Του
Γεωργίου Χρ. Μπάρδου
θεολόγου
Το μεσημέρι της πρώτης Νοεμβρίου 1940, μόλις τέσσερις ημέρες μετά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, ο πρώτος έλληνας αξιωματικός που πότισε με το αίμα του τα βουνά της Ηπείρου ήταν ο Δωδεκανήσιος από τη Χάλκη Αλέξανδρος Διάκος (Μπέλισος).
Υστερα από σκληρή μάχη δύο ημερών ο υπολοχαγός Αλ. Διάκος στις προσπάθειές του να καταλάβει το ζωτικής σημασίας ύψωμα, άφησε την τελευταία του πνοή καθώς προσπαθούσε να καταλάβει την κορυφή, γαζωμένος από εχθρικό πολυβόλο.
Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε το έτος 1911 στο νησί Χάλκη της Δωδ/σου από γονείς Χαλκίτες.
Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο Χάλκης.
Το 1927-1931 στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο. Το 1931 εισάγεται στη Σχολή Ευελπίδων και το 1934 ονομάζεται ανθυπολοχαγός Πεζικού και το 1937 προάγεται σε υπολοχαγό. Υπηρετεί στο 4ο Σύνταγμα Πεζικού. Ο πόλεμος του 1940 βρίσκει τον Διάκο διοικητή του 2ου λόχου του 1ου Τάγματος του 4ου Συντάγματος Πεζικού με διοικητή τον Ταγματάρχη Πεζικού Ιωάννη Καραβία στις Μάχες της Πίνδου.
Το πρωί της 1ης Νοεμβρίου 1940 οι λόχοι του 1ου Τάγματος 4ου Συντάγματος βρίσκονται καθηλωμένοι σε θέση λίγα λεπτά από το χωριό Ζούζουλη. Τα δε επίκεντρα σημεία τα υψώματα του Γάβρου και της Τσούκας, ήταν πιασμένα από τους Ιταλούς. Η εντολή της Μεραρχίας, που δόθηκε το ίδιο πρωί της 1ης Νοεμβρίου, έλεγε ότι πάση θυσία έπρεπε να καταληφθούν τα δύο υψώματα του Γάβρου και της Τσούκας από τους λόχους του 1ου Τάγματος για να μπορέσει να κινηθεί το 4ο Σύνταγμα προς το μέρος των Ιταλών.
Μόλις πληροφορήθηκε αυτήν την εντολή της Μεραρχίας ο Διάκος επισκέφθηκε στη σκηνή του στα υψώματα του χωριού Ζούζουλη τον Ταγματάρχη Καραβία και του είπε τα παρακάτω, όπως μας τα αφηγείται ο ίδιος ο Καραβίας σε αναφορά του.
«...Με επλησίασε, μου έσφιξε το χέρι και μου είπε: Είσαι ο παλιός μου διμοιρίτης στη Σχολή Ευελπίδων. Αύριο θα δείξουμε σε αυτούς που κατατυρανούν την πατρίδα μου τριάντα χρόνια.
Ζητώ μια χάρη, ταγματάρχα μου, να τοποθετηθώ στο πιο επικίνδυνο σημείο, που θα ξαναβρώ μια τέτοια ευκαιρία, για να εκδικηθώ τους τυράννους και να βροντοφωνήσω σε όλο τον κόσμο πως η Δωδεκάνησος ελευθερώνεται...».
Την ευκαιρία την βρήκε. Με τον λόχο του διατάχθηκε να καταλάβει το ύψωμα της Τσούκας που υπεράσπιζε τη προέλαση της Ιταλικής μεραρχίας Τζούλια προς το Μέτσοβο. Στις 10 η ώρα το πρωί της 1ης Νοεμβρίου εξορμά ο ηρωϊκός μας Διάκος για να καταλάβει το ύψωμα της Τσούκας. Λεοντάρι αυτός επί κεφαλής λεοντόκαρδων παλληκαριών του. Τρεις φορές το καταλαμβάνει και τρεις φορές αναγκάζεται από την αριθμητική υπεροχή των Ιταλών να το εγκαταλείψει.
Ορμά για τέταρτη φορά και ο Διάκος γαζώνεται από Ιταλικό πολυβόλο και πέφτει νεκρός, μεθυσμένος από πίστη και πολεμικό ενθουσιασμό. Το κορμί του βρέθηκε ύστερα από τρεις μέρες και τάφηκε από τις ηρωϊκές γυναίκες της Πίνδου στο κοιμητήριο του χωριού Ζούζουλη, όπου αναπαυόταν μέχρι το 1958.
Ο Διάκος έγινε σύμβολο της ελληνικής ανδρείας και των πολιτισμένων λαών και ελεύθερων ανθρώπων. Στις 26 Οκτωβρίου 1958 έγινε η ανακομιδή των οστών του και στις 14 Νοεμβρίου 1958 τοποθετήθηκαν κάτω από την ανδριάντα του που βρίσκεται στο Μανδράκι της Ρόδου. Ανδριάντας του βρίσκεται και στη πατρίδα του Χάλκη σε κεντρικό σημείο.
Η φωτογραφία του τοποθετήθηκε στην αίθουσα τελετών του Βενετοκλείου Γυμνασίου. Η ανδρεία και αυτοθυσία του υμνήθηκαν από τους ποιητές Μιλτ. Μαλακάση και τον Γερασ. Δρακίδη.
Στις εθνικές γιορτές οι μαθητές του Βενετοκλείου καταθέτουν στεφάνι στον ανδριάντα του.
Αιωνία η μνήμη του.