Του
Γεωργίου Χρ. Μπάρδου
Θεολόγου
Κατά καθήκον ο άνθρωπος τιμά εκείνους που εργάσθηκαν για το κοινό συμφέρον για την προαγωγή της κοινωνίας, τους ήρωες της θρησκείας και της πατρίδας οι οποίοι εθυσιάσθησαν για τη σωτηρία των εννοιών αυτών.
Η τιμή δε αυτή προς τα πρόσωπα αυτά εκδηλώνεται σύμφωνα με τα επικρατούντα ήθη και έθιμα κάθε χώρας και τις διατάξεις της επικρατούσας θρησκείας. Η ιστορία των λαών αυτών μας τα μαρτυρά.
Την εκπλήρωση του καθήκοντος αυτού διάταξε ο ίδιος ο Θεός στη Παλ. Διαθήκη, να τιμούνται και να δοξάζονται όσοι εδόξασαν τον Θεόν και την πατρίδα τους Ιουδαίοι, ακόμα και εν ζωή, ως παράδειγμα για τους άλλους.
Και στη Χριστιανική εκκλησία από τους αρχαιοτάτους χρόνους καθιερώθηκε να εικονίζονται πάνω σε ξύλο ή χαρτί αλλά και πάνω σε τοίχους, στην αρχή διάφορα σύμβολα, τα οποία παρίσταναν ιερές έννοιες, όπως το σημείο του σταυρού, ή ναούς (πλοίο), ο φοίνικας κ.λπ. μετά δε, όταν άρχισε το μαρτύριο και ο διωγμός των πιστών και εγίνονταν στρατιώτες της επουρανίου θριαμβεύουσας εκκλησίας και εκείνες των μαρτύρων, των ομολογητών, των αγίων και οσίων.
Οταν δε παρουσιάστηκαν τα μεγάλα πνεύματα των Μεγάλων Πατέρων του Χριστιανισμού, τα οποία με τα θεία τους συγγράμματα υπεράσπισαν την χριστιανική θρησκεία πολεμώντας τις αιρέσεις και εστερέωσαν τον χριστιανισμό και εξήγησαν τις θείες αλήθειες διατυπώνοντας αυτές με δόγματα και εμαρτύρησαν γι αυτές, τότε δίκαια η εκκλησία προς τιμή τους, αλλά και για διδασκαλία των πιστών ανήρτησε τις ιερές εικόνες τους μέσα στους ναούς ως στρατιωτών του Χριστού, «οίτινες κατηγωνίσαντο βασιλείας ειργάσαντο δικαιοσύνην, επέτυχον επαγγελιών έφραξαν στόματα λεόντων».
Καθώς δε κατά τους τρεις πρώτους αιώνες μ.Χ. παρουσιάσθηκαν οι μεγάλοι και φοβεροί διώκτες του χριστιανισμού, Νέρωνες, Τραϊανοί, Δίκες κ.λπ. οι οποίοι εζήτησαν με πείσμα να καταπνίξουν το έργο του Χριστού και τη θρησκεία του, με αίμα του μαρτυρίου, καθώς κατά τον τέταρτο και πέμπτο αιώνα εμφανίζονται οι μεγάλοι και φοβεροί αιρετικοί, Αρειοι, Μακεδόνιοι, Νεστόριοι κ.α. οι οποίοι θέλησαν να θολώσουν τα δόγματα και αυτή την πίστη της ορθοδοξίας, όπως και κατά τον όγδοο αιώνα ζήτησαν μερικοί αυτοκράτορες οι οποίοι παρεξήγησαν την τιμητική προσκύνησιν την αποδιδόμενη στις εικόνες, θέλησαν να αφαιρέσουν από τους ιερούς ναούς τις άγιες εικόνες, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρηθεί η εκκλησία και η ορθοδοξία πάνω από εκατό χρόνια και να χωριστούν οι πιστοί σε εικονομάχους ή εικονοκλάστες και εικονολάτρες.
Η διαμάχη άρχισε όταν το έτος 717μ.Χ. εβασίλευσε στο Βυζάντιο ο Λέων ο Γ ο επικαλούμενος Ισαυρος ο οποίος βρήκε την αυτοκρατορία εσωτερικά σε ελεεινή κατάσταση, εξωτερικά σχεδόν ακρωτηριασμένη από το φοβερότερο εχθρό τους Αραβες οι οποίοι κατάκτησαν πολλές περιοχές του Βυζαντινού κράτους.
