Η Ελληνική Λεβεντιά ξεσηκωμένη
μιάν αξέχαστη τ Οκτώβρη μέρα
στη μάχη ορμά αντρειωμένη
τον Ιταλό να κάμη πέρα
Μέσ απ τους πρώτους ξεχωρίζει
λεβεντονιός ατρόμητος σαν δράκος
τους Ιταλούς σαν στάχυα τους θερίζει
κι αυτός είν ο Αλέξανδρος ο Διάκος
Η βαθειά του αγάπη στην πατρίδα
τον κίνδυνο τον κάνει ν αψηφάει
το σώμα του ας γίνει μια ασπίδα
τα ιερά απ τον εχθρό να προφυλάει
Τον μεθάει λες τον ντουφεκίδι
δεν δειλειά απ του εχθρού τα στίφη
τον πόλεμο τον βλέπει σαν παιγνίδι
δεν τον τρομάζουνε των φασιστών τα ξίφη
Παιδιά εμπρός, φωνάζει, μη φοβάσθε
ορμάτε κατά πάνω τους με λύσσα
η Ελλάς ποτέ δεν πέφτει, μη πλανάσθε
τραβάτε εμπρός, εμπρός και όλο ίσα.
Μέσα στις φλόγες της φωτιάς ορμάει
σαν στο χορό σε πανηγύρι
τριγύρω του τον θάνατο σκορπάει
εξουθέθωσιν εις τον εχθρό τον κακομοίρη
Λυσσομανά ο Duce και σφαδάζει
βλέποντας την ήττα των δικών του
αδυσώπητη επίθεση προστάζει
για να ξεπλύνει την ντροπή των μαχητών του.
Κι ενώ στο οχυρό ορμά αρματωμένος
με χειροβομβίδα στο δεξί του οπλισμένος
κι από τη μέθη της νίκης ζαλισμένος
από σφαίρα εχθρική κυλάει πληγωμένος
Ζήτω η Ελλάς κι η Λευτεριά φωνάζει
μη λυπάσθε για μένα μη σας νοιάζει
για την πατρίδα τη γλυκειά εμπρός, προστάζει
ήδη ξημέρωσε, η λευτεριά γλυκοχαράζει.
Καμάρι της Χάλκης Δωδεκανήσου εσύ
το αίμα σου της λευτεριάς επότισε το δέντρο
στη σκέψι μας ο Αλέξανδρος ο ήρωας θα ζει
γιατί της αυταπάρνησης μας έδωσε το μέτρο.
Δέσπ. Καραγιάννη - Παπαμιχαήλ