Ο Εθνάρχης Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος και η συμβολή του στο δωδεκανησιακό ζήτημα

Ο Εθνάρχης Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος και  η συμβολή του στο δωδεκανησιακό ζήτημα

Ο Εθνάρχης Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος και η συμβολή του στο δωδεκανησιακό ζήτημα

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 799 ΦΟΡΕΣ

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας «Ο προκείμενος νεκρός, αγαπητοί φίλοι, ήταν ένας αληθινός Ανδρας, με μεγάλο θάρρος, με αυτοπεποίθη και δι’ εαυτόν και δια τον λαόν, τον οποίον εκλήθη να κυβερνήση. Ισως έκαμε πολλά σφάλματα, αλλά ποτέ δεν τού απέλιπε το θάρρος, ποτέ δεν υπήρξεν μοιρολάτρης, διότι ποτέ δεν επερίμενε από την μοίραν του να ιδή την χώραν του προηγμένην. Αλλά έθεσεν εις την υπηρεσίαν της, όλο το πυρ, που είχε μέσα του, κάθε δύναμιν ψυχικήν και σωματικήν». (Από την αγόρευση του Ελ. Βενιζέλου στη Βουλή, στις 28.4.1932, απαντώντας στον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Βρίσκεται γραμμένη επί του τάφου του στο Ακρωτήρι της Κρήτης). * * * Συμπληρώνονται σήμερα 76 χρόνια από της 18ης Μαρτίου 1936, όπου αυτοεξόριστος στο Παρίσι πέθανε μία από τις εξέχουσες πολιτικές προσωπικότητες του 20ού αιώνα: ο Εθνάρχης Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος. Στην Ελλάδα, μετά τη στρατιωτική επανάσταση του 1909 και ειδικότερα από το 1910 μέχρι το 1920, τόσο στην εσωτερική πολιτική, όσο και στις εξωτερικές σχέσεις της Χώρας, κυριάρχούσε, σχεδόν, κατ’ αποκλειστικότητα, η φυσιογνωμία του Ελευθερίου Βενιζέλου. Με το δεδομένο αυτό, είναι βέβαιο, πως κατά την 11ετία αυτή ο Εθνάρχης Ελευθέριος Βενιζέλος, ως υπεύθυνος Κυβερνήτης, κατευθυντήριος νους και “αρχιτέκτονας” τής τότε εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας, στο πλευρό της Αντάντ, άφησε την προσωπική του σφραγίδα και έδωκε καινούργια ελπιδοφόρα διάσταση, εκτός, των άλλων, και στα απολυτρωτικά θέματα, ένα από τα οποία ήταν και το Δωδεκανησιακό Ζήτημα. Μετά τους νικηφόρους βαλκανικούς πολέμους, ο Βενιζέλος διακατεχόταν από την πεποίθηση, ότι τα Δωδεκάνησα θα περιέρχονταν στην Ελλάδα και διαμηνούσε στον Πρεσβευτή μας στο Λονδίνο Ρωμανό: «Μην πιέζετε περισσότερο τα πράγματα. Δεν έχομεν, πλέον, ανάγκη να ζητιανεύωμεν. Ολα τα νησιά θα τα πάρουμε το σπαθί μας». Σε υπομνήματά του, δε, τον Ιανουάριο του 1913, προς τους Πρωθυπουργούς της Αγγλίας και Γαλλίας τόνιζε: «... Διεκδικούμε τα Δωδεκάνησα, όχι σαν κατάκτηση, αλλά σαν Εθνική κληρονομιά. Οι τίτλοι μας προγενέστεροι και ανώτεροι από τον πόλεμον· μας δόθηκαν από την αρχή των Εθνοτήτων, γιατί πουθενά δεν θα βρει κανείς ένα πληθυσμό πιο ομογενή, καθαρής καταγωγής και με τα πιο δυνατά εθνικά ιδεώδη, παρά μόνο στο Αρχιπέλαγος». Τον Σεπτέμβριο του 1911 η Ιταλία κήρυξε πόλεμο κατά της Τουρκίας, με αφορμή τις Οθωμανικές Επαρχίες στην