Τότε ο αυτοκράτορας για να προλάβει μεγαλύτερη καταστροφή του κράτους, προέβηκε σε μεταρρυθμίσεις για τη σωτηρία του ελληνισμού και της εκκλησίας η οποία παρερμηνεύτηκε από την αμάθεια και τον φανατισμό. Γιατί επεκράτησε το σκοτάδι της αμάθειας της δεισιδαιμονίας και η αργία.
Πολλοί δε από ζήλο εγκαταλείπουν τον κόσμο και κατέφευγαν στα μοναστήρια. Τα σπίτια στις πόλεις ερήμωναν, η γεωργία, η βιομηχανία, οι τέχνες ακόμα και η στρατιωτική υπηρεσία για τη σωτηρία του κράτους εγκαταλείπονταν. Ακόμα προστεθήκανε εξωδογματικές συνήθειες για τις άγιες εικόνες.
Ο Αυτοκράτορας Λέων Γ ο Ισαυρος, αποφάσισε να στρέψει την προσοχή του λαού στα εθνικά θέματα για την σωτηρία του έθνους, με ακρότητες όμως προς τη θρησκεία και τον θρησκευτικό φανατισμό, με μεταρρυθμίσεις στη θρησκεία με συνεννόηση υψηλόβαθμων κληρικών.
Ηταν ο πρώτος του Βυζαντινού κράτους αυτοκράτορας ο οποίος κατήργησε τις εικόνες και την προς αυτές απονεμόμενη ειδωλολατρική λατρεία. Τον περιορισμό της τάσης ιδίως των νέων προς τον μοναχικόν βίον, στον περιορισμό των μοναστηρίων.
Ολοι δε οι μετά τον Λέοντα τον Γ τον Ισαυρον αυτοκράτορες του Βυζαντίου πλην της Ειρήνης και Θεοδώρας ακολούθησαν το μεταρρυθμιστικό έργο του Λέοντος Γ οι περισσότεροι μάλιστα κατέβαλαν προσπάθειες να διαφωτίσουν τους αντίθετους της μεταρρυθμίσεως.
Αλλά το ζήτημα της μεταρρυθμίσεως όμως άφησε όλα τα άλλα προβλήματα και περιορίσθηκε στο ζήτημα των εικόνων. Εδημιουργήθηκε τότε πρόβλημα, όταν ο υιός και διάδοχος του Λέοντος Κωνσταντίνος ο Ε, συγκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη το έτος 754 οικουμενική σύνοδο από 348 επισκόπους η οποία ενέκρινε τις αρχές της μεταρρυθμίθησης και κατάργησε τις εικόνες εκτός του σταυρού και των δογμάτων της πίστεως.
Η διαδεχθείσα τον Λέοντα Δ ως επίτροπος του ανήλικου υιού της Κωνσταντίνου Στ Ειρήνη η Αθηναία προσπάθησε να ανατρέψει την μεταρρύθμιση καλώντας το έτος 786 νέαν οικουμενική Σύνοδο, αλλά επειδή αυτή επεκύρωσε τα αποφασισθέντα της προηγούμενης Συνόδου (754-755) την διαλύει και συγκαλεί νέα το επόμενο έτος 878 στην οποίαν πήραν μέρος 132 επίσκοποι και καλόγηροι.
Η Σύνοδος αυτή ως Ζ οικουμενική Σύνοδος με πρόεδρο τον πατριάρχη Ταράσιο κατάργησε τις αποφάσεις των δύο προηγουμένων συνόδων και καθιέρωσε ότι «η τιμή της εικόνας μεταβαίνει επί του πρωτοτύπου» και ότι ο προσκυνών την εικόνα, προσκυνά του εν αυτή εγγεγραμμένου την υπόστασιν και ότι η προσκύνησις αύτη είναι τιμητική και ουχί λατρευτική».
Οι οπαδοί όμως της μεταρρυθμίσεως επειδή το ζήτημα των εικόνων ελύθη σύμφωνα με το πνεύμα της εκκλησίας, χωρίς να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις τους και για άλλα θρησκευτικά ζητήματα αξίωσαν και ζήτησαν ότι για να ευδοκιμήσει η μεταρρύθμιση πρέπει και πάλι εκ νέου να καταργηθούν οι εικόνες.
