώτισσα που όπως φαίνεται γνώριζε πολλά για την κατάσταση που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Ίσως να τα έμαθε από τους γονείς ή από τους παππούδες της. Είναι γραμμένο το 1933 και πραγματικά μας δίνει ένα ντοκουμέντο: «Ήταν το έτος 1883 και το Παρθεναγωγείο της Ρόδου στεγαζόταν ακόμη στην αίθουσα που βρισκόταν πάνω από τα κελιά των ιερέων στον αυλόγυρο της Ιεράς Μητροπόλεως. Ήταν το μόνο Παρθεναγωγείο της Ρόδου και γι’ αυτο μαζεύονταν εκεί απ’ όλα τα κοντινά και μακρινά μαράσια τα κορίτσια της Ρόδου. Πολλά περπατούσαν και μισή ώρα πρωί και βράδυ, συνοδευόμενα πάντοτε από μια γερόντισσα-που κάθε μαράσι διάλεγε-φορτωμένη με τα καλαθάκια τους για το μεσημεριανό τους φαγητά και που ήταν υποχρεωμένη να πηγαίνει να τα παίρνει κάθε βράδυ και να τα παραδίδει στα σπίτια τους. Ούτε το κρύο ούτε η βροχή τα εμπόδιζε να πηγαίνουν τακτικά στο σχολείο τους, χωρίς παλτό και αδιάβροχα, άγνωστα εκείνη την εποχή στα νησιά. Μια ομπρέλλα και ένα σάλι τα εξυπηρετούσε θαυμάσια. Κρυωμένα παγωμένα λιάζονταν στο σχολείο με την ιδέα πώς να βρουν λίγη ζεστασιά εκεί, αλλ’ έβρισκαν περισσότερο κρύο γιατί η αίθουσα ήταν πελώρια με γύρω τριγύρω παράθυρα τζάμινα που από τις χαραμάδες ο ψυχρός βοριάς έμπαινε και τις τρυπάνιζε ως τα κόκαλα. Αυτή την ελεεινή κατάσταση επιθυμούσε να διορθώσει ο αείμνηστος μητροπολίτης Γερμανός, ο κατόπιν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αλλά δεν είχε χρήματα, μόνο τέσσερις χιλιάδες γρόσια είχε το ταμείο του και άρχισε μια πάλη μέσα του. Να περιμένει να μαζευτεί όλο το ποσό, που χρειαζόταν για χτισθεί το σχολείο, ή να βάλει εμπρός με την ελπίδα ότι θα τον βοηθήσουν και οι πλούσιοι για να το τελειώσει. Αποφάσισε το δεύτερο, ανακοίνωσε τη σκέψη του στους προύχοντες και όλοι από συμφώνου την ενέκριναν με ενθουσιασμό. Ορίστηκε ο τόπος μεταξύ της αστικής Σχολής και του ναού της Ιεράς Μητροπόλεως, κάλεσε όλους όσοι είχαν ζώα και όλους τους τεχνίτες και τους πρότεινε, στους τεχνίτες να δουλεύουν κάθε Κυριακή δωρεάν και σε κείνους που είχαν ζώα, μια μέρα τη βδομάδα να κουβαλούν πέτρες και ό,τι υλικά μπορούσε να προσφέρει ο καθένας τους. Όλοι ενθουσιασμένοι δέχτηκαν αυτή την πρόταση και άρχισε το άνοιγμα των θεμελίων. Μια Κυριακή πρωί η αξίνα του χτίστη χτύπησε πάνω σε ένα δέμα και ξεχύθηκαν νομίσματα. Οι χτίστες σταμάτησαν και ειδοποίησαν τους προύχοντες και το δεσπότη που αυτός για να φτάσει πρώτος πήγε με τις παντούφλες και με το σκούφο και καθισμένος κοντά στα θεμέλια παρακολουθούσε το κοσκίνισμα του χώματος γιατί τα νομίσματα είχαν σκορπίσει. Δυστυχώς αυτά ήταν χάλκινα και χωρίς καμιά αξία, τυλιγμένα μέσα σε κουρέλια με μια νεκροκεφαλή. Με τις δραστήριες ενέργειες του Δεσπότη πολλοί πλούσιοι έδωσαν τη συνδρομή τους και με την έντονη εργασία που σαν μελίσσια δούλεψαν οι τεχνίτες και οι αγωγιάτες, το σχολείο τελείωσε και για την εποχή εκείνη θεωρούνταν τέλειο, αργότερα με τη συνδρομή των Καζούλληδων των καλών πατριωτών έγινε διάφορο και ένα από τα καλύτερα σχολεία της Ρόδου» Ο μητροπολίτης Γερμανός γεννήθηκε στον Μπαλατά Φαναρίου το 1835 και αποδήμησε στη Χαλκηδόνα το 1920. Μητροπολίτης Κώου (1867), Ρόδου (1876-1888), Ηρακλείας (1888-1897), Χαλκιδόνος (1897-1913), Οικουμενικός Πατριάρχης εξελέγη στις 28 Ιανουαρίου 1913. Αυταρχικός δεν υπήρξε ποτέ αγαπητος στο λαό. Στις 7 Οκτωβρίου 1918 αποδοκιμάστηκε