Τριπολίτιδα και Κυρηναϊκή και το Μάιο το 1912 κατέλαβε τη Δωδεκάνησο, ύστερα από άδεια της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, υπό τύπον προσωρινότητας, με το αιτιολογικό να εκβιάσει, δήθεν την Τουρκία σε υποχωρήσεις, ως προς τις προαναφερθείσες δύο περιοχές στην Αφρική. Υπό το πρόσχημα αυτό έμπαινε σε εφαρμογή μακροπρόθεσμη πολιτική επέκτασης της Ιταλίας προς τη Μεσόγειο και αλλού. Επεκτακτική πολιτική, την οποία συνέχισε εντονότερα και απροκάλυπτα και ο Μουσολίνι, μετά το 1922, κατακτώντας στη δεκαετία του 1930, την Αιθιοπία και την Αλβανία, το 1935 και 1939 αντίστοιχα. Στα παραπάνω πλαίσια και με τον κυνισμό που διακρίνει πάντοτε τις ενέργειες και αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και όπως μαρτυρούν, επιπρόσθετα, και τα ευρωπαϊκά διπλωματικά αρχεία της εποχής εκείνης, αυτές οι Δυνάμεις ανέβαλαν κατά το 1913, να καθορίσουν την τύχη των Δωδεκανήσων. Με τα προαναφερθέντα δεδομένα, η ελληνική εξωτερική πολιτική στο Δωδεκανησιακό Ζήτημα, έντονα και χωρίς παρεκκλίσεις, τουλάχιστον μέχρι το 1920, υπό την καθοδήγηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, καθόρισε ως πυξίδα την πάγια τακτική της, έναντι της ιταλικής κατοχής, η οποία συνοψιχόταν: Διατήρηση της Ελληνικότητας της Δωδεκανήσου, με απώτερο στόχο, εν καιρώ, τη διεκδίκηση υπό της Ελλάδας των ιστορικών και εθνολογικών τίτλων. Να παραμείνει, δε, με κάθε τρόπο και θυσία, ανοικτό το πολιτικό Ζήτημα της τύχης της Δωδεκανήσου· έστω, και με ορισμένες πρόσκαιρες διπλωματικές υποχωρήσεις. Η παραπάνω γραμμή έπρεπε να τηρείται απαρέγκλιτα, γιατί η Ιταλία, ως Μεγάλη Δύναμη του Μεσοπολέμου, είχε τα προς τούτο μέσα να επηρεάζει τις άλλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, ότι το δωδεκανησιακό σύμπλεγμα Isole Italiane dell’ Egeo, όπως καθιερώθηκε να το αναφέρουν στα έγγραφά τους, στις συναλλαγές και κάθε είδους αναφορές, ήταν γι’ αυτήν μεγίστης σπουδαιότητας. Εξάλλου, οι κατακτητές, ανάλογα με τους επιδιωκόμενους σκοπούς τους, προσδιόριζαν και την ταυτότητα του πληθυσμού των νησιών! Ετσι, οι Ιππότες κατά την επί 213 χρόνια παραμονή τους, κατέγραφαν τους Δωδεκανησίους “Ελληνες” και όχι “Ορθόδοξους” για να μην φαίνεται, καθώς νόμιζαν, ο σύνδεσμος και η εξάρτηση της Δωδεκανησιακής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, ενώ η Ιταλία ως “Ορθοδόξους” και όχι “Ελληνες” στην απέλπιδα προσπάθειά της να μειώσει τον ίδιο Εθνολογικό χαρακτήρα, που έχουν επί αιώνες οι δώδεκα ασάλευτοι βράχοι με το Γένος των Ελλήνων και ως εκ τούτου, με το Ελεύθερο Ελληνικό Κράτος. Μέχρι το 1920 το Δωδεκανησιακό Ζήτημα πέρασε από πολλές φάσεις. Με επικεφαλής την Εκκλησία και με την σύμπνοια των τοπικών παραγόντων, άρχισε να διαγράφεται προοπτική επίλυσής του. Ως πρώτη άμεση ενέργεια στα ύπουλα σχέδια των Ιταλών, ήταν να οργανωθεί και να πραγματοποιηθεί με κάθε μυστικότητα στις 4 Ιουνίου (π. ημερ.) 