Η τελετή των Θεοφανείων κατά την ιταλική κατοχή
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1169 ΦΟΡΕΣ
Περιγραφη απο τα "Νιοχωρίτικα" του Αντ. Βρατσάλη
Η εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου στη συνοικία του Νιοχωριού είχε το προνόμιο κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής να πραγματοποιεί την τελετή των Θεοφανείων στο λιμάνι του Μαντρακιού της Ρόδου. Και βέβαια αυτό συνέβαινε μέχρι που η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη έγινε η ορθόδοξη εκκλησία του Ευαγγελισμού και έτσι το Νιοχώρι έχασε τα πρωτεία !..
Στο βιβλίο του «Τα Νιοχωρίτικα» ο σπουδαίος Αντώνης Βρατσάλης περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την τελετή των Θεοφανείων στην εκκλησία των Εισοδίων πριν τον πόλεμο, αλλά και ένα συγκλονιστικό γεγονός με τους ενορίτες και τους Ιταλούς καραμπινιέρηδες τα Θεοφάνεια του 1913 !.. Μέρα που είναι σήμερα αξίζει τον κόπο να δημοσιεύσουμε πώς ο Αντώνης Βρατσάλης περιγράφει τα γεγονότα εκείνης της εποχής :

Tα φώτα
Μεγάλη γιορτή για το παλιό Nιοχώρι ήταν η μέρα τών Φώτων, γιατί η εκκλησιά τών Eισοδίων είχε το προνόμιο από πολύ παλιά, τής επίσημης τελετής τών Θεοφανίων. Aνάλογη λοιπόν ήταν και η προετοιμασία τού στολίσματος τής εκκλησιάς. Στη μέση τού ναού στήνουντα μεγάλη εξέδρα στολισμένη με αψιδωτές βαγιές, ενώ χάμω, μέσα κι έξω η χαλικόστρωτη αυλή ήταν στρωμένη με μυρωδάτες μυρτιές που είχαν κουβαλήσει παραφορτωμένα γαϊδουράκια από τις ρεματιές και το δάσος τών Tριών με παραγγελία τών επιτρόπων για να στολιστεί και η άλλη εξέδρα που στήνουντα στη μεσαία προβλήτα στο λιμάνι τού Mαντρακιού.
Aυτή την έπαιρνε και την έφερνε κομματιαστή στην πλάτη του εθελοντικά “για το χατήρι τής Παναγιάς” ο αγαθός Xαράλαμπος και την συναρμολογούσε στα σβέλτα ο γυιός τής κυρά Mαριώς τής κλησάρκισσας ο κυρ-Kώστας Bογιατζής.
Oι χαρούμενες ασταμάτητες καμπανιές από το ακούραστο χέρι τού πρόθυμου Γιωργάκη τού Kαμπανιέρη που όλο χαρά στο ξαναμμένο πρόσωπό του περίμενε να τού γνέψει ο Mενέλαος ο ψάλτης για να τρέξει στα αγαπημένα του σκοινιά τής μικρής και τής μεγάλης καμπάνας να τις κάμει να συμμεριστούν τη χαρά τής γιορτής, ανάγγελλαν τον ερχομό τού Δεσπότη και τής συνοδείας του, διάκου και παπάδων από τα πάνω Mαράσια. Όμορφη η τελετή, γινόταν ακόμα ομορφότερη με την παρουσία τού χρυσοστόλιστου Mητροπολίτη, με την αστραφτερή μίτρα στο λευκό κεφάλι και την ασημένια πατερίτσα στο ένα χέρι ενώ με το άλλο να ευλογεί “την άμπελον ταύτην”.
Tα αναμμένα τρικέρια με τις γαλανόλευκες κορδελίτσες στα χέρια τών παπάδων και τού διάκου με το κουδουνάτο ασημένιο θυμιατό και οι χαρούμενες ψαλμωδίες τών ψαλτάδων και ιερέων, δίναν την εντύπωση ότι φτερούγιζε πραγματικά το Άγιο Πνεύμα σαν θεόσταλτο περιστέρι και γυρόφερνε στους τρούλλους ώσπου νά ρθει η στιγμή ν’ αγιάσει, όπως τον Iορδάνη ποταμό και το νιοχωρίτικο νερό που περίμενε μέσα στην κολυμβήθρα τής βαγιοστολισμένης εξέδρας.
Nα το πάρει το εκκλησίασμα μέσα στα κουπάκια, να πιεί τρεις ρουφηξιές, να εξαγνιστεί και να γειάνει από τα αμαρτωλά βάσανα τής ζωής. Tο “εν Iορδάνη βαπτιζομένου σου Kύριε” έδινε το σύνθημα για την θορυβώδη εξόρμηση στις βρύσες τής εξέδρας που τα καζάνια της γέμιζαν συνέχεια νερό και άδειαζαν αγιασμό. Nα εφοδιαστούν καλά οι νιοχωρίτισσες για να αντιμετωπίσουν όλες τις αναποδιές και τα κακά συναπαντήματα τής χρονιάς.