στον πατριαρχικό ναό και ύστερα από πέντε μέρες παραιτήθηκε του θρόνου και απεσύρθη στη Χαλκηδόνα. Η Μάγδα Μαριά στο βιβλίο της «Εκπαιδευτήρια της Δωδεκανήσου» μας πληροφορεί ότι η άδεια για την ανέγερση του Παρθεναγωγείου δόθηκε το 1884, με σχέδια που εκπόνησε ο πρωτομάστορας Χριστοφής Μαλλιάκας. Για την αποπεράτωση του έργου δαπανήθηκαν 48.843, 10 γρόσια-υπήρξε δωρεά του Παύλου Καζούλλη. Το 1932 ο Μιχαήλ Καζούλλης πρόσφερε μεγάλη δωρεά και χτίστηκε ο α΄ όροφος. Η «Δωδεκανήσια» συνεχίζει: Πόσο ευτυχισμένες ήταν οι μαθήτριες που μπήκαν πρώτες στο νεόχτιστο σχολείο!.. Τους φαινόταν σαν ένα όνειρο, άκουαν την παράδοση του μαθήματος, κάθε τάξη στη δική της αίθουσα χωρίς να συγχέεται η φωνή του καθηγητή με τη φωνή του δασκάλου., όπως γινόταν στο παλιό σχολείο, είχαν αυλή για να παίξουν και άφθονο νερό για να πλυθούν, είχαν και τη Διευθύντριά τους που την αγαπούσαν σαν μάνα τους και την θεωρούσαν πολύ καλορίζικη γιατί στις ημέρες της χτίστηκε το ονειρεμένο σκολειό. Ο δεσπότης καμάρωνε για το έργο του που έδωσε χαρά και ευτυχία στα κορίτσια και στους δασκάλους και είχε μεγάλη περηφάνια όταν κανένας ξένος το επισκεπτόταν. Εκείνη την εποχή πέρασε από τη Ρόδο ένας πασάς και θέλησε να επισκεφθεί τα σχολεία. Ειδοποιήθηκαν ο πελεκάνος διευθυντής του Σχολείου αρρένων και η Παρασκευή Λοριντζιάδου Διευθύντρια του παρθεναγωγείου να ετοιμαστούν για να υποδεχτούν τον πασά. Αυτός με τη συνοδεία του επισκέφθηκε πρώτα το σχολείο των αρρένων αλλά δεν του είχαν καμιά ετοιμασία. Πήγε κατοπιν και στο παρθεναγωγείο που το είχαν ραντισμένο με ροδόσταμο και άνθη και έμοιαζε σαν κήπος μοσχοβολημένος· προσφερθήκανε ανθοδέσμες σε όλους που ακολουθούσαν τον πασά και σ’ αυτον η μικρή κόρη της διευθύντριας με μια γαλλική προσφώνηση του πρόσφερε και μια καλλιτεχνική ανθοδέσμη από τα πιο διαλεχτά άνθη της ρόδου και αυτος με μεγάλη συγκίνηση την ευχαρίστησε και τη φίλησε στο μέτωπο, εψάλησαν διάφορα σχολικά άσματα και ο ύμνος του Σουλτάνου. Ο πασάς ενθουσιασμένος για την υποδοχή που του έγινε, υποσχέθηκε να κάμει από ένα φόρεμα σε κάθε μαθήτρια, αλλά η υπόσχεση έμεινε μόνο υπόσχεση. Σε εκείνα λοιπόν τα χρόνια της μαύρης σκλαβιάς και τα θρησκευτικά και η ιστορία και αυτή ακόμη η ιστορία του 1821 διδάσκονταν ελεύθερα, γιατί ο καλός εκείνος ποιμενάρχης με την αγάπη στους ροδίτες και νησιώτες, μεταχειριζόταν κάθε μέσο για να εξομαλύνει τις δυσκολίες που συχνά παρουσιάζονταν από την Τουρκική Διοίκηση και τα σχολεία λειτουργούσαν σαν να ήταν σε ελεύθερα νησιά». Γράφει ο Κώστας Τσαλαχούρης, Δημοσιογράφος- Ιστορικός Ερευνητής

Διαβάστε ακόμη

Ο χάρτης και τα έγγραφα: Όταν η Τουρκία συμφωνούσε ότι δεν είχε αξιώσεις στα Δωδεκάνησα

Επιστήμονες ανακάλυψαν νέο είδος εντόμου σε σπηλιά στο Καστελλόριζο

Ο βομβαρδιστής από την Σύμη….

Νικόλας Πασπάλης – Φτωχόπαιδο από το Καστελόριζο ξενιτεύτηκε στην Αυστραλία για να βρει την τύχη του και έγινε ο πλουσιότερος καλλιεργητής μαργαριταριών στον κόσμο (pics+vid)

Η περιοδεία της Παναγίας της Σκιαδενής τη Σαρακοστή και τη Λαμπροβδομάδα: Θαυματουργές ιάσεις – πετρωμένα καράβια

Μ. Κολεζάκης: Η σημασία της 31ης Μαρτίου 1947 μέσα από τον τύπο της εποχής

Ν. Στ. Μανούσης: Η ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων και η στιγμή της συλλογικής λύτρωσης

Al Bowlly: Ο Έλληνας από τη Ρόδο που έγινε ο πρώτος «ποπ σταρ» στον κόσμο