Μετά το Πάσχα του 815 επί αυτοκράτορα Λέοντος του Ε συγκρότησαν στην Κωνσταντινούπολη Σύνοδο από αρχιερείς και Ηγουμένους μονών, η οποία κατάργησε της Ζ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας και ανακήρυξαν ως Ζ (7η) οικουμ. Σύνοδον την σύνοδον του 754 επί Κων/ντίνου του Ε η οποία καταργούσε τις εικόνες. Κατά συνέπεια αφαιρέθησαν οι εικόνες πλην του τιμίου Σταυρού, καθώς και τα αναφερόμενα τροπάρια σ αυτές.
Εκμεταλλευόμενος την κατάσταση αυτή με προθυμία ο Πάπας Ευγένιος αναμίχθηκε στα πράγματα της Ανατολής και καλεί σε σύνοδο τον κλήρον της Δυτικής εκκλησίας στο Παρίσι τον Ιανουάριο του 825 και απεδοκίμασαν τους εικονομάχους κατηγόρησαν την βασίλισσα Ειρήνη, δεν αναγνώρισαν την 7η οικουμ. σύνοδο και αναγνώρισαν την προσκύνηση μόνο του Τίμιου Σταυρού κ.λπ.
Τοιουτοτρόπως το ζήτημα των εικόνων έμεινε σε σύγχιση γιατί ούτε επιτρέπονταν, ούτε απαγορεύονταν η ανάρτησις ή η προσκύνησις των εικόνων. Επομένως ήταν ανάγκη να εκδοθεί κάποια απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ή να απαγορεύεται η προσκύνηση των εικόνων.
Σύνοδος το έτος 833 από κληρικούς της Κων/πολης συνήλθε στην εκκλησία των Βλαχερνών με πρόεδρο τον Οικουμενικόν Πατριάρχη Ιωάννη Γραμματικό και αναθεμάτισε την τιμή των εικόνων και με βασιλικό διάταγμα του αυτοκρ. Θεοφίλου αφαιρέθησαν από τις εκκλησίες οι εικόνες και αντικαταστάθηκαν με γλυπτά κοσμήματα και υπαγορεύθηκε να ονομάζονται άγιες εικόνες.
Οι αποφάσεις αυτές κατάπληξαν τον Ορθόδοξον λαόν. Στους αντιπάλους αυτής της μεταρρύθμισης προστέθηκε η σύζυγος του αποθανόντος Θεοφίλου, η Θεοδώρα, η οποία ανάλαβε το μεγάλο έργο της Αναστήλωσης των Αγίων Εικόνων.
Εξ ονόματος της Βασίλισσας Θεοδώρας και του επιτροπευόμενου υιού της Μιχαήλ συγκλήθηκε στην Κων/πολη σύνοδος από ανώτερους κληρικούς στις αρχές Φεβρουαρίου του 842, η οποία επεκύρωσε τις αποφάσεις της 7ης Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας του 786 και 788, καθήρεσε τον Πατριάρχη Ιωάννην τον Γραμματικόν, χειροτονεί νέον Πατριάρχη Μεθόδιον τον Συρακόσιον άνδρα ευσεβή.
Η βασίλισσα Θεοδώρα επεκύρωσε τις αποφάσεις της συνόδου προς χαράν των Χριστιανών, για την λήξη των έριδων και την επαναφορά των Αγίων Εικόνων στις εκκλησίες.
Τέλος αποφασίσθηκε να τελεστεί την πρώτην Κυριακή των Νηστειών 19 Φεβρουαρίου 842 Πανήγυρη προς τιμήν της αναστήλωσης των αγίων Εικόνων.
Η δε Θεοδώρα έδωσε εντολή στον Πατριάρχη Μεθόδιο να ανακοινώσει σ όλες τις Εκκλησίες-Μητροπόλεις Αρχιεσπικοπές να εορτάζονται οι εικόνες με τον Τίμιον Σταυρόν την πρώτη Κυριακή των Αγίων Νηστειών η οποία ονομάστηκε Κυριακή της Ορθοδοξίας. Γιορτάστηκε με λαμπρότητα στην Κων/πολη.
Τοιουτοτρόπως με την αναστήλωση των Αγίων Εικόνων έπαυσε η μεταρρύθμιση στην Εκκλησία. Από την εποχή αυτή η εορτή πήρε χαρακτήρα πολύ γενικό και σπουδαίο γιατί πανηγυρίζεται και ο χαρακτήρας της Ορθής πίστης. Αναθεματίζονται οι αιρετικοί και γι αυτό η εορτή ονομάστηκε «Πανήγυρις της Ορθοδοξίας» και αποτελεί μία των κυριοτάτων εορτών της εκκλησίας μας.