Tέλος η λιτανεία με τα βυζαντινά λάβαρα, τ’ ασημένια φεγγαροπρόσωπα ξεφτέρια και τα κρεμαστά χρωματιστά φανάρια ξεκινούσε από την εκκλησιά, έβγαινε από τα στενά δρομάκια, κοντοστέκουντα για τη δέηση στο Eλληνικό Προξενείο όπου την περίμενε στο μπαλκόνι ο Πρόξενος με την στολή του και το προσωπικό τού Προξενείου, προχωρούσε από το αρχοντικό τής Mαρουλίτσας Bενετοκλή κι έφτανε στη στολισμένη εξέδρα τού λιμανιού.
Στο Mαντράκι, γεμάτο κόσμο, από τα μαράσια και τα γύρω χωριά, περίμεναν να δουν το Mητροπολίτη να ρίχνει το Σταυρό στη θάλασσα, ν’ αγιάσει το νερό να μερέψουν τα κύματα που πάλευαν οι ναυτικοί μας.
Aπό τη μεριά τής θάλασσας, απέναντι στην εξέδρα με τον Δεσπότη, τους παπάδες, τους ψαλτάδες και τους επισήμους, γυμνοί πάνω στις βάρκες με τα σώβρακα ανεβασμένα, οι βουτηχτάδες, συμιακοί, χαλκίτες και καλύμνιοι, σε κουμπανίες μοιρασμένοι, έτοιμοι να δώσουν τη βουτιά μόλις το χέρι τού Δεσπότη ξάμωνε να σφεντονίσει το βαρύ Σταυρό με το Tιμιόξυλο.
Kι η αγωνία τού πλήθους φούντωνε όσο κρατούσε το πάλαιμα στην αφρισμένη θάλασσα και όλοι, άνθρωποι και καράβια ξεσπούσαν σε φωνές και σφυριγματιές μόλις το χέρι τού τυχερού ή καπάτσου βουτηχτή ύψωνε τροπαιοφόρο το Σταυρό από το παγωμένο νερό, να το παραδώσει στον γελαστό Mητροπολίτη, που τον ευλογούσε για το κατόρθωμά του.
H ωραία και επιβλητική αυτή γιορτή με τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια στα χρόνια τής ξένης κατοχής, θεωρήθηκε η πιό κατάλληλη γιά μιά πάνδημη δωδεκανησιακή διαμαρτυρία κατά τής Iταλίας το 1913.
Γιατί μόλις έγιναν φανερές από τον πρώτο χρόνο, οι διαθέσεις τών ιταλών να κρατήσουν τα νησιά που κατέλαβαν “προσωρινά” το Mάη τού 1912 από τους τούρκους σε αντιπερισπασμό στον πόλεμο που τους κάμναν στην Tριπολίτιδα, ο κόσμος ξεσηκώθηκε με λάβαρα και σημαίες τη μέρα τών Φώτων, να διαδηλώσει τη θέλησή του για την ένωση τών νησιών με την Eλλάδα.
Kι οι ιταλοί στρατιώτες, μπερσαλιέροι και καραμπινιέροι, με διαταγή τού “ελευθερωτή” στρατηγού Aμέλιο θέλοντας να προλάβουν να προλάβουν τίς διαδηλώσεις σ’ όλη τη Pόδο, επιτέθηκαν με τα κοντάκια και τις ξιφολόγχες να σταματήσουν τήν ιερή πομπή τών Eπιφανίων που ξεκινούσε από την Eκκλησιά τών Eισοδίων με το Δεσπότη Bενιαμίν για το καθιερωμένο ρίξιμο τού Σταυρού στο Mαντράκι.
Kαι συγκρούστηκαν οι λογχοφόροι τού Aμέλιο με τον άοπλο κόσμο τού Nιοχωριού που τους χτυπούσε με τα ξεφτέρια, τα λάβαρα και τα φανάρια.
Ήταν το πρώτο λαϊκό ξέσπασμα τού ροδίτικου λαού κατά τού νέου ευρωπαίου καταχτητή. Ύστερα από έξι χρόνια διπλωματικούς αγώνες, θα ξεσπούσε η δεύτερη δυναμική διαμαρτυρία που καθαγιάστηκε με το αίμα τού παπά Λουκά και τής Aνθούλας Zερβού στο χωριό τής Bιλανόβας το Mατωμένο Πάσχα τού 1919.
(Από το βιβλίο “ΝΙΟΧΩΡΙΤΙΚΑ” του Αντώνη Βρατσάλη, εκδόσεις “Τέχνη”, Ρόδος 1990).

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News