1912 στο Ιερό νησί του Ιωάννου του Θεολόγου, στην Πάτμο, Πανδωδεκανησιακό Συνέδριο. Η ιταλική διοίκηση δεν δέχθηκε το Ψήφισμα των Αντιπροσώπων της Δωδεκανήσου και το απέρριψε χωρίς συζήτηση. Κατόπιν τούτου, Επιτροπή αποτελούμενη από τον ιατρό Θεόδωρο Κωνσταντινίδη από τη Ρόδο και Μιχάλη Νεοκλή Καλαβρό από την Κάλυμνο και Μιχαήλ Βενιαμίν από τη Σύμη επισκέφθησαν ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για ενημέρωση της κοινής γνώμης. Ολες αυτές οι τοπικές ενέργειες είχαν την έγκριση του Πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελευθερίου Βενιζέλου. Με τη λήξη του πρώτου παγκόσμιου πολέμου και με αφορμή τη διακήρυξη των νικητών για το δόγμα της αυτοδιάθεσης τωνλαών, οργανώθηκε και εκδηλώθηκε σε ολόκληρη τη Δωδεκάνησο ταυτόχρονα, συλλαλητήριο το 1919, ανήμερα του Πάσχα. Στις 29 Ιουλίου 1919 υπογράφεται Συνθήκη μεταξύ των Κυβερνήσεων Ελλάδας-Ιταλίας. Η Συνθήκη αυτή γνωστή υπό το όνομα Τittoni - Βενιζέλου, αναπτέρωσε τις ελπίδες του δωδεκανησιακού λαού, καθόσον, σύμφωνα με τους όρους της, η Ιταλία παραχωρούσε στην Ελλάδα αμέσως την κυριαρχία της Δωδεκανήσου, εκτός της Ρόδου, η οποία θα παραδιδόταν μετά πενταετία με δημοψήφισμα. Ενα χρόνο αργότερα, στις 22 Ιουλίου 1920, καταγγέλλεται από την Ιταλία η παραπάνω Συνθήκη. Τον Αύγουστο, όμως του ίδιου έτους υπογράφεται η Συνθήκη των Σερβών και με τη Συμφωνία Βonino - Βενιζέλου επικυρώνεται, σχεδόν, η προηγούμενη Tittoni - Βενιζέλου, με τη διαφορά, ότι το Δημοψήφισμα για τη Ρόδο θα διενεργούταν μετά 15 χρόνια. Σε γενικές γραμμές αυτά είναι τα κύρια σημεία της διπλωματικής ιστορίας του Δωδεκανησιακού Ζητήματος, μέχρι το 1920, με πρωτεργάτη τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ωστόσο, αντίθετα με τη δεκαετία του 1910, στην επόμενη του 1920, από την αρχή ήδη άρχισαν να δημιουργούνται δυσμενείς συγκυρίες για το Δωδεκανησιακό Ζήτημα, τόσο στο εσωτερικό της Δωδεκανήσου, όσο και στο πολιτικό τοπίο της Ελλάδας. Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 καταψηφίστηκε και χάνει την εξουσία ο Ελευθέριος Βενιζέλος και αλλάζει η πολιτική φυσιογνωμία της χώρας. Ο Βενιζέλος δεν εκλέγεται ούτε καν βουλευτής. Και να υπογραμμιστεί ότι, όταν ο Βενιζέλος έχασε αυτές τις κρίσιμες εκλογές, η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου, (ο ένδοξος “Αβέρωφ”), βρισκόταν αγκυροβολημένη στην Κωνσταντινούπολη, στα ανοικτά του Κεράτιου Κόλπου. Ταυτόχρονα, ο Βενιζέλος αναγνωριζόταν απ’ όλη την Ευρώπη, ο πιο επιτυχημένος και εμπνευσμένος ηγέτης και διπλωμάτης. Την εκλογική ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου, οι ιστορικοί την κατατάσσουν σαν μία από τις αρνητικές φάσεις του ελληνικού λαού. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και άλλα παρόμοια, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, θα πει το 1977: «... Δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι σαν λαός κάναμε τα μεγαλύτερα πολιτικά σφάλματα στις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής του Εθνους». Εξάλλου, ενώ στο εσωτερικό της Χώρας δημιουργούταν νέα κατάσταση πραγμάτων, ο πόλεμος στη Μικρά Ασία συνεχιζόταν και ολοένα απέβαινε σε βάρος μας. Ετσι, η κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργηθείσα, πλέον, κατάσταση ενυοούσε, φυσικά, πέραν των άλλων, και τα σχέδια των Ιταλών στη Δωδεκάνησο. Η ιταλική διοίκηση Δωδεκανήσου εξορίζει στις 26 Σεπτεμβρίου 1921 το Μητροπολίτη Ρόδου Απόστολο Τρύφωνα, με το πρόσχημα ότι δεν παραβρέθηκε στην υποδοχή του Διαδόχου - του ιταλικού θρόνου στην ουσία, όμως, για να τον εκδηθεί για την οργάνωση των Συλλαλητηρίων τού 1919. Τον Ιούλιο του 1922 απελαύνεται από τους Ιταλούς στο Καστελλόριζο και ο Μητροπολίτης Καρπάθου Γερμανίας Μανούδης. Τον Ιούλιο του 1924 πεθαίνει ο Μητροπολίτης Κω Αγαθάγγελος. Κι ενώ στην Ελλάδα είχαμε να αντιμετωπίσουμε δύσκολες καταστάσεις, στην Ιταλία τον Οκτώβριο του 1922, πραγματοποιείται πολιτική αλλαγή, που την ευνοούσε, ως προς το Δωδεκανησιακό Ζήτημα τουλάχιστον. Στην εξουσία ανέρχεται το φασιστικό κόμμα και, συν τω χρόνου, η Ιταλία του Μουσολίνι αρχίζει να υπολογίζεται ακόμη περισσότερο, όχι μόνο σαν ευρωπαϊκός, αλλά και διεθνής παράγοντας στις δεκαετίες του 1920 και 1930. Με αυτά, λοιπόν, τα δεδομένα, στις 25 Σεπτεμβρίου του 1922, η Ιταλία βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία για να προβεί στη δήλωση, ότι δεν θεωρεί πια ισχύουσα τη Συνθήκη των Σεβρών, σύμφωνα με την οποία, η εκτός των άλλων πλεονεκτημάτων για την Ελλάδα, παραχωρούνταν, ως προαναφέρεται, τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα. Απεναντίας, η Τουρκία παραχώρησε στην Ιταλία τα δικαιώματά της επί της Δωδεκανήσου και “μονιμοποιούταν” στα νησιά η ιταλική κατοχή, που άρχισε από το 1912. Στις 19 Αυγούστου του 1928, διεξάγονται βουλευτικές εκλογές και αναδεικνύεται πανίσχυρος ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Μετά την κατρακύλα του Νοεμβρίο του 1920, ο λαός τον επαναφέρει στην Αρχή, σαν Μεσσία ύστερα από οκτώ χρόνια. Κατά τους προεκλογικούς του λόγους ο Βενιζέλος καλούσε τον ελληνικό λαό να λησμονήσει την μακραίωνα προς την Τουρκία έχθρα και ενεφάνισε την φιλία προς την Ιταλία, ως ισοδύναμο προς την φιλία με την Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία. Ετσι, παρά τις σημειωθείσες αρχικά ααντιδράσεις, συν τω χρόνω, άρχισαν να γίνονται κατανοητοί οι διπλωματικοί χειρισμοί του Βενιζέλου. Ο ιστορικός και πολιτικός Σπύρος Μαρκεζίνης, οριοθετώντας συμπερασματικά την εξωτερική πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου, γράφει: «... Οταν ήλθε εις την Ελλάδα το 1910, άξιον της πολιτικής του είναι η Αντάν» και εν συνεχεία η συνεργασία των Βαλκανίων, έναντι της Τουρκίας, αφού απέτυχεν η προσέγγισηή του προς εκείνην. Το 1928 θα αποβλέψει εις καλάς σχέσεις με την Γιουγκοσλαβίαν, ακόμη και με αυτήν την Βουλγαρίαν, αλλά βασικώς την φιλίαν του στηρίζει, πλέον, εις την Τουρκίαν και Ιταλίαν». Ευθύς, μετά την υπογραφή του Συμφώνου φιλίας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ευρισκόμενος στη Ρώμη, έκανε δηλώεις, στις οποίες τόνιζε: «... Το Δωδεκανησιακό Ζήτημα δεν υφίσταται μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, όπως δεν υφίσταται και το Κυπριακόν, μεταξύ Ελλάδας και Μεγάλης Βρετανίας. Οπως η Κύπρος δεν ημπόδισεν, επί ήμισυ, ήδη, αιώνα, αφότου κατέχεται υπό της Μεγάλης Βρετανίας, τας αρίστας προς την τελευταίαν ταύτην σχέσεις της Ελλάας, δεν δύνανται και δεν πρέπει και η Δωδεκάνησος να εμποδίσει την ανάπτυξιν και εμπέδωσιν σχέσεων φιλίας και εμπιστοσύνης μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας». Στις εκλογές του 1933, ο Βενιζέλος καταψηφίζεται. Για να επαληθευθεί το κοινώς λεγόμενο: «Ο λαός ανεβάζει και ο λαός κατεβάζει. Εν τω μεταξύ την περίοδο που επακολούθησε μέχρι το 1935, μεσολαβούν διάφορα δυσάρεστα εσωτερικής φύσεως γεγονότα, ο Βενιζέλος, μαζί με άλλους καταδικάζεται ερήμην για τη συμμετοχή του στο αψυχολόγητο, κατά τη γνώμη μας, κίνημα του Μαρτίου του 1935, το οποίο πραγματοποίησαν Βενιζελικοί αξιωματικοί, με πλήρη κάλυψη του Βενιζέλου. Και το πρωινό της 18ης Μαρτίου 1936 εξόριστος, πεθαίνει στο Παρίσι και όπως τότε παραστατικά γράφτηκε: «Η δρυς έπεσε». Ετσι, έφυγε για πάντα κι έσβησε μακριά από την Ελλάδα, μακριά από την Κρήτη του, την οποία πολύ αγάπησε και η οποία με τη σειρά της, του ανταπέδιδε την αγάπη της. Μακριά από τους Ελληνες, όπως ο Χαρίλαος Τρικούπης το 1896. Τάφηκε και αναπαύεται στο Ακρωτήρι της Κρήτης. * * * Με το θάνατο του Ελευθερίου Βενιζέλου έκλεισε μια 25ετία τού Δωδεκανησιακού Ζητήματος, η οποία είτε κατά τρόπον άμεσο, είε έμμεσο, φέρει την προσωπική σφραγίδα του. Ετσι παράληλλα με το Πανελλήνιο, και η Δωδεκάνησος έχει επιπρόσθετα λόγο να χρεωστά ευγνωμοσύνη στο εκλεκτό τέκνο της Μεγαλονήσου Κρήτης. Και όπως τονίζει ο Μανώλης Μελάς: «... Οι περιφανείς διπλωματικές ικανότητες του Βενιζέλου αποτέλεσαν το βάθρο, που πάνω του στηρίχτηκαν όλες οι μετέπειτα ενέργειες και οι αγώνες, για την τελική δικαίωσή τους».

Διαβάστε ακόμη

Εμμανουήλ Κολεζάκης: ΗΜΕΡΑ ΛΟΓΟΥ (LONDON SCHOOL of ECONOMICS)-ORATION DAY LSE 1922

Ιωάννης Σ. Κουμπιάδης: Η «Ελληνιστική» Ρόδος και η Γεωπολιτική της Αλήθεια: Πέρα από τον Μύθο των Ιπποτών

Γιάννης Σαμαρτζής: Η συμβολή της επιχειρηματικότητας στην οικονομική ανάπτυξη: Η περίπτωση της χώρας μας

Για την «περβόλα» της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου. Ένας επίλογος

Κωνσταντίνος Σάρλης: Τι τις ήθελε η κυβέρνηση τις αυξήσεις σε υψηλόβαθμους ιεράρχες;

Αργύρης Αργυριάδης: Η «επιτελικοποίηση» της διαφθοράς

Γεώργιος Σάββενας: Ο «χώρος» που μας ενώνει

Μανώλης Κολεζάκης: Μεταρρύθμιση στο Δημόσιο Σχολείο, βασικοί άξονες